Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2021

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Αγάπη στον κρεμνό

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1913.

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Καθώς είχαμε ανεβεί επάνω στον Αι-Ταξιάρχη, εγώ κι ο Γιαννάκης του καπετάν Αργυρού, το Πετρὶ δεν το βρήκαμε εκεί, έλειπε.

Ο σύζυγός της, ο Γιάννης τ᾿ Πετριού, ανεψιός της Ζήσαινας, μας δεξιώθηκε στον κήπο.

Πατήσαμε πάνω στους τοίχους της στέρνας για να περάσουμε, εγώ κατέβηκα από τον τοίχο της στέρνας, που ήταν μισοχαλασμένος και του έλειπαν πέτρες. Από δω δεν είχε τίποτε το ολισθηρό, αν και πλάγια, διαγώνια, πατούσε κανείς με ασφάλεια επάνω της.

Επτά ή οκτώ βόδια έβοσκαν εκεί στο ψηλό λιβάδι, πάνω από την πρώτη αιμασιά. Τα ευλογημένα ζώα, καθώς κοιτάζουν με βλοσυρό και απλανές βλέμμα, μεγαλόμματα και με τα άτακτα κινήματα που κάνουν συχνά, είναι ικανά να τρομάξουν κάθε άνθρωπο. Γι’ αυτό χρειάστηκε να ανεβούμε πάνω απ΄ τη στέρνα, για να περάσουμε.

Οι βουκόλοι σας λένε: Μη φοβάστε, δε βαρούν. Καλά, μπορεί να μη βαρούν, αν και υπάρχουν πολλά παραδείγματα βοδιών με κέρατα, που ξεκοίλιασαν ανθρώπους. Αλλά πως θέλεις να ξέρει ο ξένος και άπειρος άνθρωπος, ο κάτοικος της πόλης ή το ασθενές πλάσμα, γυναίκα, ανήλικο παιδί, ότι είναι ακίνδυνα;

Στη μέση στενού αγροτικού δρόμου, ανάμεσα σε φράχτες, όπου συναντάς ξαφνικά τα πελώρια αυτά κερασφόρα, κάθε άνθρωπος πτοείται και ξαφνιάζεται. Και οι αγωγιάτες πάλι σου φωνάζουν: Πέρνα, δεν κλωτσά το μουλάρι.

Αλλά αυτό άνθρωπε, το ξέρεις εσύ, αν κλωτσά ή δαγκάνει, αγκαλά και συ πολύ βέβαιος δεν είσαι και υπάρχουν και κακές ώρες, όπως λέγεται. Αλλά γιατί να το δέσεις στο δρόμο με το κεφάλι προς τον ένα φράχτη, με την ουρά προς τον άλλο, σύρριζα;

Κλωτσά άραγε ή δαγκάνει;

Είδα μία φτωχή κόρη απλοϊκή, η οποία είχε το προνόμιο, όσο και αν γερνούσε, να φαίνεται πάντοτε σαν μικρή παιδίσκη, τη Ματώ, που όταν το γαϊδουράκι της είχε πηλαλήσει ένα πρωί, πάνω στο βουνό του Αι-Λιά, τρέχοντας να το φθάσει, το κτυπούσε συγχρόνως στα καπούλια και όταν δεν το έφθανε πλέον, άρχισε να το πετροβολάει.

Οι μάγκες της φώναζαν: Α, Ματώ, τρέχα να το φθάσεις και συγχρόνως έριχναν σαν χάλαζα από πέτρες όπισθεν του ζώου και της Ματώς. Όσο πετροβολούσαν οι μάγκες, τόσο έτρεχε το Ματώ, όσο έτρεχε το Ματώ, τόσο έφευγε το γαϊδουράκι. Τώρα, ποιο απ΄ τα δύο θρέμματα θα απέκαμνε πρώτο για να σταματήσει, το Ματὼ ή το γαϊδούρι;

Τούτο μου θύμισε τι είχα ιδεί πριν πολλά χρόνια, όταν επισκέφθηκα νέος τον Άθωνα. Εκεί, όταν διέμεινα επὶ εβδομάδες, στη σκήτη την Ξενοφωντινή, που βρισκόταν μισή ώρα δρόμο ψηλότερα από το ρωσικό μοναστήρι, γύρω στην καλύβα του Νήφωνος του Δοχειαρίτου, όπου φιλοξενούμουν - ήταν ο μακαρίτης πατριώτης μου και πιστός φίλος για εμένα - όλες οι γειτονικές μας καλύβες ανήκαν σε αλλόγλωσσους.

Κάθε καλύβα ασκητών, μικρή ή μεγάλη, έχει περιοχή ολόγυρα, αμπελώνα, κήπο, ελαιώνα. Μέσα δε έχει, μεταξὺ των κελιών της, ευκτήριο οίκο ή ναΐσκο. Πανωκέφαλά μας, προς ανατολάς, ήταν η καλύβα του παπα-Σεραφείμ, Βούλγαρου ή μάλλον Γραικοβούλγαρου. Αριστερά μας, προς βορρά, ήταν άλλος ιδιώτης, ο Σεραφείμ, Ρώσος, από κάτω μας, προς δυσμάς, ο Παΐσιος, Ρώσος και δεξιά μας, προς τα νότια, ο παπα-Ειρηναίος, άλλος Ρώσος. Όλοι αυτοί, εκτός του Βούλγαρου παπα-Σεραφείμ, δεν ήξεραν ούτε «κρα» ρωμέικα.

Κάθε Κυριακή και εορτή, όλοι οι ασκητές και πολλοὶ άλλοι και μοναχοὶ και αμόναχοι, κατέβαιναν στον Άγιο Παντελεήμονα, το ρωσικό μοναστήρι, όπου γινόταν πανδαισία, ως και διανομή αργυρών καπικιών. Καθώς είχε επιστρέψει από τη Μονή αυτή μία Κυριακή, λίγο πριν το μεσημέρι, ο παπα-Ειρηναίος, προ ολίγου δε είχε φθάσει και ο Νήφων ο ξενοδόχος μου, ένας ταύρος ή ευνουχισμένος ίσως (διότι οι Ρώσοι είχαν εισαγάγει, πλην άλλων νεωτερισμών και τα ζώα αυτά στο Άγιον Όρος), είχε πλησιάσει στην πύλη του κήπου της περιοχής του παπα-Ειρηναίου.

Η πύλη αυτή, όπως και όλες οι αυλόπορτες τον ασκητών, ήταν κατασκευασμένη, το μεν κάτω μέρος από σανίδες συμπαγείς, το δε επάνω από πήχεις ξύλων αραιά και άτακτα βαλμένες, με πολλά κενά και χάσματα. Το βόδι, άμα είδε ψηλούς και θαλερούς κλάδους μέσα από την πύλη, έβαλε το κεφάλι του μέσα.

Στο μεγαλύτερο χάσμα μεταξὺ των θυρίδων αυτών, των σταυροειδών ή στεροειδών, συνέβη να χωρεί ίσα-ίσα το κεφάλι του ζώου.

Ο ταύρος, αφού έβαλε το κεφάλι του, πιάστηκε εκεί σαν σε παγίδα και δεν μπορούσε πλέον να κουνηθεί μπρος ή πίσω.

Ο παπα-Ειρηναίος, απλοϊκός καθ᾿ όλα τα φαινόμενα, άμα βρήκε τον περίεργο επισκέπτη εκεί, φαντάσθηκε, σχεδόν όπως και το Ματώ, ότι αν κτυπούσε το ζώο πίσω στα γλουτά, θα σωφρονιζόταν, ώστε να βγάλει το κεφάλι από τη θυροπαγίδα. Είχε λοιπόν την ογκώδη οδοιπορική ράβδο του και με αυτήν άρχισε να κτυπά αλύπητα το ζώο στα οπίσθια και κτυπούσε και θορυβούσε και γελούσε και το βόδι εξακολουθούσε να έχει το κεφάλι μέσα στην παγιδοθύρα κι έμενε ακίνητο και μούγκριζε.

Ο Νήφων με φώναξε να ιδώ το θαύμα.

― Κοίταξε, μου λέγει, ο βλοημένος ο παπα-Ειρηναίος! με τις χτυπιὲς πιστεύει ότι θα ελευθερώσει την πόρτα του από το βόδι. Θαρρώ πως θα έκαναν ένα ζευγάρι και οι δύο.

Η πύλη του Ρώσου ιερέα, ήταν αντίκρυ της δικής μας αυλόθυρας.

Είπε ο Νήφων και συγχρόνως έτρεξε, πήδησε μάλλον, διήλθε τον στενό δρομίσκο και γελώντας έκανε νόημα στο Ρώσο να ησυχάσει.

Είχε μάθει ο ίδιος πέντε ή έξι ρωσικές λέξεις, τις οποίες, όταν είχε να κάμνει με Ρώσους εκεί τις χρησιμοποιούσε, προσπαθώντας και με διάφορα νεύματα να γίνει πιο κατανοητός.

―Ε, ότσιε Ειρηναίο, νιὲτ χαρός; χαρασό, χαρασό.

―Σκουζένιε, απάντησε ο Ειρηναίος.

Ο Νήφων έσκυψε μπροστά, πέρασε τα δύο χέρια του μέσα στο χάσμα, έπιασε τα δύο κέρατα, έσπρωξε το κεφάλι του ζώου προς τα κάτω, συνέστρεψε ελαφρά το λαιμό του, πέρασε τα κέρατα από το χάσμα έξω και ελευθέρωσε τον ταύρο, την πόρτα της περιοχής του παπα-Ειρηναίου και αυτόν τον ίδιο.

Ο Ρώσος ευγνώμων, τον κάλεσε στην οικία να τον κεράσει τσάι. Όταν επέστρεψε, μου είπε: «Άμα πιείς τσάι από Ρώσο καλόγηρο, πρέπει να αναποδογυρίσεις ύστερα το τάσι αφού το πιείς, αλλιώς, θα εξακολουθεί να σου το γεμίζει ως το πρωί».

* * *

Όλα αυτά, τα αναπολούσα το πρωί εκείνο στον Άιν-Ταξιάρχην, άμα είδα το βουκολιό εκείνο, το οποίο μας ανάγκασε να κάνουμε καμπύλη, επάνω σε στέρνες και αντηρίδες, για να περάσουμε.

Αλλά επειδή γιόρτασα τα γενέθλιά μου εσχάτως, την 4η Μαρτίου, ας μου επιτραπεί ακόμη μία παρέκβαση.

Πριν την εποχή εκείνη, στην καμπή και την κλιτὺν του βίου μου, ένα απομεσήμερο, στα κάτω της οδού Ερμού, πάνω από τους Αγίους Ασωμάτους, ένα λεωφορείο του τροχιόδρομου ανέβαινε. Δέκα βήματα εμπρός από τα κεφάλια των αλόγων, ένα γαϊδουράκι διέσχιζε τη γραμμή, φορτωμένο χόρτα, όπως λένε στην Αθήνα, δηλαδή, αγριολάχανα φαγώσιμα.

Έφερε ένα σάκο, γεμάτο διάπλατα επὶ του σαμαριού κι η Βλάχα ακολουθούσε με τη βέργα της τρία βήματα πίσω. Συνέβη, ίσως γιατί λύθηκε το στόμιο του σάκου ως κάτω, κινδυνεύοντας να πέσουν και να σκορπιστούν λίγα λάχανα πάνω στη σιδερένια τροχιά.

Το γαϊδουράκι το καημένο, σαν να είχε πέσει το έρμαιο τούτο απ΄ τον ουρανό και όχι από την ἰδια την πλάτη του, στάθηκε και άρχισε να αρπάζει με το ρύγχος του τα δροσερά χόρτα και να τα μασά ηδονικά, με μακάρια προσήλωση και αδιαφορία αν ερχόταν ή δεν ερχόταν το λεωφορείο κατεπάνω του.

Η γριά η Βλάχα, έτρεξε επάνω στα σίδερα της γραμμής, για να τα μαζώξει, να τα γλυτώσει από την όρεξη του ζώου και να τα βάλει πίσω στο σάκο, με την ιδέα να τα μοσχοπουλήσει, σαν να μην έβλεπε το φοβερό όχημα με τα τρία λιπόσαρκα άλογα, που ερχόταν τριζοκοπώντας καταπάνω της.

Ο οδηγός, γελώντας και θυμωμένος, μετά βίας μόλις κρατούσε τα άλογα και φώναζε αυτός, φώναζαν γελώντας και οι πεζοί διαβάτες προς τη γριά - ενώ οι επιβάτες του λεωφορείου είχαν σηκωθεί και κοίταζαν σκύβοντας να ιδούν τι συμβαίνει - να σπεύσει να εξέλθει από τη γραμμή αυτή και το ζώο της. Αλλά το γαϊδουράκι αδιαφορούσε για όλα, η δε γριά θυσίαζε το γαϊδούρι, θυσίαζε και τον εαυτό της, μόνο τα λάχανα ήθελε να σώσει. Τέλος, μετὰ πολλά κατορθώθηκε να φύγει η Βλάχα και το υποζύγιο και να εξακολουθήσει η άμαξα το δρόμο της.

* * *

Όσον αφορά τα επτά βόδια, τα οποία συναντήσαμε την εσπέρα εκείνη στο ύψωμα του Ἁι-Ταξιάρχου, αυτά ήταν βόδια επίδικα και βόδια πολυδιήγητα. Ο Γιάννης του Θεοδόση της Κυπαρισσώς, προ τεσσάρων ή πέντε ετών, είχε αγοράσει ένα ζευγάρι με χρήματα δανεικά, τα οποία είχε «σηκώσει» απ΄ τον κυρ-Μακούκον, τον τραπεζίτη ή τοκιστή του τόπου. Τα ζώα γεννοβόλησαν κι αυξήθηκαν, ώστε έγινε οικογένεια με τέκνα και μ᾿ εγγόνια μέχρι τότε.

Αλλά επειδή ο Γιάννης της Κυπαρισσώς, δεν είχε κατορθώσει ένεκα της αφορίας, της θεομηνίας, των καρπών ή και ένεκα της δικής του αναξιότητας, να πληρώσει ακέραιους τους τόκους των τριών ετών στον κυρ-Μακούκον, αυτός επιχείρησε κατάσχεση και ήθελε να «εκποιήσει» τα ζώα για να λάβει τόκους και κεφάλαιο.

Έπειτα, οι δικολάβοι του τόπου συμβούλεψαν το Γιάννη, περιήλθε δε σε στάδιο «προδικαστικών μέτρων», στρεψοδικιών, εικονικών μεταβιβάσεων κτλ., όπως πάντοτε συμβαίνει. Τέλος, η «δικαιοσύνη της πατρίδος», ας ήταν και κόσμημα «αποκαθαρμένης», όχι ράκος, όπως λέγει ο Προφήτης, περιήλθε σε αμηχανία και δεν ήξερε ποια απόφαση να βγάλει. Προς το παρόν ήταν κάτοχος μεν ο Γιάννης του Θεοδόση, ο δε κυρ-Μακούκος εθεωρείτο κύριος των βοδιών.

Την ώρα που είδαμε να ποτίζονται στη βρύση του Ἁι-Ταξιαρχιού, θαύμασα την ακμή, όπως και την γενεά των ζώων τούτων. Ο ένας ταύρος, ο μεγάλος, ήταν τεράστιος, σπάνιο δείγμα. Ήταν ξανθοκόκκινος, γενναίος, υψιτράχηλος και είχε αληθινό μεγαλείο στο στάσιμό του.

Η αγελάδα η πρώτη, ήταν εφάμιλλη με τον επιβήτορα κατὰ το μεγαλόστομο και την ακμή. Πελώρια ήταν η λεκάνη και οι λαγόνες, οι δε μαστοί της σφιχτοί λικνίζονταν με χάρη στο βάδισμά της.

Η δεύτερη αγελάδα και ο ταύρος, μικρόσωμοι ακόμη, φαινόταν ότι θα αποκτούσαν παρόμοια ευρωστία στη μέλλουσα ακμή τους.

Μία δαμάλα ωραία, ξανθοκόκκινη, όπως ο μεγάλος ταύρος, μόλις έψαυσε τη θηλή και πηδούσε χαρούμενη γύρω από τους θάμνους κάτω από τη στέρνα, δύο δε μόσχοι τρυφεροί, ο ένας λευκόχρωμος, ο άλλος σκουρόχρωμος, σκιρτούσαν κι έπαιζαν γύρω από τα πίσω πόδια της μητέρας τους.

Τέλος, υπήρχε αρμονία και κάλλος στο βουκολιό τούτο, η οποία σπάνια υπάρχει και σε οικογένεια ανθρώπων από οίκο ευγενικό.

Τα πτωχά ζώα ούτε καν υποπτεύονταν πόσοι αγώνες δικαστικοί, πόσα συμβόλαια, αγωγές, προτάσεις, κλητήρια, επιδόσεις, «πρώται γνωστοποιήσεις πλειστηριασμού», ανακοπαί, εκκλήσεις, γίνονταν επὶ της ράχης και του τραχήλου τους, πόσα δε άρθρα της δικονομίας και του κώδικος σύρονταν, στρεβλούνταν και διεστρέφονταν επάνω απ΄ τα κέρατά τους.

***

Ο ναΐσκος του Αρχαγγέλου πρόβαλλε λευκός, αφελής, κάτω απ΄ την απότομη κορυφή του βουνού, κατά πρόσωπο του φρυδιού του όρους, ανά την πλαγιά την ελαιόφυτη, πάνω απ΄ τη χαριτωμένη κοιλάδα, το ιερό βήμα με τη μικρή χιβάδα του, προέκυπτε σαν μέτωπο αγνό και θείο και απ᾿ αυτό το ιερό βήμα, στα πόδια της χιβάδας, ανέβλυζε η πλούσια δροσερή βρύση.

Σχεδόν κάθε ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, έχει μία βρύση αναβλύζουσα.

Το αίτιο το λέγει ο Συναξαριστής (Σεπτεμβρίου 6). Αλλά όποιος διαβάσει την ιστορία του Ελληνικού Αγώνος, του φιλέλληνα στρατηγού Γόρδωνος, θα μάθει από ξένο αξιόπιστο μάρτυρα τι συνέβη στο Ανατολικό, όχι μακριά από το Μεσολόγγι, όταν οι πολιορκούμενοι Έλληνες λιποψυχούν από έλλειψη νερού.

«Βόμβα δε πέφτοντας και κτυπώντας στον τοίχο των Αγίων Ασωμάτων, έκαμε να αναβλύσει άφθονος πηγή κρύου νερού από τα θεμέλια του ναού του Αρχαγγέλου. Και οι γενναίοι έλαβαν θάρρος και δεν συνθηκολόγησαν.»

Κατεβήκαμε στον κήπο, ο οποίος θα είχε πολὺ περισσότερη χάρη και δροσιά, αν δεν έλειπε το Πετρί. Η Μαριὼ, (το Πετρὶ), είχε μεγάλη ιστορία. Είχε νυμφευθεί προ χρόνων, δεκατριών ετών παιδίσκη, ένα Ρώσο ή Ρουμάνο από τη Βεσσαραβία, θαλασσινό, ο οποίος ναυτολογημένος σε ελληνικό σκάφος, ερχόμενος στα μέρη αυτά, συνάντησε τη Μαρία, εγκαταλελειμμένη ορφανή και την ερωτεύθηκε. Στεφανώθηκαν, συνέζησε λίγους μήνες μ᾿ αυτήν, έπειτα ξενιτεύτηκε, πήγε με ξένα καράβια και δεν γύρισε πλέον.

Ευτυχώς η Μαριώ, όταν ηλικιώθηκε, ελεύθερη πια και ικανή να ρυθμίζει τα του εαυτού της, επειδή, όπως λέγεται, «της χήρας το τάξιμο πάντοτε πιάνεται», όχι όμως και της πανδρεμένης, ούτε της κόρης, κατὰ τον μωσαϊκό νόμο, έταξε κι αυτή, αν εύρισκε δεύτερο άνδρα, να τον πανδρευτεί. Και βρήκε μετ᾿ ου πολὺ το Γιάννη, ανεψιό της Ζήσαινας και τον πανδρεύτηκε. Ο Γιάννης ήταν καλός και πρόθυμος άνθρωπος, κηπουρός, δουλευτής και κτηματίας.

Τέκνα δεν είχε γεννήσει το Πετρί, από τους δύο γάμους. Μόνον ένα ψυχογιό είχαν αποκτήσει εσχάτως κι εκείνος τους έφυγε.

Στον κήπο ήταν ο Γιάννης και μας υποδέχθηκε πολύ καλά.

Μας πρόσφερε αγγούρια, κεράσια και τζάνερα και ήπιαμε τρεις γύρους αγνό ρακί, της ίδιας κατασκευής του κηπουρού. Στα βουνά των μερών τούτων, το «τσίπουρο» πίνετε σα νερό και πρέπει να έχει κανείς ισχυρή θέληση για να φτάσει μέχρι του «τρισσεύσατε και ετρίσσευσαν» και να το διακόψει. Αλλά εγώ και ο φίλος μου, ξέραμε ότι το τσίπουρο είναι «κακό θεμέλιο για το κρασί» και για προφύλαξη, όχι από εγκράτεια, φυλαχτήκαμε.

Ήταν εκεί τρεις γυναίκες, αδελφές. Η μία είχε βρέφος στην αγκαλιά, οι δύο ήταν κόρες. Η πρώτη μας είπε:

― Είμαστε Φραγκούλαινες. Εγώ είμ᾿ η γυναίκα τ᾿ Παναγή τ᾿ Κουμπή. Αυτὲς είναι αδερφάδες μου. Θα μας έρθει το πρωί ο Παναγής και το Πετρί, μαζὶ θα έρθουν. Θα λειτουργήσουμε τον Άιν-Ταξιάρχη. Βοήθειά τους. Ήταν μακρινές συγγενείς μου.

― Γενιά μου από σόι κι από αράδα είσθε και σεις. Χαίρομαι.

― Να κοπιάστε απάνω στο χαγιάτι, μαζὶ να φάμε, είπε ο Γιάννης ο ιδιοκτήτης του κήπου.

― Ευχαριστούμε, είπα εγώ και ως από μέρους του συντρόφου μου, επειδή ήξερα, πως ήταν ενδόμυχα σύμφωνος. Εμείς θα το στρώσουμε εκεί κάτω, σ᾿ εκείνη την παραγκίτσα που μας αρέσει πολύ και να κοπιάσεις να μας κάνεις συντροφιά, να πάρεις και μεζέ, όταν ευκαιρήσεις.

―Όπως αγαπάτε.

Τὸ «χαγιάτι» του εξοχικού οικίσκου, ήταν απλωταριά ανοικτή, στεγασμένη, σχεδόν μεγαλύτερη στην έκταση από το τειχιστὸ οίκημα. Εκεί διανυκτέρευαν το καλοκαίρι φιλικές οικογένειες, όταν ανέβαιναν για δύο ή τρεις ημέρες εξοχικής διαμονής, συνήθως μετά από λειτουργίες στο ναό του Ταξιάρχου. Εκεί θα διανυκτέρευαν οι τρεις αδελφές, ο δε Γιάννης κοιμόταν, όπως ήταν φυσικό, στο ύπαιθρο.

Η παραγκίτσα, την οποία ονόμασα, ήταν είδος ταράτσας ξύλινης,

με τέσσερις στύλους στις γωνίες, εκ των οποίων οι δύο σείονταν επαισθητά, με στέγη από φύλλα και χόρτα και με λικνιζόμενο πάτωμα. Είχε τόση έκταση, όση αρκούσε για τους δυο μας να καθίσουμε με άνεση, να δειπνήσουμε και έπειτα να κατακλιθούμε.

Αλλά ήταν κτισμένη σε μέρος απότομα κατηφορικό, όπως ήταν κατηφορικός στην πλαγιά του βουνού όλος ο κήπος και από την ανατολική πλευρά της κι εκεί άρχιζε κρημνός.

Κουβαλήσαμε τη μικρή αποσκευή και τις προμήθειές μας. Είχαμε μεγάλο μπούτι με σκόρδο (ήταν δε η εβδομάδα της Πεντηκοστής, Ιουνίου 5) τυλιγμένο, ζεστό ακόμη από το φούρνο, κεφτέδες από βοδινό, τηγανιστή συναγρίδα και πέρκες. Δώσαμε μέρος από όλα αυτά στο Γιάννη και τις γυναίκες, εκείνος δε μας έστειλε νωπό τυρί και καλάθι γεμάτο από φρούτα.

Ήλθε ο Γιάννης, να μας κάμει συντροφιά στα επιδόρπια. Αδειάσαμε τη μία από τις δύο φλάσκες που είχαμε, τη μικρή, αφήνοντας τη μεγάλη για αύριο, αφού επρόκειτο να επεκτείνουμε την εκδρομή.

Θα γυρίζαμε αύριο, πέντε ή έξι ώρες καβάλα, σε διάφορα μέρη του νησιού. Δυστυχώς ο Γιάννης, απλοϊκός, μας χάλασε λίγο το κέφι. Κάποιος άλλος Γιάννης, που διέμενε στο Πὸρτ-Σαΐδ, έλεγε ότι του είχε αποπλανήσει το κοπέλι που είχε, τον παραγιό του και τον πήρε μαζί του στην Αίγυπτο.

Ο Γιαννάκης τ᾿ Αργυρού, ο φίλος μου, διέμενε και αυτός από χρόνια περὶ το Σουέζ, στην Ισμαηλία και ήταν ονομαστός πιλότος της Γαλλικής Εταιρείας, έχοντας αποδοχές ίσες περίπου με τις του Πρωθυπουργού της Ελλάδος, είχε δε έλθει τότε με άδεια στην πατρίδα. Ο Γιάννης τ᾿ Πετριού, Γιάννης αυτός, συνέχεε τον άλλο Γιάννη του Πὸρτ-Σαῒδ με τον καπετὰν Γιαννάκη τον παρόντα και έτσι δι᾿ αλλόκοτου παραλογισμού γινόταν στον εγκέφαλο του αληθινός χορός Γιάννηδων.

Ευτυχώς ο φίλος μου, ευγενής και ιπποτικός μεταξὺ όλων των πατριωτών μας, δεν τον συνερίστηκε. Άλλωστε θα ήταν δεινό το πράγμα, αν έλειπε η μακροθυμία και το μεγαλόψυχο του φίλου μου. Ο Γιάννης τ᾿ Πετριού ήταν πράγματι άξιος πολλού και βαθιού οικτιρμού για την παρανόηση.

Τέλος, μας άφησε την καληνύχτα του και έφυγε να κοιμηθεί.

Μείναμε μόνοι μας κι εδέησε να ανοίξουμε τη δεύτερη φλάσκα, για να λησμονήσουμε το δυσάρεστο γελοίο.

Έπειτα είχαν περάσει τα μεσάνυκτα και ήταν καιρός να κοιμηθούμε.

Το μικρό ξύλινο δώμα, ήταν στο χείλος του κρημνού κι εσείετο όλο. Κάτω από το πάτωμα διερχόταν το αυλάκι του νερού, μικρός κλάδος της πλούσιας πηγής των Αγίων Ταξιαρχών και με έθελγε το κελάρυσμα και το μουρμούρισμα του νερού, υπό το αυτοσχέδιο προσκέφαλό μου, το οποίο αποτελείταν από μεγάλη πλακαρή πέτρα και το ένδυμά μου διπλωμένο επάνω της. Μου θύμιζε κάποιους παλιούς άγνωστους στίχους, όπως τους εξής:

«Ξύπνα, τα ρυάκια σέρνουν

τὸ νερό μουρμουριστά,

και τα δένδρα σειούνται, γέρνουν,

κι η ψυχή μου πως βαστά;»

Δένδρα και θάμνοι και χόρτα ψηλά, χλοερά ακόμη, γιατί φαινόταν σαν να ήταν Μάιος και είχε παραταθεί η άνοιξη, ένεκα των πολλών βροχών και χιόνων, μας περικύκλωναν εκεί στην περιστατική κλίνη μας της νύκτας εκείνης. Κισσοί και περιπλοκάδες αναρτιόνταν γύρω από τη στέγη μας, κλήματα ανέρχονταν περιπτυσσόμενα τους κλάδους των δένδρων. Φαινόταν η φωλιά εκείνη, σαν άλλη αιώρα ή κούνια, τόσο λικνιζόταν κανείς, ξαπλωμένος εκεί. Την ώρα που κατακλιθήκαμε, ο Γιαννάκης μου είπε, καθότι τον προκαλούσε κάπως τερπνά το είδος εκείνο του ξύλινου δώματος:

― Του Πετριού θα είναι το σχέδιο χωρὶς άλλο.

Πλάγιασα εγώ κατὰ τον κρημνό κατὰ μήκος κι έπεισα το φίλο μου να κοιμηθεί από το μέσα μέρος, επειδή ήξερε κι αυτός το ελάττωμά του. Είχε συνήθεια κατά τον ύπνο, να κυλιέται πάνω στα χόρτα. Διότι είχαμε κάμει μαζί πάμπολλες εξοχικές εκδρομές κατὰ τα καλοκαίρια, ανά τρία έτη, όταν είχε αυτός τρίμηνη άδεια απουσίας από την Εταιρεία του Σουέζ και συνέπιπτε να έλθω κι εγώ το καλοκαίρι στη μικρή νήσο μας, είχε, λέγω, συνήθεια να τανιέται, ν᾿ αναστενάζει, να μουρμουρίζει μέσα στον ύπνο του, να παραπέφτει και πολλές φορές έτυχε να κοιμηθούμε το απομεσήμερο κάτω από πλάτανο ή πεύκο και τη νύκτα υπό τα άστρα και τη σελήνη και όταν τὸ μέρος ήταν ολισθηρό, τον έβλεπα άξαφνα να κείται δέκα μέτρα πιο κάτω, πότε ανάσκελα, πότε απίστομα, πάνω στα χόρτα και τα χαμολούλουδα.

Υπομονή, αν ο κατήφορος ήταν πλαγινός. Αλλά εάν ήταν απότομος, θα μπορούσε να κακοπαθήσει και να μωλωπισθεί ο άνθρωπος. Αυτό το ιδίωμά του το ήξερα και κάποτε είχα αγρυπνήσει να τον φυλάγω. Τώρα δε, επάνω στο ιδιόρρυθμο ικρίωμα, όπου κοιμόμασταν, εάν κατρακυλούσε κατὰ τον κρημνό, αλίμονο! κι εγώ θα μπορούσα να το πάθω, διότι δεν είχαμε πιει λίγο. Αλλά μας φύλαγε, αν είχε αποστεί από εμάς, αλλά ήταν σιμά εκεί στον πενιχρό ναΐσκο του, ο θείος και αγαθός άγγελος - αλλιώς θα ήταν φόβος και κίνδυνος.

Τέλος πέρασε η νύχτα θεσπέσια, με όλα τα μικρά δυσάρεστα, κάτω από τα άστρα. Δροσερός άστατος άνεμος φυσούσε από καιρού εις καιρόν και ελαφρά σύννεφα σκέπαζαν το φεγγαράκι, το οποίο είχε αρχίσει μόλις να μικραίνει.

Η Πεντηκοστή γίνεται μεταξὺ της όγδοης και της δωδέκατης ημέρας της σελήνης. Σηκωθήκαμε, νιφτήκαμε και δροσισθήκαμε. Ο Γιάννης ήλθε φαιδρός και είπε:

―Όπου είναι, θα φθάσει τώρα το Πετρί κι ο παπάς τώρα ήρθε απ᾿ το μοναστήρι για να λειτουργήσει.

Πιστεύω ότι είχε λησμονήσει ολοσχερώς την περίεργη ιστορία, την οποία μας είχε διηγηθεί τη νύκτα, σχετικά με τον παραγιό του και τον άλλο Γιάννη, ο οποίος τον είχε αποπλανήσει και του «είχε σηκώσει το μυαλό, για να γυρεύει κι αυτός ξενιτιές και καζάντια κι ερημιές και σκοτεινιές κι έτσι πλιά πάει το παιδί, σουρτούκεψε. «Ηρ πρωήρ, καθάρια τραμουντάνα».

Μας διηγήθηκε δε τότε μεταξὺ του καφὲ με το γάλα, του αγγουριού, της ρακής και του τσιγάρου, τα επόμενα:

― Πιστεύω, περάσατε καλά πόψε, τ᾿ αδέρφια. Δεν έχει κανεὶς τόπο και μήδε τρόπο, το έρμο, για να φιλέψει με τσεριμόνια, κατὰ πως πρέπει, τέτοια προσώπατα, σαν ελόγου σας, που είστε, πάει να πει, το καμάρι του χωριού μας. Αυτό το τσαρδάκι, το λοιπόν, θα μου πείτε, πως μου ήρθε να το φτιάσω; Από καπρίτσιο της γυναίκας μου. Το βλέπετε που στέκει και σειέται και λυγιέται, επάνω στο χείλος του γκρεμνού.

Είχε αδυναμία το Πετρὶ, να έρχεται να περνά την ώρα της εδώ, ανάμεσα στα δενδράκια και τα σκιάζουρα αυτά (έδειξε δύο σκιάχτρα, τα οποία είχε ανεσταυρωμένα επὶ πασσάλων, αντιφάρμακα κατὰ των ορνέων), και συχνά έφτιανε κούνια, η απόκοτη και της βαστούσε να κουνιέται ψηλά εδώ, σύρριζα στον κρεμνό.

Όλη νύχτα είχα το νου μου, πως θα περάσετε απόψε που φυσούσε κι αεράκι, γιατὶ αυτό εδώ είναι σαν κούνια και κουνιέται, βλέπετε, όπως κουνιόταν το Πετρί, όταν της κατέβαινε να κάμει κούνια.

Της έλεγα: «Μα, ψυχή μου, τώρα δεν είσαι πλιά όπως ήσουν έναν καιρό, μικρή και μικροπαντρεμένη. Τώρα είσαι νοικοκυρά με διπλό στεφάνι».

Μου λέει: «Κάμε μου ένα τσαρδάκι εδώ, μικρούτσικο, όμορφο, με τα ξύλα χαλαρά, που να κουνιέται λιγάκι, να κοιμάμαι εδώ το μεσημέρι, να μη γυρεύω και παιδεύομαι να κάμω κούνια, κάθε δύο, κάθε τρεις μέρες, που θα μού ᾽ρθει το κέφι, να με βγάλεις απ᾿ τον κόπο, να σ᾿ αγαπώ».

Σαν μου είπε “να σ᾿ αγαπώ” - αγάπη χωρὶς πείσματα, λέει, πώς το λένε το τραγούδι; - αποφάσισα κι εγώ κι έκαμα αυτό το πραματάκι και το στέγασα καλά από πάνω, για να μη μου παραπονιέται το Πετρί. Είπα μαθές, τώρα, δόξα σοι ο Θεός, σιγουράραμε, δεν είναι φόβος μην πέσει απ΄ την κούνια και κυλιστεί κάτω στον κρημνό και σκοτωθεί, η αγάπη.

Αχ! που να τό ΄ξερα!

Ως τόσο, θα το πιστεύατε και σεις;

Φαίνεται, σ᾿ αυτόν τον κόσμο, όσο σιγουράρει κανείς, τόσο περίκουλος βρίσκεται. Καταλαχού, ένα απομεσήμερο, καθώς την είχε πάρει ο ύπνος εδώ, δεν ξέρω πως έκαμε, ξαφνίστηκε, άτυχα της ήρθε και πέφτει κατακέφαλα στον κρημνό. Αχ! ο Άις-Ταξιάρχης μας λυπήθηκε κι είπε: δεν είναι καιρός να πάρω την ψυχή της ακόμα.

Καθώς έπεσε κι έβαλε μια φωνή και την άκουσα, ωχ! Θέ μου, μες στον ύπνο μου, είχα αποκοιμηθεί εκεί, ανάμεσα στις δύο κολώνες της απλωταριάς του σπιτιού, που βλέπετε κει απάνω. Ο καλός άγγελος με ξύπνησε. Ξαφνίζομαι, σηκώνομαι, τρέχω, τι είναι, Θέ μου; Ταμάιμα τρέχω, ντουγρού, κατάλαβα, η αγάπη είχε πέσει στον κρεμνό.

Δε στοχάστηκα, δεν απείκασα τίποτε, δεν αγροίκησα, μόν᾿ έκαμα το σταυρό μου και ρίχτηκα με τα μούτρα κάτω στον κρεμνό μονοκοπανιά, στην πλαγιά κάτω. Ελαφρά, ελαφρά, με τα τσαρουχάκια μου πατούσα, κρατιόμουνα απ΄ τα κλαδιά, απ΄ τα χορτάρια, απ΄ της κόχες του γκρεμνού, απ᾿ ότι εύρισκαν τυφλά τα χέρια μου, απ΄ τις κοτρόνες, απ᾿ τα στουρνάρια.

Το Πετρὶ είχε κυλιστεί δεκαπέντε οργιές κι ήταν τ᾿ απίστομα κει κάτω που βλέπετε, στον όχτο, μες στο ρέμα. Ζωντανή, λαβωμένη, πεθαμένη; Ένας Θεός τό ᾽ξερε. Ξερή, κούτσουρο, δαυλί, δεν την έβλεπα να σειέται μήτε να κουνιέται. Που είναι οι κούνιες σου αγάπη μου και που τα κουνήματά σου, που μού ᾽θελες κούνια και τσαρδάκι κουνιστά στον κρεμνό. Κατεβαίνω, πατώ, πιάνομαι, ήθελα νὰ τρέξω, για να πάρω την απόφαση γλήγορα, ανίσως ήταν λαβωμένη ή νεκρή, σακάτισσα ή λιγωμένη. Πώς να τρέξω χωρὶς να γκρεμιστώ; Και δεν μου έπρεπε να γκρεμιστώ τάχα; Καθώς τὸ συλλογιζόμουν, ταμάιμα, χάνω το κλαδί, χάνω το στουρνάρι και πέφτω και κυλιέμαι κατακέφαλα κάτω στο ρέμα.

Θυσία θα πήγαινα μαζὶ με την αγάπη. Καθώς κυλίστηκα, θα το πιστέψετε; πήγα, όχι εγώ, με πήγε ο Άγγελος που μ᾿ εφύλαγε, ο πόνος που με κυβερνούσε, ο Θεός που έστειλε τον πόνο, έστειλε και τον άγγελο και βρέθηκα σε μια στιγμή μέσα στην αγκαλιά της αγάπης. Πώς έγινε αυτό κι εγώ δεν αγροίκησα. Να βρεθώ μονοκοπανιά στην αγκαλιά της! Κι ενώ πρωτύτερα την έβλεπα πως ήταν τ᾿ απίστομα, πως γύρισε απ΄ τὸ ένα πλευρό και βρέθηκα στην αγκαλιά της;

«Το Πετρὶ δεν είχε βαρέσει, ήταν μόνο λιγοθυμισμένη, αν εβάρεσε και κάπου, δεν τό ᾽λεγε. Εγώ είχα βαρέσει και καλά, στο χέρι, στο πλευρό, στο κεφάλι, μα δεν αγροικούσα τον πόνο. Και μείναμε μουδιασμένοι ώρα πολλή, αγκαλιαστά, στη δροσιά, μέσα στο ρέμα κι αναστενάζαμε και δε λέγαμε τον πόνο μας. Αχ, πως σας φαίνεται αυτό; Όσα χρόνια κι αν ζήσω, δε θα το ξεχάσω».

― Και δεν είναι για ξέχασμα, Γιάννη, είπε ο Γιαννάκης τ᾿ Αργυρού. Αυτό είναι για να περάσει στα χρονικά και θαρρώ πως θα περάσει.

Δεν έριξε βλέμμα προς εμένα ο Γιαννάκης, ενώ έλεγε αυτά.

Δεν καταδεχόταν να «εννεύῃ οφθαλμώ μετὰ δόλου», αλλά τα «βλέφαρά του ένευον δίκαια και οι οφθαλμοί του έβλεπαν ορθά».

Και όμως αυτό που είχε πει, επαλήθευσε.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου