Παρασκευή, 20 Μαϊος 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Τα Δύο κούτσουρα

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1904

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Ω, πόσες αναμνήσεις του παλαιού καιρού τρέφει το παμπάλαιο εκείνο σπιτάκι, σχεδόν ισόγειο με τα δύο δωμάτιά του, από τη μία και την άλλη μεριά, με το διάδρομό του στη μέση, που έχει ως δάπεδο το χώμα της γης, με το σκοτεινό του δωμάτιο πάρα μέσα, το θεμελιωμένο κατά το πλείστον επάνω σε ριζιμιούς βράχους και πάνω από τη στέγη του οποίου υψώνονται τα Κοτρόνια, ο φαιός πετρόλοφος, που έχει την κορυφή ψηλά και επιστέφεται από το ναΐσκο του Αγίου Νικολάου, του οποίου η κανδήλα φέγγει όλη τη νύκτα, σαν παρήγορος πυρσός στους εισπλέοντες ναυτικούς, στις εσοχές δε των βράχων φωλεύουν χίλιες γλαύκες και άλλα θρηνωδούντα νυκτερινά όρνια.

Στα βάθη του κρυψώνα εκείνου, κοπίαζε παλαιά ο μαστρο-Στέργιος ο Μπεκιός, πελεκώντας και ροκανίζοντας τα στραβόξυλα, την καρίνα και τα μαδέρια των λέμβων και μαούνων και ακατίων, όσα σκάρωνε έπειτα έξω στο ύπαιθρο, μπροστά από τη μικρή οικία, εργαζόμενος ανένδοτα, αυτός και οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του, ο Αλέξης και ο Γώγος.

Μπροστά, έξω από την πόρτα, ήταν κτισμένη πλατιά πεζούλα και δίπλα σ΄ αυτήν, βράχος βαθύρριζος ανερχόταν ως το παραθυράκι της οικίας, δεξιά προς νότια, στο δωμάτιο το οποίο κατείχε η οικογένεια.

Αριστερά, στο άλλο απεριποίητο δωμάτιο, το υγρό και σκοτεινό και γεμάτο από ιστούς αράχνης και από βλατούδες και σαρανταποδαρούσες και άλλα ζωύφια, στεγαζόταν η γριά-Μπεκιοΐνα, πρώην καλούμενη Μερκλίνα, η μάννα του μαστρο-Στέργιου.

Η γριά, τον περισσότερο καιρό καθόταν και λιαζόταν έξω, στην πεζούλα, μπροστά από την πόρτα, αποκάτω στη μεγάλη μουριά ή συκαμινιά, που υπήρχε ακόμη προ λίγων ετών και η οποία κατέπεσε τώρα τελευταία όπως θα δούμε. Καθισμένη κρατούσε τη ράβδο της, θλιβερή και μονότονη και δεν έπαυε να βογγά και να στενάζει.

Ω, το βογγητό της εκείνο! Ως φαίνεται, ο Θεός την είχε σπλαχνισθεί και το τελευταίο εκείνο ψυχομαχητό το άφευκτο για όλους (ω! φευ!) αραιώθηκε, τρόπον τινά και διανεμήθηκε γι αυτήν σε διάστημα δέκα χρόνων και πλέον, «κρίμασιν οις οίδε Κύριος!»

Ω! το βογγητό εκείνο της γριάς άρχιζε ή μάλλον αναγεννιόταν διαρκώς κάθε πρωί κι έπαυε ή μάλλον δεν έπαυε, προς «όρθον βαθύν!» Αλλά δεν είχε πάντοτε την ίδια ένταση.

Συνήθως, καθώς καθόταν η γριά να λιάζεται στην πεζούλα ή να σκιάζεται κάτω από τη μουριά, κατά την ώρα του έτους, το βογγητό της τούτο επιτεινόταν άμα έβλεπε διαβάτη άνδρα ή γυναίκα, οικείο ή ξένο, από πενήντα βήματα, να πλησιάζει.

