Παρασκευή, 20 Μαϊος 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Της Δασκάλας τα μάγια

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1909

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Μεγάλο θάμα έγινε σε όλη τη γειτονιά - και σε όλο το χωριό μάλιστα - ένα Σάββατο πρωί, καθώς πήγε η νεαρή δασκάλισσα, συνοδευόμενη και από τη μικρή υπασπιστίνα της, το Ουρανιώ, την κόρη του Παναγή του Κυραντώνη, για να ανοίξει την πόρτα του Σχολειού.

Η μικρή υπασπίστρια προπορευόταν, κρατώντας ένα κομψό κουτί και δύο τυλιγμένα εργόχειρα, έκανε χαριτωμένους μορφασμούς και τσακίσματα, είχε την ξανθή πλεξίδα της λοξά προς το ένα αυτί κι ήταν όλη χαμόγελο και χάρη, ώστε η μεν μυτίτσα της γινόταν πλακαρή και σχεδόν εξαλείφετο από τους δύο μορφασμούς και τα αυλακάκια τα σχηματιζόμενα εκατέρωθεν από το πτερύγιο της μύτης, έως τα κάτω βλέφαρα και τα ματάκια της, μισοκλεισμένα τόξευαν υγρό σπινθήρα. Η δασκάλισσα, χλωμή, με παιδικό πρόσωπο, λευκοφορεμένη, καθώς και η μικρή συνοδός της, αναδεδεμένη τον στέφανο της πλούσιας κόμης της, άμεμπτη στα της μόδας.

Αλήθεια, τα κορίτσια του Σχολειού, είχαν μάθει καλούς πολιτισμένους τρόπους απ’ αυτές τις δασκάλες, μάθαιναν γράμματα και χειροτεχνήματα, έκαμναν ως και γυμναστική, εν-δύο-τρία, στο προπύλαιο του Σχολείου, η κόρη του Ντάκου είχε μάθει πως να χτενίζει τα αχυρόχρωμα μαλλιά της, ξέπλεκα, απλωμένα στις πλάτες, μέχρι τη μέση, λευκοφορούσα σαν ανεράϊδα του βουνού, οι κόρες του Στόκου και του Λεγαντή είχαν μάθει μπλε μαρέν και καρέ, ακόμη και τρανσπαράν και η κόρη του Σταμάτη του Μπλατσίνη, είχε μάθει σε ένα μονότονο αχρωμάτιστο ήχο διάφορα ανόητα τραγουδάκια, όσον αφορά την ξανθή πλεξίδα, λοξή προς το αυτί, όλες σχεδόν οι μαθήτριες την είχαν αναπετάσει εσχάτως, άλλοι έλεγαν ότι απ’ εκείνο το αυτί βγήκε το μυαλό της δασκάλας και των κοριτσιών, άλλοι έλεγαν ότι εξατμίσθηκε από την κορυφή της κεφαλής, διά μέσου των ριζών κάθε τρίχας και άλλοι έλεγαν ότι είχε φύγει από πάνω από την οροφή του Σχολείου, πλην τούτα ήσαν λόγια των γραϊδίων της γειτονιάς, των γλωσσαλγών, όπου μεταχειρίζονται τη ρόκα μόνο ως συνόδευμα των κινήσεων της γλώσσας ή έχουν την κακολογία κατά κάποιον τρόπο ως κέλευσμα προς ανακούφιση του κόπου της ρόκας.

Ο κόσμος θα εξακολουθεί πάντοτε να βαδίζει εμπρός, πότε κούτσα - κούτσα, πότε σήκω - πέσε, με σκιρτήματα μονοπόδαρα, με σκοντάμματα ή με βήματα κάβουρα και αλλοίμονο σε όσους γέρασαν και κουράστηκαν και δε μπορούν να τον παρακολουθήσουν.

Λοιπόν, εκείνο το πρωί Σαββάτου, περί τις αρχές Μαΐου, καθώς ανοίχτηκε η πόρτα και μπήκε η Ευανθία, η νεαρή δασκάλισσα, δεν πέρασαν δύο λεπτά και η μικρή ακόλουθός της, το Ουρανιώ, άφησε βαθιά κραυγή εκπλήξεως.

- Κυρία! Κυρία!

- Τι είναι;

- Ιδέτ’ εδώ!.... έλα να ιδείς.

Η νέα έκαμε τρία βήματα προς το μέρος όπου την καλούσε το Ουρανιώ. Δίπλα στο μεγάλο τραπέζι της δασκαλοκαθέδρας, όπου εναποτίθενται συνήθως οι έλεγχοι και κατάλογοι, ως και τα τετράδια των μαθητριών, πάνω στο μικρό τραπέζι που χρησίμευε για την διδασκαλία και εξάσκηση των χειροτεχνημάτων, κείτονταν φύρδην μίγδην μερικά αντικείμενα ξένα τελείως προς το Σχολείο, τα οποία ήταν εντελώς άγνωστο πως βρέθηκαν εκεί.

Εν πρώτοις, μερικά χόρτα και άγρια άνθη, παπαρούνες και σταχυοειδή, λυσοχόρταρα, μαγιόχορτα και λίγες κλωστές καννάβινες και από καραβόσκοινο, μακριές τρίχες γυναικείες μαύρες, άλλες τρίχες φοράδας κόκκινες, μικρά κόκκαλα από το Κοιμητήρι και τέλος ένα κρανίο ανθρώπινο. Τι ήσαν όλ’ αυτά; και τι ήθελαν εκεί;

Βεβαίως μάγια, εχθροί τα είχαν ρίξει της δασκάλας.

Της μικρής κόρης εξαλείφτηκε ο μορφασμός της, το χαμόγελό της έσβησε και η μυτίτσα της η πλακαρή σχηματίστηκε σε προεξοχή.

Η νεαρή δασκάλισσα γέλασε.

Δε φαινόταν να πιστεύει τα μάγια.

Η Ουρανιώ συνέπλεξε τα χέρια με αδημονία.

- Μάγια σας κάμανε, κυρία, μάγια!...

- Δεν είναι τίποτε, Ουρανία, μάζωξέ τα, να τα πετάξεις έξω.

- Εγώ, κυρία, να τα πιάσω με τα χεράκια μου;

- Κάμε αυτό που σου λέω, διέταξε με ανυπομονησία η δασκάλισσα, δεν είναι τίποτε…. πριν έλθει κι η άλλη και τα ιδεί και τότε το μικρό γίνεται μεγάλο.

Ενώ μιλούσε αυτή, εισήρθε η Ευθαλία, η δεύτερη δασκάλισσα, συνοδευόμενη και από τη μητέρα της. Ήταν στρογγυλότερη λίγο το ανάστημα από την άλλη, ήταν λιγνή, παχουλή, όσο ισχνή εκείνη, με παιδικό πρόσωπο, όπως η πρώτη, λιγότερο κομψή, αλλά συμπαθής στην έκφραση. Είχε έλθει εφέτος πρώτη φορά στον τόπο, καθώς είχε λάβει το δίπλωμά της από το εν Αθήναις Αρσάκειον, όπου όλες ως γνωστόν αριστεύουν, ενώ η πρώτη διήγε τον τρίτο χρόνο από του διορισμού της.

Η Ευθαλία ακολουθείτο από τη μητέρα της. Ήταν αυτή καλή γερόντισσα, ευσεβής, καταγόμενη από τη γειτονική νήσο και λεγόταν ότι ήταν από μία των καλύτερων οικογενειών της πατρίδας της.

Διευθύνθηκαν προς το μέρος της δασκαλοκαθέδρας, προς το εσώτερο δυτικό πλάτος του ισογείου, από τη θύρα τη νοτιοανατολική.

Η Ευανθία, μόλις τις είδε, έριξε βλέμμα ανήσυχο προς τα μαγικά αντικείμενα, που δεν ήταν καιρός πλέον να τα κρύψει ή να τα κάμει άφαντα και βιαστική, πρόχειρα ανασήκωσε το ίδιο τραπεζομάντηλο και με αυτό δοκίμασε να τα σκεπάσει.

Αλλά δεν έφθανε το τραπεζομάντηλο για να συγκαλύψει όλα τα μαγικά, καθώς βρίσκονταν σκόρπια επάνω στο μικρό τραπέζι, απ΄ όπου βιαίως τράβηξε το τραπεζομάντηλο προς το μέρος της, για να κάμει μακρότερη την κρεμάμενη άκρη, πλην τότε έγινε μικρός θόρυβος, τα σκληρά αντικείμενα κρότησαν και δύο πεθαμένα κόκκαλα σπρωχθέντα απότομα, έπεσαν με κρότο στο σανίδινο πάτωμα.

Η Ευανθία μόρφασε οργισμένα, θυμωμένη κατά του ίδιου εαυτού της, άφησε μικρή κραυγή εκπλήξεως, σαν να ανακάλυψε αίφνης ένα πράγμα, το οποίο ήταν μπρος στα μάτια της και όμως δεν το έβλεπε έως τότε και γρήγορα, έλυσε από πίσω τη λευκή ποδιά της και την άπλωσε πάνω στο τραπέζι.

Η Ευθαλία και η γερόντισσα εντωμεταξύ, αργοπατώντας και συνομιλώντας, μόλις έφθασαν κοντά στην πρώτη δασκάλα, την καλημέρισαν. Αλλά η μία άκρη της λευκής μπροστέλας έπεσε ακριβώς επί του νεκρικού κρανίου και μόνο κατά τα δύο τρίτα το σκέπασε. Το πρόσωπο, το στόμα και το χάσμα της φαγωμένης μύτης του κρανίου, έμειναν ορατά, προς το μέρος απ΄ όπου έρχονταν οι δύο γυναίκες.

Η γραία άφησε κραυγή θάμβους και φόβου.

- Μπα!...... τ’ είν΄ αυτό πουλάκι μ’;

Έδειχνε τα αραιά διαλείποντα δόντια και τα χάσματα των οφθαλμών του κρανίου. Η Ευανθία κάλεσε επ΄ ευκαιρία όλη την ετοιμότητα του πνεύματός της.

- Εμάς, κυρία, ο καθηγητής μας ο Β., μας δίδασκε ανθρωπολογία, ως και ανατομία… και μας συνήθισε να μελετάμε τους σκελετούς των αποθαμένων και να μην έχουμε προλήψεις.

Η αγαθή γραία την κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε.

- Παρήγγειλα να μου φέρουν αυτό το κεφάλι και τα κόκκαλα, για να διδάξω τις μαθήτριες από που και πως είμεθα φτιασμένοι.

Η γραία ανασήκωσε την άκρη της ποδιάς κι εξέτασε με το βλέμμα της όλα τα αντικείμενα.

- Α! θα τις μάθεις ούλα τα πάντα, μαθές, είπε αφελώς, με τρόπο ώστε δεν ήταν πολύ σαφές αν είχε πεισθεί ή αν ειρωνευόταν και για τούτο έφερες πουλάκι μ’, ούλα τα σκέλεθρα αυτά απ’ τα Μνημούρια…. και τις κανναβένιες κλωστές και τις τρίχες τις αλογίσιες και τις παπαρούνες και τα μαϊολούλουδα;

-Καιρός είναι να λάβουν τα κορίτσια μία ιδέα γι’ αυτά τα πράγματα, είπε η δασκάλα, κοντεύουν οι εξετάσεις και πώς θα κάμουμε κι εμείς φιγούρα;

* * *

Όταν είχαν φθάσει την πρώτη στιγμή η Ευανθία και η μικρή συνοδεύτριά της στο σχολείο, έξω στο προαύλιο ήταν πέντε ή έξι μαθήτριες, με τα τετράδιά τους και με τα εργόχειρα, περιμένοντας.

Αυτές είχαν εισέλθει ήδη και πήγαν στα θρανία τους.

Άλλες δέκα έως δεκαπέντε έφθασαν ευθύς κατόπιν.

Το Σχολείο γέμιζε ήδη από κορίτσια.

Δύο ή τρείς κορασίδες, έπειτα επτά ή οκτώ, ύστερα όλες όσες έρχονταν, άφησαν τις σάκες στα θρανία τους και κατευθύνθηκαν προς το μέρος όπου ήταν οι τρεις γυναίκες.

Η μία είπε της Ουρανίας:

- Αρή τι είναι;

- Μάγια, είπε με μορφασμό το Ουρανιώ. Ήδη της είχε περάσει ο φόβος και της επανερχόταν η συνήθης ευθυμία της.

- Μάγια; ρώτησε η Σινιωρίτσα του Μυτιληνιού.

- Μάγια; επανέλαβε η Ματούλα του Καλοειδή.

- Μάγια, βεβαίωσε το Ορσάκι του Ζαχαριάδη.

- Μάγια, επικύρωσε η Φλωρού του Λαμιαίου.

Τα κορίτσια, είχαν περικυκλώσει το μικρό τραπέζι και κοίταζαν με μεγάλα μάτια και με ανοικτά στόματα τα αξιοπερίεργα αντικείμενα.

- Τι θέλετ’ εδώ; έκραξε με αυστηρότητα η Ευανθία. Γλήγορα στα θρανία σας… στας θέσεις σας!

Έδραξε τη βέργα και φοβέρισε τις μαθήτριες.

Η γριά Μονεβασιά, η μητέρα της δεύτερης δασκάλας, συνέπλεξε τα χέρια και φώναζε:

- Τώρα τι να κάμουμε; τ’ ήταν αυτό;… Μη λες, πουλάκι μ’, πως τα είχες παραγγελιά, για να μάθεις τα κορίτσια κατά πως είμαστε φτιασμένοι, ούλα τα πάντα.

Μάγια σας ρίξανε, ακούς τα κορίτσια τι λένε ;

- Ξέρουν τα κορίτσια τι τους γίνεται; είπε η Ευανθία.

- Τώρα χρειάζεται αγιασμός να ψαλεί εδώ…., ξορκισμοί να διαβαστούνε…. Μην αρχινάτε πουλάκι μ’, το μάθημα, πριν ξορκισθεί ο εχτρός από ΄δώ μέσα.

Εκάλεσε τη μικρή Ματούλα, κόρη του Παπαγληγόρη.

- Πας πουλάκι μ’, να πεις τ’ παπά σ’, να πάρει το πετραχήλι του να ΄ρθεί εδώ…. Να πάρει, πες και το Ευχολόγιο μαζί του… ξορκισμούς πρέπει να διαβάσει.

Η μικρή δεν περίμενε να επικυρώσει τη διαταγή η δασκάλισσα. Αμέσως έτρεξε προς την πόρτα. Η Ευανθία, σαν ναρκωμένη, δεν είπε τίποτε. Μόνο όταν η παιδίσκη βγήκε έξω, στράφηκε προς τη γερόντισσα και της είπε.

- Τι θέλεις, σταυρομάνα, για να μας ακούσουν κι άλλοι;

- Αυτό πουλάκι μ’, δεν είναι πράγμα που να κρυφτεί μαθές, είπε η γριά, ο παπάς που θα ‘ρθει δεν θα το κοινολογήσει;…

Έχεις ψαλίδι για να κόψεις τις γλώσσες όλων των κοριτσιών;

Η Ευανθία έσεισε τους ώμους.

- Και να τις κόψεις, πουλάκι μ’, άλλες θα φυτρώσουνε, μια θα κόφτεις, δυο, τρεις, τέσσερες θα βγαίνουνε….

Δεν έχουν παιδεμό των γυναικών οι γλώσσες.

Η Ευανθία, περιερχόταν ανάμεσα στα δύο τραπέζια και τα πρώτα θρανία. Η γριά Μονεβασιά πλησίασε προς τα μάγια και άρχισε να παρατηρεί με προσοχή το νεκρικό κρανίο.

- Να, εδώ είναι τα γράμματα, που γράφουν τη μοίρα μας, είπε δείχνοντας τα ιερογλυφικά εκείνα σημεία της συναρμογής του μετώπου, εδώ είναι γραμμένο όλο το ριζικό μας.

Έπαθα τα ‘παθα, τα πάθω μέλλω;

-Τι θα πει αυτό, μητέρα; ρώτησε η Ευθαλία.

-Αυτό θα πει, κορίτσι μ’, ξέρουμε τα όσα πάθαμε, μα δεν ξέρουμε τι μας μέλλει ακόμα.

-Ήταν μια ζηλιάρα και σαν είδε που ο άνδρας της είχε ένα γυναικείο καύκαλο κλειδωμένο μες το αρμάρι του, απ’ τη μανία της το έριξε στο φούρνο και τό ’καψε κι ο άνδρας της το είχε φυλάξει από περιέργεια, επειδή ήταν μάντης κι εγνώριζε να διαβάζει τα μυστικά γράμματα του ριζικού κι απόρησε: σαν τι έμελλε να πάθει ακόμα αυτό το κούτελο κι εκείνη απ’ τη ζήλεια της πίστεψε πως ήταν της παλιάς αγαπητικιάς του και σαν το είδε εκείνος ύστερα που κάηκε, κατάλαβε γιατί επάνω στο κούτελο ήταν γραμμένο. «Έπαθα τα ‘παθα, τα πάθω μέλλω;»

Η Ευθαλία άκουγε σιωπηλή. Η μητέρα της επανέλαβε.

- Κι αυτό εδώ, πουλάκι μ’, φαίνεται να είναι γυναικείο κούτελο και σ’ αυτό επάνω κάτι τέτοιο θα είναι γραμμένο.

Τέλος έφθασε ο παπά-Γληγόρης. Φόρεσε το πετραχήλι του, άνοιξε το Ευχολόγιο και άρχισε να διαβάζει με ψίθυρο και βόμβο φωνής.

---

«Επιτιμά σοι Κύριος, διάβολε… φύγε, δραπέτευσον, αναχώρησον, δαιμόνιον ακάθαρτον και εναγές καταχθόνιον, βύθιον, απατηλόν, άμορφον, ή αυτός ει ο Βεελζεβούλ, ή καταπείων, ή δρακοντοειδής  ή θηριοπρόσωπος, ή ως ατμίς, ή ως καπνός, ή ως άρρεν, ή ως θήλυ, ή ως ερπετόν, ή ως πετεινόν, ή νυκτολάλον, ή κωφόν, ή άλαλον… ή λάγνον, ή δυσώδες, ή φαρμακόφιλον, ή ερωτομανές, ή αστρομαγικόν, ή φιλόνικον, ή ακατάστατον, ή ορθρινόν, ή μεσημβρινόν, ή μεσονύκτιον, ή αωρίας τινός, ή αυγής…ή κρημνών, ή εκ λάκκου, ή καλαμώνος, ή λίμνης ή εκ στέγης λουτρού, ή εκ μνήματος ειδωλικού, ή όθεν ίσμεν, και ουκ ίσμεν;….φιμώθητι, φοβήθητι, φύγε, μη υποστρέψεις, μηδέ υποκρυβείς, αλλ’ άπελθε εις γην άνυδρον, έρημον, αγεώργητον, ήν άνθρωπος ουκ οικεί, Θεός μόνος επισκοπεί, ο σειραίς ζόφου ταρταρώσας σε πάντων των κακών τον εφευρετήν διάβολον, ότι μέγας ο φόβος του Θεού, και μεγάλη η δόξα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος.»

---

- Όλη την ημέρα η Ευανθία, ούτε τις μαθήτριες απέπεμψε, ούτε μάθημα είχε όρεξη να κάμει, αλλά αυτοσχεδίασε πρόχειρα ανακρίσεις και άρχισε να εξετάζει τα κοράσια αν γνώριζαν τίποτε ως προς τα μαγικά αντικείμενα που βρέθηκαν στο Σχολείο. Προ πάντων ήταν άγνωστο, πως και πόθεν εισήλθε το πρόσωπο, το οποίο είχε ρίψει αυτά τα περίεργα πράγματα εντός του Σχολείου.

Η πόρτα ήταν κλειδωμένη, τα παράθυρα εφοδιασμένα με δικτυωτά…. Από τη στέγη τάχα, καθώς έλεγαν οι εξορκισμοί, κατήλθε ο εχθρός ή κάτωθεν από το ισόγειο δάπεδο του κτιρίου ανήλθε το καταχθόνιο δαιμόνιο;

Τέλος, η νεαρή δασκάλισσα, μετά πολλές προσπάθειες, ανακάλυψε ένα ίχνος, πραγματικό ή απατηλό. Και την εσπέρα, όταν σχόλασαν τα κορίτσια, έγινε γνωστό ότι οι δύο μαθήτριες, οι οποίες είχαν κρατήσει τα κλειδιά, για να σκουπίσουν την προηγούμενη εσπέρα, είχαν έλθει σε επικοινωνία με μία πρώην μαθήτρια, την Αρετώ Καλκατζάκη και μ’ ένα κορίτσι του δρόμου, τη Μαχώ της Τσούναινας. Αυτές οι δύο είχαν κάμει τάχα τα μάγια;

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου