steni.gr
Η γλώσσα, αυτό το ακοίμητο ποτάμι, παίρνει στο διάβα του ανά τους αιώνες, αρώματα ενός εξαίσιου πολυπολιτισμικού ανθόκηπου και μας τα προσφέρει αφειδώλευτα να τα μυρίσουμε.
Η πολυπολιτισμικότητα, δεν ήταν άνωθεν επιβεβλημένη-κομμένη και ραμμένη στα μέτρα κάποιων-αλλά από κάτω, από τη βιοπάλη, μια πολύχρονη, οδυνηρή διαδικασία, μια γέννηση, μια δημιουργία.
Τούρκικες, σλάβικες, αλβανικές, ιταλικές και κυρίως αρχαιοελληνικές προσμίξεις, στολίζουν τούτο το περιβόλι.
Σήμερα όμως, πολλές έχουν εκτοπιστεί από τον καθημερινό λόγο. Είτε γιατί αφορούσαν πράγματα ή ασχολίες που εξέλιπαν, είτε γιατί ο «πολιτιστικός ιμπεριαλισμός» της τηλεόρασης, η ξενιτιά στην Αθήνα ή σε άλλα αστικά κέντρα, τις εκτόπισαν από την καθημερινή χρήση.
Το φαινόμενο αυτό έχει επηρεάσει και τη Στενή.
Ας δούμε όμως μια συνοπτική γραμματική, που μας εξηγεί τον τρόπο προφοράς των λέξεων που χρησιμοποιούσαν οι πατεράδες μας, αλλά και εμείς οι σημερινοί Στενιώτες, όταν βρισκόμαστε και συζητάμε μεταξύ μας.
-Τα άτονα (ο) και (ω), προφέρονται σαν (ου).
Αγαπάω=αγαπάου. Όμορφος=όμουρφους. Τρώω=τρώου.
Μουστοκούλουρο=μουστουκούλουρου.
-Τα άτονα (ι,η,ει,υ,οι,ε και ου), παθαίνουν συχνά συγκοπή ή αποβολή.
Συκιά=σ΄κιά. Τηγάνι=τ΄γάν΄. Κουφός=κ΄φός. Τραγούδι=τραγούδ΄.
Έφυγα=εφ΄γα κλπ.
-Τα άτονα (ε) και (αι), προφέρονται σαν (ι).
Έρχεται=έρχιτι. Παιδί=πιδί. Κεφάτος=κιφάτους.
Καινούριος=κινούργιους. Νερό=νιρό.
-Πολλές λέξεις, αποβάλουν το άρχικό τους άτονο φωνήεν.
Αγελάδα=γελάδα. Ηγούμενος=γούμενος. Ελένη=Λένη.
-Σε πάρα πολλές λέξεις αποκόβεται το τελευταίο άτονο φωνήεν
Σπίτι=Σπίτ΄. Σπουργίτι= σπουργίτ΄. Αμάξι=αμάξ΄.
-Δύο φωνήεντα που μπορεί να χωρίζονται από ένα (γ), συνεκφωνούνται σαν ένας φθόγγος, αφού το σύμφωνο (γ) χάνεται.
Βάγια=βάια. Πλάγια=πλάια. Μάγια=μάια.
-Όταν ύστερα από το (ι,η,υ,ει,οι,ε,αι). ακολουθεί άλλο φωνήεν, τα δύο φωνήεντα προφέρονται μαζί κι ένα (γ) αναπτύσσεται πριν απ΄αυτά.
Άδειος=άδγειος. Σάπιος=σάπγιος. Καινούριος=καινούργιος.
-Στα ρήματα προτιμάται ο ασυναίρετος τύπος στο πρώτο και τρίτο ενικό πρόσωπο.(αγαπάω, αγαπάει).
-Η έκθλιψη είναι πολύ συχνή (τους ανθρώπους=τ΄ς ανθρώπ΄ς). Αλλού όμως παραλείπεται. (Το αμπέλι.Του αμπέλ΄ και όχι τ΄ αμπέλ΄.).
-Η κατάληξη (ει) του δεύτερου ενικού προσώπου των ρημάτων, στην ενεργητική φωνή αποβάλλεται (Γράφεις=γράφ΄ς.).
-Το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο της ενεργητικής φωνής των ρημάτων, μετά την αποβολή του (ου) και της μεταβολής του (ε) σε (ι) γίνονται έτσι, (έχουνε=έχ΄νει).
-Συχνά αποβάλλονται φωνήεντα από τον κορμό της λέξης, αλλά γίνεται και κράση φωνηέντων (Που είναι αυτός;=πούντος; Σου
έπαιρνα=σούπαιρνα).
-Η φθορά και η αλλοίωση των γλωσσικών στοιχείων κατά την προφορά, ήταν τόσο μεγάλη στα παλιότερα χρόνια, ώστε ακούγοντας μια συνομιλία γερόντων νόμιζες πως άκουγες μια ξένη γλώσσα.
Παίζοντας χαρτιά (πρέφα), ρωτούσε ο ένας τον άλλον. «τ΄ς έεις τ΄ς άς΄;»΄(τους έχεις τους άσσους;) Κι άλλος ρωτούσε πάλι «Πράζ΄ αν΄ τράου;». Πειράζει αν κοιτάζω (κοιτάζω=τηράω).
Γιάννης Γιαννούκος
Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες στον κόσμο. Αυτός ο πλούτος μεγαλώνει ακόμα περισσότερο, αν προσθέσουμε τις διαλέκτους και τους τοπικούς ιδιωματισμούς. Τα τελευταία χρόνια οι διάλεκτοι και οι τοπικοί ιδιωματισμοί χάνονται για πολλούς και διαφόρους λόγους. Η ενιαία εκπαίδευση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η «πολιτιστική» επίθεση που δέχτηκε ο χωριάτικος τρόπος ομιλίας, είναι οι κυριότεροι λόγοι που συνέτειναν σε αυτό. Στη Στενή ο τοπικός ιδιωματισμός έχει εκλείψει στην νέα γενιά και συντηρείται σε μεγάλο ποσοστό μόνο στις μεγάλες ηλικίες. Λέξεις και φράσεις χάνονται. Λέξεις και φράσεις που οι άνθρωποι του τόπου µας δεν έµαθαν στο σχολείο, αλλά πάππου προς πάππου µε την προφορική παράδοση.
Σε γενικές γραμμές η Στενιώτικη ντοπιολαλιά «τρώει» τα άφωνα φωνήεντα, ενώνει κάποιες λέξεις, μετατρέπει σε πολλές περιπτώσεις το ο και το ω σε ου και το ε και αι σε ι. Η ρίζα των λέξεων έχει βάση την αρχαία ελληνική, ενώ οι λέξεις από ξένες γλώσσες είναι λίγες και είναι αυτές που χρησιμοποιούνται σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Η εξέλιξη της γλώσσας έχει σχέση με την ιστορία του χωριού και τις επιδράσεις από τις μετακινήσεις που γίνονταν στο χωριό από την δημιουργία του το 1790. Εκείνη την περίοδο έγινε μαζική μετακίνηση, που είναι και η μόνη μαζική μετακίνηση, από τους οικισμούς της περιοχής Σκουντέρι, εφτά χιλιόμετρα νοτιότερα, στη σημερινή θέση του χωριού. Η Στενή λόγω θέσης έγινε καταφύγιο φυγάδων και αυτό συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση από τους τούρκους. Από την κατεχόμενη Ελλάδα τότε, σταδιακά οι οικογένειες που ήρθαν ήταν αρκετές. Οι τσοπάνηδες μετακινούνταν στα χειμαδιά και ειδικά στα αρβανιτοχώρια είχαν συνεχή επικοινωνία με τους ντόπιους. Επίσης είχαμε και αρκετές εισροές από την γύρω περιοχή.
Το ιδίωμα.
Λείπουν αρκετά φωνήεντα και δίφθογγοι και ειδικά αυτά που δεν τονίζονται: Σύμφωνα με μια θεωρία, που δεν ξέρουμε κατά πόσο ισχύει, σε μέρη με πολύ κρύο τα φωνήεντα χάνονται ώστε να μην ανοίγει πολύ ώρα το στόμα και να μην μπαίνει πολύς κρύος αέρας στα πνευμόνια. Έτσι κόβονται λέξεις αλλά και φράσεις. Έτσι πολλές δισύλλαβες λέξεις, συνήθως μετατρέπονται σε μονοσύλλαβες, όπως για παράδειγμα, το «πάνω» γίνεται «πάν’» το «κάτω» γίνεται «κατ'», ή το «κόβεις» μετατρέπεται σε «κόβ'ς». Ισχύει και με περισσότερες συλλαβές π.χ «κουβάρι» γίνεται «κβάρ», το «γουρούνι» γίνεται «γρούν», το «γαϊδούρι» γίνεται «γαιδούρ’», το ταγάρι γίνεται ταγάρ’, το σταφύλι γίνεται σταφύλ’ κ.λπ. Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται είναι ότι το ο-ω μετατρέπεται σε «ου» Για παράδειγμα το «ποδάρι» γίνεται «πουδάρ'», το κορίτσι γίνεται κουρίτσ’, το χώμα γίνεται χούμα, το τηράω γίνεται τράου, το πρωί γίνεται προυί, το φοβόταν γίνεται φουβόταν, το μπροστά γίνεται μπρουστά, το κολυμπάει γίνεται κλουμπάει, το όλοι γίνεται ούλοι κ.λπ. Το ε-αι αντίστοιχα σε «ι», το ρήμα «έρχεται» γίνεται «έρχιτι», ο λαιμός γίνεται λιμός, το νερό γίνεται νιρό, Κολλάνε ολόκληρες λέξεις και άρθρα με λέξεις . «Στη μέση» γίνεται «στ΄μέσ’», το «που είχε» γίνεται «πούχι», το «που ήσουνα» γίνεται «πούσταν’» το «ίσα πέρα» γίνεται «σαπέρα», το «ίσα δώθε» γίνεται «σαδώθε» κ.λπ. Εξαφανίζονται και σύμφωνα, το «πέρναγε» γίνεται «πέρναϊ», το «αλέσεις» γίνεται «αλέϊς» το «λογιού λογιού» γίνεται « λουϊού λουϊού». Αλλάζει ο τονισμός σε κόποιες λέξεις π.χ. Το Σάββατο γίνεται Σαββάτου κ.λπ. Οι λέξεις από ξένες γλώσσες όπως προείπαμε είναι οι ίδιες που χρησιμοποιούνται και στην υπόλοιπη Ελλάδα και αρκετές από αυτές αφορούν εργαλεία, σκεύη, χαρακτηρισμό ζώων κ.λπ. Από τις σλάβικες λέξεις η τσαντίλα, που σημαίνει το πανί που έπιζαν το τυρί, η κουρίτα (και ου κουρίτος στη Στενή) που έπιναν νερό τα πρόβατα (και πράματα στη Στενή), σβάρνα που ήταν το ξύλινο γεωργικό εργαλείο που ισομάτιζαν το χώμα μετά το όργωμα και έσπαζαν τους σβώλους, τσοκάνι το μικρό κουδουνάκι που έβαζαν στα ζώα, κλούβιο το μπαγιάτικο χαλασμένο αυγό, γκστνέρα από την γκουστέρα που είναι είδος σαύρας καθώς και λέξεις όπως χουγιάζω, λόγγος,τσέργα γράνα λακούβα. Αρβανίτικα όπως λούτσα που σημαίνει μούσκεμα .ή υγρό χωράφι, γκόρτσα που είναι ο καρπός της αγριοαχλαδιάς αγκορτζάς που είναι γεμάτος ο τόπος. Ελάχιστα βλάχικα όπως η λέξη στρούγκα, Λατινικές όπως βίτσα, γρουµπούλ(ι) που είναι ογκίδιο που βγαίνει στο σώμα, γκαβός που χρησιμοποιείται για αυτούς που δεν βλέπουν μάλλον υποτιμητικά, µεσάλ(ι), περδικλώνω που σημαίνει βάζω τρικλοποδιά. Τουρκικές λέξεις όπως σακάτ(η)ς, τσίπρο, χαµπέρ, µπούζ, µασιά, µπαϊλντίζω, νταγιαντίζω, τσαούλ(ι), µπίτ, ταµπλάς, µαστραπάς, κούτσικος. Τα τοπωνύμια της Στενή που συμπεριλαμβάνονται δανεισμένες λέξεις είναι ελάχιστα και αυτά τούρκικα: «Καρατλάκα» δηλαδή του «Καρά (μαύρου) η λάκα». Είναι λίγο έξω από την Πάνω Στενή στο δρόμο για το Στατόρι (κτισμένες καλύβες για αυτούς που είχαν φυματίωση, εξ’όυ και το Στατόρι δηλ. σανατόριο).Στο σημείο αυτό είχαν σκοτώσει «μελαμψό»τούρκο φοροεισπράκορα. Στου Χότζα ανάμεσα πάνω και κάτω Στενής. Στο σημείο αυτό είχε σκοτωθεί τούρκος Χότζας ο οποίος ήταν επικεφαλής τούρκικου στρατού σε μια από τις προσπάθειες που έκαναν οι τούρκοι να πατήσουν στη Στενή. Τέλος το Ντάμ κοντά στου Χότζα ίσως να ονομάστηκε έτσι από κάποια καλύβα που υπήρχε εκεί μιας και στα τούρκικα ντάμι σημαίνει καλύβα, αγροικία. Σκουντέρι: Εφτά χιλιόμετρα νότια του Χωριού. Ήταν υπό τούρκικη κατοχή και ο Πύργος που υπάρχει εκεί ήταν έδρα τούρκου αγά. Από την καταγωγή κάποιου από αυτούς (Σκούταρι) προήρθε και η ονομασία της περιοχής. Ο πύργος είναι ενετικός ενώ μέσα στον οικισμό που είναι τα αγροτόσπιστα υπάρχει και γειτονιά που την λένε τα Βενετσιάνικα.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΙΝΑ 2.
Γ.ΜΗΤΑΚΗΣ
Στη στενή χαράδρα, που ενώνει την Πάνω με την Κάτω Στενή, υπάρχει τοποθεσία επονομαζόμενη «Στου Χότζα».
Όπως είναι γνωστό, τα τοπωνύμια έχουν πάντα κάποια σχέση με τυχόν υπάρχοντες ιερούς ναούς, μονές και εξωκλήσια, με τη μορφή και το χρώμα του εδάφους, τα νερά, τα διαιτώμενα ζώα, την κυριότητα του κτήτορος, εκ της ιστορίας ή και ποικίλων τοπικών παραδόσεων, αναφερομένων σε διαδραματισθέντα γεγονότα κλπ.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση, εκτός του λόγου των διαδραματισθέντων γεγονότων, αποκλείονται οι άλλοι.
Ίσως υποστηρίξει κάποιος την κυριότητα κτημάτων, αλλά αυτός δεν ευσταθεί, καθόσον η τοποθεσία αυτή, ως ευρισκόμενη πλησίον του χωριού κατείχετο από τους Στενιώτες σε όλη της την έκταση και εκαλύπτετο από πεύκα και πυκνούς θάμνους, που εκχερσώθηκαν μεταπελευθερωτικά.
Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι σε συμπλοκή μεταξύ Στενιωτών και Τούρκων που έγινε στο σημείο εκείνο, σκοτώθηκε κάποιος Χότζας, χωρίς να γνωρίζουμε τη χρονολογία που έγινε αυτό.
Από τότε η περιοχή αυτή ονομάζεται «Στου Χότζα».
Πολλοί θα αμφισβητήσουν το γεγονός, αλλά αν σκεφτούμε ότι:
1.Οι Τούρκοι στις διάφορες εκστρατείες τους είχαν πάντα μαζί τους μουσουλμάνους ιεροδιδάσκαλους και νομοδιδάσκαλους, όπως Χοτζάδες, Μουλάδες κλπ.
2 Οι Στενιώτες, εκτός από τους πρώτους κατοίκους που ήρθαν από το Σκουντέρι (Παλιοχώρι), οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ήρθαν στη Στενή κυνηγημένοι από τους Τούρκους και η πιθανή είσοδος των Τούρκων στο χωριό δε συνεπάγετο μόνο τη λεηλασία των υπαρχόντων τους, αλλά και τη σύλληψη των καταδιωκόμενων που είχαν έρθει από άλλες περιοχές. Αυτό και μόνο το γεγονός τους υποχρέωνε να αντισταθούν.
Το ότι οι Στενιώτες ήταν πάντα σε ετοιμότητα αποδεικνύεται και από την ύπαρξη των καλυβιών, σε απόκρυφα σημεία του δάσους, στα οποία κατέφευγαν τα γυναικόπαιδα κατά τη διάρκεια των τούρκικων επιδρομών, τη στιγμή που οι άνδρες αντιμετώπιζαν τους Τούρκους στην είσοδο του χωριού. Και εκεί κατέφευγαν και οι υπερασπιστές του χωριού, όταν οι δυνάμεις του εχθρού ήταν υπέρτερες.
Άλλωστε ο φύλακας στο καραούλι στο βράχο, ειδοποιούσε τους κατοίκους για τον ερχομό τους.
Γιάννης Γιαννούκος
Η χωρίς όριο υλοτόμηση, είχε δημιουργήσει μεγάλες καταστροφές στο λόγγο της Στενής και αρκετά σημεία ήταν εντελώς αποψιλωμένα. Την καταστροφή αυτή ήρθε να συμπληρώσει η μετακίνηση νομάδων τσοπάνηδων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν με τις «Τέντες» τους για λίγα χρόνια.
Για το ποιοι ήταν αυτοί οι νομάδες ο Γ. Ντεγιάννης δεν αναφέρεται. Σαρακατσάνοι, Βλάχοι; Αυθαίρετα μόνο μπορούμε να συμπεράνουμε από το γεγονός ότι το τοπωνύμιο «Τάφος» που ανέφεραν οι νομάδες οι Στενιώτες το λένε στου «Βλαχάκη» Το πέρασμα αυτό έγινε αρκετά πριν το 1860 όπου υπήρχε έκθεση Δασαρχείου και Δασική Υπηρεσία.
Το πέρασμα των Βλάχων από τη Στενή.
Όταν γδάρθηκε ο δασότοπος, ήρθαν αυτοί που διαφεντεύουν στο γυμνό. Από τα μακρινά βουνά τους τράβηξε στο δασότοπο το χορτάρι και το κλαρί. Οι σκηνίτες μόλις μάθανε πως δόθηκε άδεια να κοπεί το δάσος, αρχίσανε να σαλαγούνε κατά κει τα γίδια τους. Θα «έτριβαν» αυτά κλαρί χρόνια από τις φυλλωσιές των δένδρων.
Την ώρα που έγερνε το πρώτο δένδρο, τα γίδια είχανε φτάσει κιόλας στο σύνορο του λόγγου. Όπως τα όρνια κλείνοντας τις φτερούγες τους, κατεβαίνουνε γύρω στο ζωντανό, που έχει πέσει και δέρνετε να ψοφήσει.
Ενώ τα γίδια παρακολουθούσανε τους λοτόμους, φτάσαν από κοντά πρόβατα κι άλογα ξέστρωτα. Τώρα ξεφώτισε, θα χωθεί ο δασότοπος στο χορτάρι. Άν είχαμε τότε δασική αστυνομία, ούτε ποδάρι δε θα άφηνε να πατήσει αυτό το μέρος. Πως όμως να τους έχουμε τους δασοκόμους, αφού η δασοκομική σκολή ιδρύθηκε πολύ πιο ύστερα;
Κουβαληθήκανε λοιπόν ελεύθερα οι νομάδες και στρογγυλοκαθήσανε στο δασότοπο. Στήσανε τις σκηνές τους και καταπατήσανε το μέρος να ιδούνε που θα χτίσουνε τα γιδομάντρια και που τα πρατομάντρια.
Έπειτα δώσαν ονόματα στις τοποθεσίες για να ξέρουνε, που πηγαίνουν, πούθε έρχονται, που βρίσκονται.
Το ένα βουνό το είπανε «Μαδάρα» και το άλλο «Ξεροβούνι». Έπειτα πήρανε με τη σειρά τα ρέματα: «Βαθύρεμα», «Ξενόρεμα», «Ξεροκάναλο», «Νεροφάγωμα». Τον κώνο τον ονομάσανε «Δρακωσουρειό».
Ύστερα είπανε μερικές τοποθεσίες «Λιθαρόστρουγγα» και μερικές άλλες «Κοπρισιά». Και τις ξεχωρίζανε λέγοντας από κοντά και το όνομα εκείνου, που είχε το κοπάδι που αρμεγότανε σε αυτή τη στρούγκα, που πλάγιαζε σε αυτή την κοπρισιά.
Δώσαν όνομα και στο μέρος, που στήσαν τις σκηνές: «Τέντες». Για την ώρα δεν τους χρειάζονταν άλλα ονόματα. Με τον καιρό θα βλέπανε και θάκαναν.
Τα πρώτα χρόνια βρήκανε στο δασότοπο «το μήνα που θρέφει τους έντεκα». Χούμος κι όπως δεν είχε ξεπλυθεί, έβγαλε ένα γόνατο χορτάρι. Αλλά με τον καιρό δουλεύανε και τα ποδάρια των κοπαδιών κοντά στο νερό. Κάνανε το χώμα κουρνιαχτό. Και τότε αυτός έφευγε με την πρώτη βροχή ανάμεσα από τα λιθάρια. Στην κατηφοριά τα λιθάρια χάνοντας κάποια στιγμή το στήριγμά τους, κατρακυλούσανε στο χαμηλότερο μέρος, την καναλιά. Εκεί σμίγανε με τα άλλα, που ξεκινούσαν από την απέναντι κατηφοριά. Αρχίζοντας από την κορυφή, σκέπαζαν ως κάτω την καναλιά με στρώμα παχύ. Τίποτε πια δεν μπορούσε, να φυτρώσει σε αυτόν τον πετροσωρό. Τώρα ασφαλώς τους χρειάζονταν νέα ονόματα. Εδώ είναι η «Σάρα», πιο κάτω η «Μακριά Σάρα», απέναντι οι «Σάρες». Έτσι συμπλήρωσαν οι σκηνίτες τις ονομασίες.
Αλλά τα πράγματα δεν πήγαν ως το τέλος όπως τα υπολόγιζαν. Ο τόπος ξεπλύθηκε πια και το χορτάρι δεν έβρισκε χώμα να ριζώσει. Τα κοπάδια ήταν αναγκασμένα να γυρίζουνε παντού σαν να τα κυνηγούσανε. Ένα περνούσε ψηλά, άλλο στη μέση της πλαγιάς, άλλο χαμηλά και σταυρονώτανε με άλλα που φτάναν από το αντίθετο μέρος. Τα θέριζε η πείνα τα ζωντανά και δεν τα χωρούσε ο τόπος, να σταθούνε.
Οι πλαγιές πήρανε κλήση απότομη. Βράχοι στεκόντανε στον αέρα, έτοιμοι να ξεκινήσουνε τον κατήφορο με το πιο αλαφρό άγγιγμα. Τη μια μέρα τσακιζόταν ένα γίδι, την άλλη τσακιζόντανε πέντε πρόβατα. Δεν έλειπε καθημερινά η ζημιά.
Καβγάδες ανάψανε και φαγωμάρα άρχισε: «Γιατί τα πέρασες ψηλά τα γίδια, ενώ έβλεπες χαμηλά το κοπάδι μου;»
Τα άλογα έπειτα δε μπορούσανε πια να πατήσουνε τον τόπο. Σφηνωνόντανε στις «γράβες» και τραβώντας τα «βγαίνανε», παθαίναν εξαρθρώσεις ή και το χειρότερο, μην καταφέρνοντας να «ξεπιαστούνε», πέφτανε και κόβανε «στρογγυλό» το πόδι τους.
Μέσα σε αυτές τις αξεπέραστες δυσκολίες πάλευε η νομαδική κτηνοτροφία, όταν της ήρθε κι ανείπωτη συμφορά. Τα γίδια περνούσανε ψηλά. Χαμηλά το μονοπάτι –στη ρίζα «στη Μακριά Σάρα»-πήγαινε ένας βοσκός. Παλληκάρι είκοσι χρονών, ως εκεί πάνω ψηλός. Τα γίδια κύλησαν ένα βράχο. Μόλις άκουσε ο βοσκός το βρόντο, γύρισε και κοίταξε κατά που έρχεται. Του φάνηκε πως είχε γραμμή, να περάσει ίσια εκεί που ήταν αυτός. Πισωδρομεί λοιπόν στη στιγμή, έχοντας στην πέτρα το μάτι του. Ο βράχος χτυπάει σε ένα εμπόδιο παίρνει βόλτα και στρίβει, να περάσει ξωπίσω από το βοσκό. Τρέχει τότε κι αυτός, να ξεφύγει από το άλλο μέρος αλλά του φαίνεται, πως ο βράχος αλλάζει γραμμή, πως τόνε παρακολουθεί. Σαστίζει, τα χάνει, με το πέρα-δώθε, μένει στο ίδιο μέρος κι –η οργή του Θεού-ο βράχος τόνε πετυχαίνει, τόνε τινάζει αποκάτω στο νεροφάγωμα και τόνε σκοτώνει.
Κανείς δεν τον είδε. Νύχτωσε και σα δε γύρισε με την ώρα του στις «Τέντες» βρήκαν αγνάντιο και ρίξανε φωνές. Αλλά μονάχα τον αντίλαλο της δικής των φωνής τους στείλανε πίσω οι ρεματιές κι οι πλαγιές.
Την άλλη μέρα φάγανε τα βουνά, ψάχνοντας, χουιάζοντας, ρωτώντας. Πάει αυτή η μέρα. Το βράδυ, που μαζευτήκανε στις «Τέντες», καθίσανε συλλογισμένοι, σκασμένοι και παιδεύανε το νου τους, τι να έπαθε. Δεν τους είχε τύχει άλλη φορά τέτοιο κακό. Χίλια βάνανε στο μυαλό τους και στο τέλος αποφασίσανε να ψάξουνε γκρεμό σε γκρεμό. Την άλλη μέρα περνώντας πέρα το μονοπάτι, ένας με το μαντρόσκυλο, τον ανακάλυψε μέσα στο νεροφάγωμα. Κανενός ο νους δεν τόβανε πως ήταν σκοτωμένος εκεί μέσα. Τον κουβαλήσανε –σηκωτό-στις «Τέντες» τόνε νεκροστολίσανε και τόνε θάψανε χωρίς παππά κάπου εκεί. Αυτό το μέρος το λένε και σήμερα «Τάφο», ένα όνομα που ποτέ δεν ποθήσανε οι σκηνίτες να ειπωθεί.
«Μας κατατρέχει ο τόπος» είπανε-μόλις τελειώσανε το θλιβερό έργο και ξεσηκώθηκαν. Άφήσανε το δασότοπο και πήγαν από εκεί που ήρθαν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΕΓΙΑΝΝΗΣ
«Μέσα στους λόγγους»
Σελ.78,79,80
Κάτω Στενή
Το 1790 οι κάτοικοι της περιοχής Σκουντέρι, εγκαταστάθηκαν στην Πάνω Στενή. Μετά την απελευθέρωση άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα πλέον πολλοί στην Κάτω Στενή, για να είναι κοντά στις καλλιέργειές τους. Πρώτη γειτονιά που φτιάχτηκε ήταν του Αγίου Αθανασίου όπου εκεί γινόταν το παζάρι και έφτιαξαν και το σχολείο. Αργότερα δημιουργήθηκε και η γειτονιά του Αγίου Ταξιάρχη από την ομώνυμη εκκλησία που ήταν για πολλά χρόνια το κοιμητήριο του χωριού. Σε αυτή την γειτονιά μεταφέρθηκε και το σχολείο.
Κάτω Στενή-Καμπιά
Στ(α) Αντρίτσα το Κοτρόνι: Αριστερά καθώς οδηγούμε στο δρόμο προς τα Καμπιά. Πεντακόσια περίπου μέτρα πάνω απ' το σπίτι του Αθανασίου Σιμιτζή. Το επίθετο «Ανδρίτσας» είναι από τα επίθετα της Στενής τα οποία έχουν χαθεί τουλάχιστον στο χωριό. Το επίθετο αναφέρεται στο Χρονικό της Στενής.
Περισσότερα: Τοπωνύμια Στενής