Τότε ο γογγυσμός της, προσλάμβανε σφοδρότητα τριπλάσια και πυκνότητα. Και αν, μετά το χαιρετισμό, ο περαστικός είχε περιέργεια να σταθεί για να ρωτήσει τη γριά ή όταν συνηθέστερα αυτή του απέτεινε το λόγο κι αν ήταν γνώριμος κι αν ήταν ξένος, τότε η γερόντισσα άρχιζε να διεκτραγωδεί τα προβλήματα και βάσανά της.

-Ξενάκ' είσαι, γυιόκα μ'; ρωτούσε αν έβλεπε κάποιο νεότερο, έστω κι εντόπιο, τον οποίο δύσκολα αναγνώριζε. Αχ! δεν ξέρεις τι τραβώ.

-Τι έχεις μαννού; ρωτούσε ο διαβάτης.

-Τι να' χω, παιδί μου; Να, κανείς δεν μου φταίει. Αυτό το κουνέτο, η νύφη μου...

Συνήθως η Μερκλίνα έλεγε ότι όλος ο κόσμος της φταίει, πρώτον, ο γιος της, η νύφη της, τ' αγγόνια της, έπειτα οι ανεψιάδες, οι γνώριμοι, οι γειτόνισσες, κτλ. Αλλά πάλι εύρισκε ελαφρυντικές περιστάσεις για όλους τους άλλους και μόνο κατά της νύφης της εξέφερε την καταδίκη ανέκκλητη.

-Κείνος ο προκομμένος, ο γιος μου... τα παιδιά του... δε βαστάει η ψυχή μου να τους βλαστημήσω...

Είναι αλήθεια ότι τους βλασφημούσε και συχνά μάλιστα, αλλά τώρα φιλοτιμείταν να φανεί ευπρόσωπη προς το διαβάτη.

-Κείνο το γυφτοκόνισμα, το κουνέτο, το ξόγανο... κείνο το ανείδεο, το ξωθικό, παιδάκι μου... τον έκαμε το γιο μου «μπε κι ο...»

Ακουσ' εμένα που σ' λέω... τον έκαμε «μπε κι ο!»

Με το να επαναλέγει επιμόνως τούτο η γριά Μερκλίνα, παρείχε σε πολλούς την υπόνοια ότι και αυτή πολύ καλά γνώριζε, πως μερικές γυναίκες ήξεραν να κάμνουν τους άνδρες τους «μπε κι ο» (δηλαδή αρνάκια και προβατάκια). Και πάλι ανθρωπινότερες ήταν, εν συγκρίσει προς τη μυθολογούμενη Κίρκη!

Επειδή όμως το πολυέλεγε αυτό το πράγμα η γερόντισσα, κατάντησε με τον καιρό ν' αλλάξει ο κόσμος τ' όνομα του γιου της και να ονομάσει εκείνον ο «μαστρο-Μπεκιός» και αυτήν η «γριά Μπεκιοΐνα».

Το βέβαιο είναι, ότι δεν καλοπερνούσε και τόσο πολύ η δυστυχής γριά, μέσα σε εκείνο το φατνωμένο σπήλαιο, που σύχναζαν νυκτερίδες και ήταν γεμάτο από βλατούδες, κανθαρίδες και αράχνες.

Αλλά και καλύτερα εάν τυχόν περνούσε, πιστεύω ότι ποτέ δε θα ήταν ευχαριστημένη. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους και μάλιστα απ' εκείνες τις γυναίκες, οι οποίες ποτέ δεν ευχαριστούνται.

Σε τούτο τείνει και τέτοιο περίπου είναι το πρώτο αίσθημα, η πρώτη έννοια του κακού, το οποίο έσπειρε ο διάβολος πολύ πρώιμα στον κόσμο. Και ιδού γιατί ρωτούσε ο γεωργός εκείνος της Παραβολής: «Κύριε, ουχί καλόν σπέρμα έσπειρας; πόθεν ουν έχει ζιζάνια;»

Για τους άνδρες, τούτο το αίσθημα καλείται στις μέρες μας, με ξενικό όνομα, «μιζέρια», για τις γυναίκες και πρώην και νυν, προσλαμβάνει τραγικότερες διαστάσεις και ονομάζεται «στριγλιά».

Ω! πόσες αλήθεια είδα τέτοιες γυναίκες στη ζωή μου!

Κι αν ευτέλεια και σκαιότητα κι αν απαισιότητα και ταλαιπωρία, όπως αν το ονομάσει κανείς, το αίσθημα τούτο σπάρθηκε στα στέρνα της ανθρωπότητας, ευθύς μετά την πρώτη μερική ανασκόπηση και τις δεύτερες πάνσοφες φροντίδες, δια των οποίων τελειοποίησε ο Δημιουργός πάντα όσα εποίησε.

Διότι το πρώτον, επί ενός εκάστου των έργων του, έριξε αλάνθαστο το βλέμμα «και είδεν ο Θεός ότι καλόν», έπειτα τελευταίον, εφ' όλων ομού των έργων του «και είδεν ο Θεός πάντα όσα εποίησε και ήσαν καλά λίαν».

Ευθύς τότε εξήλθε θρασύς ο εχθρός και τόλμησε να ειπεί, ότι δεν είναι καλά τα έργα του Θεού.

Και δεν ακούμε ακόμη πολλούς και στους δρόμους και στην αγορά και στα καπηλειά, σοβαρούς και σπουδάζοντες, να αποφαίνονται ότι δεν είναι καλός ο κόσμος του Θεού ή ότι «δεν τον εκατάφερε καλά» ο Δημιουργός τον κόσμο; Από που αντλούν τα επιχειρήματα;

Πού βρίσκουν την ύλη για το συλλογισμό; Από ποιες κρίσεις, από ποιες προτάσεις συνάγουν το συμπέρασμα;

Τι άλλο είναι η κρίση παρά σύγκριση; Μεταξύ δύο ή περισσοτέρων παραπλήσιων όντων ή πραγμάτων συγκρίνει κανείς και κρίνει ποιο διαφέρει. Αλλά υπάρχει εδώ όρος συγκρίσεως; Είδαμε ήδη άλλο κόσμο με τον οποίο να συγκρίνουμε τον παρόντα;

Ακατάληπτο είναι, αν έκαμνε τελείως αφηρημένες έννοιες ο Δημιουργός ή από που αυτές γεννήθηκαν. Είναι μόνο βέβαιο ότι έπλασε ένα ορατό κόσμο, όπως θα έπλασσε και εδύνατο να πλάσει και δύναται στους αιώνας να πλάττει, πολλούς άλλους και ορατούς και αοράτους.

Και βεβαίωσε Αυτός, ότι το έργο του είναι ωραίο και κάθε λογικός άνθρωπος συνομολογεί. «Ιδού καλά λίαν», αυτή υπήρξε η πρώτη μετά την κοσμογονία αφηρημένη έννοια, όπως και η πρώτη θετική ιδέα. Έπειτα θρασύνεται ο παραλογισμός και λέγει: «Δεν είναι, όχι καλός ο κόσμος.

Αυτή υπήρξε η δεύτερη αφηρημένη έννοια και η πρώτη αρνητική ιδέα και από κει γεννήθηκε η κακία, η οποία ουδέν άλλο είναι παρά άνοια, αν δεν είναι αυτό το δηλητήριο του φιδιού και ανακεφαλαιώνοντας, είναι ο απελπισμένος αγώνας του παραλογισμού όπως αποδείξει ότι έχει δίκαιο, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να κάμει τον κόσμο να φαίνεται - και να είναι πράγματι εν τη ηθική τάξει - τέρας ασχήμιας!

***

- Πέρασαν όλα, όσα ιστορήσαμε παραπάνω.

Σαράντα χρόνια - η μακρά τεσσαρακοστή του βίου – πέρασαν από τότε. Δεν υπάρχει πλέον γριά Μερκλίνα, δεν υπάρχει μαστρο-Στέργιος, δεν υπάρχει Αλέξης και Γώγος.

Όλοι οι παλαιοί γείτονες πέθαναν, όλοι οι νέοι γέρασαν. Πολλοί αγέννητοι ήλθαν στο είναι. Μόνο υπάρχει ακόμη «το Ξωθικό», η νύφη της κάποτε γριάς Μπεκιοΐνας, που έχει σήμερα, εν έτει 189..., ακριβώς την ηλικία την οποία είχε τότε η πεθερά της.

Ο μαστρο-Στέργιος, πέθανε ως ευσεβής και ειρηνικός άνθρωπος.

Οι δύο γιοι του, Αλέξης και Γώγος, πήγαν κι οι δύο αδικοθάνατοι.

Ω, οι κατάρες, οι βλαστήμιες της γριάς Μερκλίνας!

Η μοναχοκόρη της οικογένειας, το Σειραϊνώ, είχε νυμφευθεί στα 186... Ω, όλη η γειτονιά είχε ευφρανθεί τότε, είχε χορέψει νύκτες πολλές στο επάνω σπίτι, βρισκόμενο ψηλότερα από τον χαμηλό οικίσκο, τον οποίο της είχαν δώσει ως προίκα.

Τα δύο αδέλφια της, ο Αλέξης κι ο Γώγος, φρόνιμοι, οικονόμοι, όπως τους είχε παιδαγωγήσει η μάννα τους, οι οποίοι δεν είχαν διασκεδάσει ποτέ στη ζωή τους, «το έριξαν έξω» επ' ευκαιρία του γάμου εκείνου και χόρεψαν αδέξια και θορυβωδώς και διασκέδαζαν επί εβδομάδες. Αισθάνονταν ότι είχαν ξεφορτωθεί ένα βάρος από τη ράχη τους και ότι του λοιπού θα εξέρχονταν και αυτοί στον κόσμο για κυνήγι νύφης.

Ένας νεότερος αδελφός, ο Βασίλης, είχε πεθάνει μικρός.

Έπειτα γεννήθηκε ο πρώτος ο Σταύρος, που πέθανε και αυτός νήπιο. Τελευταίος γεννήθηκε ο μικρός Σταυράκης, ο οποίος και μόνο επέζησε.

Η Σειραϊνώ ύστερα από λίγα έτη χήρεψε. Ο άντρας της, ναυτικός, πνίγηκε σε μακρινές θάλασσες. Μόνη παρηγοριά της άφησε μία ασθενική ωχρή παιδίσκη. Αυτή έφτασε σε ηλικία δέκα ετών και πέθανε.

Κατόπιν, χήρα και ατεκνωμένη η Σειραϊνώ, απεφάσισε να έλθει σε δεύτερο γάμο. Παιδί δεν απέκτησε και ο σύζυγός της πέθανε μετά λίγα έτη. Λίγο ύστερα, τον ακολούθησε στον τάφο και αυτή.

Όταν ζούσε ακόμα ο μαστρο-Στέργιος, πριν το δεύτερο γάμο της Σειραϊνώς, τραγική συμφορά είχε ενσκήψει στο σπίτι.

Από τους δύο πρώτους γιούς, ο νεότερος, ο ευφυέστερος Γώγος, που διέπρεπε στην τέχνη και αν επιζούσε θα γινόταν πρωτομάστορης, πέθανε με φρικτό τρόπο.

Ναυπηγείταν μία γολέτα στο μικρό αρσανά, κάτω από το νεκροταφείο, πέρα από τη δυτική εσχατιά του παραθαλάσσιου χωριού. Ναυπηγοί άνδρες, έξι ή επτά και ο Γώγος όγδοος, είχαν φορτωθεί ένα βουβό, τεράστιο ξύλο, για να το μεταφέρουν εκατό βήματα, από την άμμο της θάλασσας, έως πίσω στην πρύμνη του σκαρωμένου σκάφους.

Ο Γώγος ήταν βαρήκοος λίγο, ήταν και ζερβοχέρης.

Ενώ όλοι οι άλλοι είχαν υποβάλει το δεξιό ώμο στο βάρος του αγριόξυλου, αυτός, από την άλλη πλευρά, είχε βάλει τον αριστερό. Όταν ο όπισθεν, ο τελευταίος, φώναξε «αλέστα» κι έριξαν με ορμή το ξύλο κάτω στο έδαφος, το βουβό έπεσε επί του λαιμού του νέου και τον καταπλάκωσε.

Μετά μία στιγμή, έτρεξαν οι άνθρωποι να αποσύρουν το ξύλο.

Ήταν αργά. Το βουβό είχε λιώσει, σχεδόν είχε κόψει πέρα-πέρα το λαιμό του Γώγου.

Καταγγελία δόθηκε κατά των συνναυπηγών του θανόντος, όσοι είχαν λάβει μέρος στο φόρτωμα του βουβού. Κανείς δεν έφταιγε εκ προθέσεως, όλοι από απροσεξία. Όλοι αθωώθηκαν με βούλευμα.

Αλλά η μητέρα του νέου, η Στέργαινα, που είχε διαδεχτεί την πεθερά της στη «στριγλιάν», επί καιρούς και χρόνους αγωνιζόταν να τους «ξεπατώσει» με κατάρες και βλασφημίες, τις οποίες μέρα και νύκτα δεν έπαυε να εκτοξεύει με πικρία και πόνο.

Και επιτέλους, φάνηκε ότι το κατόρθωσε. Διότι παρατηρήθηκε, ότι κανείς εξ όλων δεν πρόκοψε. Το δε σκάφος, αφού έπλευσε κακώς, βούλιαξε μαζί με τον ιδιοκτήτη του.

Δεύτερη τραγική συμφορά ενέσκηψε σχετικά με τον Αλέξη. Αυτός επέζησε είκοσι έτη. Νυμφεύτηκε, απέκτησε τέκνα. Μία εσπέρα πνίγηκε μέσα στο λιμάνι, ενώ επέστρεφε από θαλάσσια εκδρομή με κάποιον συγγενή του Νταντάκη καλουμένου, την οποία είχαν κάμει χάριν αλιείας και προς επίσκεψη κάποιων μακρινών παραθαλάσσιων αγρών παραδεδομένων σε κολλήγες, καλλιεργητές όψιμων καρπών.

Ο Αλέξης ήξερε κολύμπι, ο Νταντάκης δεν ήξερε. Αυτός κόλλησε στην αναποδογυρισμένη καρίνα της βάρκας και γλύτωσε. Πλοιάριο διήλθε λίγες ώρες ύστερα, και τον ψάρεψε από κει. Ο Αλέξης πέταξε τα ρούχα του, εμπιστεύτηκε το κύμα, επέπλευσε επί κάποια ώρα, πελαγώθηκε και πνίγηκε.

Τότε η Στέργαινα, άρχισε να καταριέται και να καταναθεματίζει τον Νταντάκη, ο οποίος, κατ' αυτήν, είχε πνίξει το γιο της.

Αλλά ο άνθρωπος ήταν τόσο ανίκανος για να πνίξει κάποιον, όσο και για να τον σώσει. Και ο ίδιος απορούσε πως είχε σωθεί και ήταν γι’ αυτόν σαν θαύμα.

Η δυστυχής Στέργαινα γέρασε με πολλή πικρία. Από χολοσκασμό σε χολοσκασμό (μία εκ των λέξεων των εξόχως χαρακτηριστικών και γυναικείων) κατάντησε η χολή της, ανερχόμενη διαρκώς προς τον ουρανίσκο της, να της φαρμακώσει το στόμα και τη γλώσσα.

Δεν ήξερε να καταπίνει το πικρό τούτο ρευστό, ως αληθινό ιαματικό φάρμακο, δια του οποίου αποκτά κανείς τη χριστιανική υπομονή, έπειτα δε την μακάρια πραότητα και γαλήνη.

Ο Σταυράκης, ο μικρός γιος της, νυμφεύθηκε χρόνους ύστερα, από όλα τα τραγικά συμβάντα. Αυτός κατοικούσε στην προικώα οικία του, η δε γριά ολομόναχη και έρημη, συμμαζευόταν στον παλαιό εκείνο χαμηλό οικίσκο.

Δεν υπήρχαν πλέον αλογάκια της Παναγιάς, ούτε στο ένα ούτε στο άλλο δωμάτιο, αλλά μόνο βλατούδες και σαρανταποδαρούσες.

Είχε κληρονομήσει, από την πεθερά της και τον ίσκιο της μουριάς και το κάθισμα της πεζούλας. Μόνο τη ράβδο της δεν της είχε αφήσει η γριά ως ενθύμιο. Όσο για το πολυχρόνιο βογγητό, στο οποίο είχε αραιωθεί το λοίσθιο ψυχομάχημά της, τούτο για τη νύφη της είχε μεταβληθεί σε άσθμα.

Καθόταν «χρόνο-χρονικής» η γριά Στέργαινα και μέρα και νύκτα, στην πεζούλα, θλιβερά ασθμαίνουσα και είχε ώχρα στην όψη και φαινόταν πότε σπληνική και πότε ικτερική στο διαβάτη.

Αλλά τούτα τα δύο παθήματα τα πολέμησε η ίδια με τα «ψευτογιατρικά» που ήξερε και μόνο της απέμεινε το άσθμα, το χρόνιο ψυχορράγημα. Νεαρός διδάκτωρ της ιατρικής, άμα την είδε, σπεύδοντας να εφαρμόσει αθρόα και συνοπτικά επάνω σ΄ αυτήν την ταλαίπωρη, όλα όσα είχε μάθει, δε δίστασε να της ειπεί χωρίς να την λυπηθεί: «Μετά τρεις μήνας θ' αποθάνεις».

Η γριά δεν εψήφισε καθόλου ούτε φάνηκε να αισθάνθηκε την ελάχιστη συγκίνηση, από την πρόρρηση του νεαρού Ασκληπιάδου, μόνο επέζησε οκτώ έτη έκτοτε, σαν να ήθελε να τον διαψεύσει.

Πολλές φορές έδινε αφορμή στους διαβάτες να σταματούν, όπως η μακαρίτισσα η πεθερά της, τους διηγείτο τότε τα «πάθια της», τους καημούς, τα βάσανά της, συνήθως τα είχε με τη νύφη της και με τον γιο της, πικροί στεναγμοί, κατάρες, βλασφημίες δεν έλειπαν από το στόμα της.

-Αχ! σαν την επήρε, που να παρθεί!... και τι λιμπίστηκε;... μιαν αστάνευτη, μια αναφάνταλη, μιαν απασσάλωτη!... και συλλογίστηκε ποια εκοιλοπονούσε, ποια τον εβύζαινε, ποια τον ανέθρεψε;...

Δεν άπλωσε πλιό το ξερό της, που να την ξαπλώσουνε, να θυμηθεί την πεθερά της ένα τι. Δε μό ’στειλε τόσο δα, παιδάκι μ' (έκανε σημείο με τον όνυχα του αντίχειρα επί της άκρας σχεδόν του λιχανού δακτύλου). Μια φαγού, πλιό, παιδάκι μ', μια κακογούλω, μια αναχόρταγη!...

-Και ο γιος σου; ρωτούσε ο διαβάτης, θέλοντας να δείξει το ενδιαφέρον του και συγχρόνως ελπίζοντας να την βρει μαλακότερη ως προς το ίδιον τέκνον της.

Τότε εκείνη άρχιζε να απαντά με δίστιχα. Πρέπει να γνώριζε τέτοια ως χίλια από στήθους και όσα περιέχει και όσα δεν περιέχει η δημοτική ανθολογία.

"Τι κάθεσαι μαυρόημερο όλο και μοναχό σου;

γιατί δεν αγαπάς και συ, να ιδείς το ριζικό σου;"

Τούτο έλεγε για τη δική της ερήμωση και μοναξιά της. Έπειτα ξανάλεγε άλλα, εννοόντας εν μέρει το γιο της και

προ πάντων τη νύφη της.

«Το κρίμα μου να σου γενεί λιθάρι να σκοντάψεις,

τότες να θυμηθείς κι εμέ να βαριαναστενάξεις.»

Και πάλι:

«Το κρίμα μου να τυλιχθεί σαν φίδι στο λαιμό της,

να το πιστέψ' η άπιστη, πως έφτασ' ο καημός της.»

Και τέλος βαρυγνωμούσα και κατά τρίτων αδιάφορων, τους οποίους φανταζόταν ως εχθρούς και κατά του κόσμου εν γένει, καταριόταν λέγοντας:

«Αναστενάζω και πετά αίμ' από την καρδιά μου,

φίδια να φαν το στόμα τους, πο' χουν με τ' όνομα μου.»

Συνήθως δεν καταριόταν το γιο της, μόνο τον κακολογούσε, έριχνε δε όλα τα άδικα στη νύφη της. Αυτή πέθανε στο δεύτερο τοκετό, από επιλόχειο πυρετό, η δε γριά ζούσε ακόμη. Καθόταν διαρκώς κάτω από τη γερασμένη μουριά και ποτέ δεν έπαυε να παραπονιέται και να στενάζει.

Τέλος ένα δειλινό, το παμπάλαιο δένδρο, προ πολλού σαπισμένο και με μεγάλη κουφάλα στο λαιμό, κατόπιν πολλών και σφοδρών ανέμων, που είχαν φυσήσει κατά τις προηγούμενες νύκτες, κατέπεσε με φοβερό τριγμό και κρότο.

Πριν μια στιγμή, είχε διέλθει υπό τη σκιά του νεαρή γυναίκα, που κρατούσε στα χέρια της μέσα σε αγγεία δύο ζυμωμένους άρτους, τους οποίους μετέφερε στο γειτονικό φούρνο.

Είχε σταθεί προς το ύψωμα, στη ρίζα της μουριάς και είχε σκύψει για να διορθώσει και να κρατήσει τα δύο ψωμιά. Μόλις αυτή ανασηκώθηκε, προχώρησε τρία βήματα και το δένδρο κατέπεσε.

Εάν αργοπορούσε ένα δευτερόλεπτο ακόμα, ο ένας των κλώνων, πελώριος, θα έπεφτε επάνω της και θα την κατασυνέτριβε.

Η γυναίκα στράφηκε, κατατρόμαξε και παρ' ολίγον το φορτίο της να έπεφτε από τα χέρια, έπειτα ανέτεινε τα μάτια προς δοξολογία στον ουρανό.

Ακολούθως διηγήθηκε το όνειρο το οποίο είχε δει τη νύκτα εκείνη: της φάνηκε ότι άγνωστος εχθρός, μαύρος, σκυλάραπας την κυνηγούσε με γυμνό ξίφος, αυτή δε τρέχοντας περίτρομη, αλαφιασμένη, μόλις σώθηκε βρίσκοντας παρ' ελπίδα μία πόρτα ανοικτή, η οποία και κλείσθηκε αυτόματα με κρότο πίσω της...

***

Η γριά Στέργαινα, συνέβη να πέσει κλινήρης κατά εκείνο τον καιρό και δεν έβγαινε την ημέρα από τη φωλιά της. Αυτή είχε καλέσει μία των ημερών έναν ιερέα, όχι κανένα από τους δύο γειτονικούς και γνωστούς της εφημέριους, αλλά ένα από άλλη ενορία και του έδωκε το σαρανταλείτουργό της προκαταβολικά (επειδή ήταν γνωστό ότι πάντοτε είχε κομπόδεμα), λέγοντας ότι δεν είχε πλέον κανένα να αφήσει πίσω της, που να της κάμει τα κόλλυβα και τα ψυχικά της.

Επί πολλές νύκτες ύστερα, οι γείτονες έβλεπαν, μπροστά από τον παλαιό θλιβερό οικίσκο επί της πεζούλας ή πλησίον αυτής, πότε στο φως της σελήνης, πότε στην αστροφεγγιά, δύο μαύρα κούτσουρα να στέκονται, ή μάλλον να κείτονται ακίνητα πλησίον αλλήλων.

Ήταν τούτα, το κολοβωμένο σάπιο στέλεχος της γερασμένης μουριάς και το κατερειπωμένο σαπρό στέλεχος της γριάς Στέργαινας.

Το ανθρώπινο κούτσουρο απήλθε τώρα προ ολίγων χρόνων και δεν φαίνεται πλέον, το δέντρινο είν' εκεί ακόμη...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου