Τετάρτη, 18 Μαϊος 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Η Φαρμακολύτρια

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Τη νύκτα εκείνη είχα ανεβεί και πάλι στο βουνό, για να συναντήσω την εξαδέλφη μου Μαχούλα. Την αλήθεια να πω, δεν ήξερα με βεβαιότητα ότι έμελλε να τη συναντήσω, αλλά οδηγούμενος απὸ το πάθος, έφερα τα βήματά μου σε προσκύνηση και αισθανόμουν την ανάγκη να αναζωπυρώσω αρχαίες αναμνήσεις.

Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα στα ερημικά εκείνα μέρη, την εξαδέλφη μου Μαχούλα. Την πρώτη φορά, προ είκοσι ετών, την είχα συναντήσει στο βάθος ενός δρυμώνα, πλησίον αρχαίου παμμεγέθους σηκού ή τεμένους από γιγαντιαία μάρμαρα, το οποίο πιθανόν να ήταν ναός των θεών, της προ του Προμηθέα εποχής. Σύρριζα στο παράδοξο εκείνο κτίριο, που πρόβαλε σαν πρόσωπο Σφίγγας την πρόσοψή του την γριφώδη, ήταν ένα μεταγενέστερο πενιχρό παρεκκλήσιο, τιμώμενο επ᾽ ονόματι της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας.

Εκεί είχα συναντήσει προ είκοσι ετών την εξαδέλφη μου Μαχούλα.

Περὶ τα τέλη του φθινοπώρου, είχε πάει μαζί με έναν παπά, για να λειτουργήσει το ναΐσκο. Έπειτα, αφού απέλυσε η λειτουργία, ο παπάς ήπιε τον καφὲ και τη ρακή του, έξω ακριβώς από τη θύρα του ναΐσκου, στο ύπαιθρο, πλησίον της φωτιάς της αναμμένης για την υπηρεσία του θυμιατηρίου και για το ζέον, αποχαιρέτισε τη γυναίκα και απήλθε. Η εξαδέλφη μου Μαχούλα έμεινε, μαζὶ με τη μικρή επταετή κόρη της και με δύο άλλες γυναίκες, γειτόνισσές της, οι οποίες την είχαν συνοδεύσει στην εκδρομή.

Αυτές περιέρχονταν στους λοφίσκους και στα ρέματα, στα πέριξ του ναού, μαζεύοντας αγριολάχανα και μανιτάρια.

Η ξαδέλφη μου Μαχούλα, ιδοὺ τι έκανε.

Αυτή άναψε επτά κεριά στα δύο μανουάλια του ναΐσκου, μπροστά στις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και της Αγίας Αναστασίας. Φαινόταν, ότι ήθελε μετά την αναχώρηση του παπά, να τελέσει αυτή νέα λειτουργία, πλέον μυστηριώδη.

Αφού άναψε τα επτά κεριά, έβγαλε απὸ το μεγάλο καλάθι της μακρότατο, πάνω από εκατό οργιές, λεπτό σχοινί, ολοκίτρινο, ευωδιάζον, κηρόπλαστο. Ήταν γιγαντιαίο φιτίλι βαμβακερό, το οποίο είχε κλώσει όλο με τα χέρια της και με τα χέρια της το είχε περιβάλει με κηρόμελο πρόσφατο.

Τούτο λοιπόν το τεράστιο κερί, το έδεσε απὸ την κρικέλα της παλαιάς σαρακωμένης θύρας του ναού, έπειτα άρχισε να το τραβάει και να το ξετυλίγει λίγο-λίγο απὸ το καλάθι, όπου το είχε τυλιγμένο σε έντεχνο και ευδιάλυτο κουβάρι και πορευόμενη εξωτερικά τον τοίχο του ναΐσκου, να το προσαρμόζει σύρριζα στον τοίχο, πρώτον στο μισό πλάτος του δυτικού τοίχου, μέχρι τη γωνία τη νοτιοδυτική, έπειτα καθ᾽ όλον το μήκος του νότιου τοίχου, έπειτα μετά την καμπή της γωνίας της νοτιανατολικής, ανά τον τοίχο του πλάτους τον ανατολικό, με όλη την καμπύλη την οποία σχημάτιζε η χιβάδα του θυσιαστηρίου, έπειτα έστριψε την αριστερή γωνία, πορεύθηκε τον τοίχο και από τη γωνία τη βορειοδυτική επέστρεψε πάλι στη θύρα του ναΐσκου. Κατόπιν πάλι έφερε νέα γύρα, απαράλλακτα όπως την πρώτη και προσάρμοσε το νέο έμβολο του κυρωμένου νήματος, παράλληλα και κοντά κάτω από το πρώτο. Έπειτα την τρίτη γύρα και τέταρτη και καθεξής, μέχρι της εβδόμης.

Επτά φορές έκαμε το γύρο του κτιρίου και με επτά έμβολα κηρωμένου νήματος περιέζωσε, η εξαδέλφη μου Μαχούλα, όλο το ναΐσκο.

Και οι γυναίκες, που επέστρεψαν μόλις, με τα καλάθια γεμάτα από βότανα και μανίτες, έκαναν το σταυρό τους και την εύχονταν λέγοντας:

― Ας δείξει η Φαρμακολύτρα το θάμα της! Βοήθειά σου!…

* * *

Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, είναι εκείνη η οποία χαλά τα μάγια, δηλαδή λύει κάθε γητεία και μεθοδεία πονηρή που γίνεται από τους εχθρούς. Σε εμένα, που παρευρέθηκα κατὰ τύχη εκεί, το πράγμα φαινόταν παράξενο, όσο ήθελε φανεί σε μαθητή της γ´ τάξεως επαρχιακού γυμνασίου, που δραπέτευσε από την έναρξη των μαθημάτων, στο μέσον του έτους. Αλλά η εξαδέλφη μου Μαχούλα ήξερε τι έκανε.

Ένα γιο, μονάκριβο τον είχε. Και είχε τέσσερις κόρες μικρές, των οποίων η μεγαλύτερη ήταν ήδη δεκαέξι χρόνων. Και ο γιος της, πρωτότοκος, άγγιζε ήδη το εικοστό έτος. Και ήδη έχανε το νου του και ζητούσε να παντρευτεί.

Του είχαν κάμει μάγια, οι γυναίκες απὸ τον Πέρα Μαχαλά και του είχαν σηκώσει τα μυαλά του. Ποιος ξέρει τι μαγγανείες του έκαμαν, και τι του έδωκαν να πιει. Γνώριζαν εκείνες απὸ μαγείες…

Κι αγάπησε μία κόρη, που ήταν μεγαλύτερη απ᾽ αυτόν στα χρόνια και ήθελε να την πάρει σύζυγο.

«Ή θα την πάρω, μάννα ή θα σκοτωθώ». Το είχε πάρει κατάκαρδα. Ήταν «ερωτοχτυπημένος». Τώρα, τι να κάμει η εξαδέλφη μου Μαχούλα; Να αφήσει το γιο της να μπει στα βάσανα, τόσο νέος κι αυτή να έχει τέσσερις κόρες ανύπανδρες, να τις καμαρώνει;

Και ποιος γονιός το δέχεται, αυτό;

Λοιπόν, έπεσε στα θεοτικὰ πράγματα. Έκαμε λειτουργίες πολλές και αγιασμούς και παρακλήσεις. Πήρε τα ρούχα του γιου της και τα έβαλε να λειτουργηθούν υπό την Αγία Τράπεζα. Παίδεψε τον εαυτόν της με πολλές νηστείες, αγρυπνίες, και γονυκλισίες.

Τελευταία προσέφυγε στη χάρη της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας. Αυτή είχε απ΄ το Θεό το χάρισμα να διαλύει τις μαγείας και γητείες. Πήγε, τη λειτούργησε, έζωσε το ναό της επτά φορές (τελούσα μόνη της ιδιαίτερη λειτουργία περιπαθή από μητρική στοργή) με κερί εκατό οργιές, το οποίο η ίδια είχε παρασκευάσει με τα χέρια της και παρακαλούσε την Αγία να χαλάσει τα μάγια, να έλθει στο νου του ο γιος της, ο ερωτοχτυπημένος και ποτισμένος απὸ κακές μαγγανείες και να μη χάνει τα μυαλά του άδικα…

* * *

Όλα αυτά τα αναπολούσα και τα αναπαριστούσα με το νου μου, σαν να είχαν συμβεί χθες και είχαν παρέλθει ήδη περισσότερα από είκοσι χρόνια απὸ τότε. Είχα βγει από την πολίχνη με τη δύση του ήλιου και είχα πορευθεί με την αμφιλύκη έως του Δράκου το ρέμα, εκεί απ΄ όπου αρχίζει ο ψηλός κάθετος ανήφορος του Βαραντά.

Η σελήνη δεν είχε ανατείλει ακόμη, επειδή ήταν δύο ή τρεις ημέρες μετά την πανσέληνο. Μέσα στο ρέμα, βαθιά κάτω, αντηχούσε ο ρόχθος του χειμάρρου, του σχηματιζόμενου απὸ τα χιόνια τα λιωμένα. Και ένας ψηλός μαύρος βράχος στεκόταν απέναντι μου, μυστηριώδης στο σκοτάδι.

Ήταν κατὰ Μάρτιο μήνα. Ο χείμαρρος ροχθούσε, έβρυχε και κατεφέρετο με κρότο και εκυλίετο σχηματίζοντας δύο καταρράκτες, κυρίαρχος στη σιγή της νύκτας.

Ο κρότος εκείνος ενέσπειρε φόβο στην ψυχή μου, που αναγνώριζε μέσα της ομοιότητα με το ρέμα εκείνο. Εδεσπόζετο όλη απὸ ένα ύπουλο πάθος, καθώς το βαθύ ρέμα και η σιγή της νύκτας δεσπόζονταν απὸ ένα γδούπο υπόκωφο.

Μετὰ δυσκολίας διέκρινα το μονοπάτι, το χαρασσόμενο ανάμεσα σε βρύα και θάμνους πυκνούς. Έπειτα, αντίκρυ μου, στην πλαγιά την κρημνώδη, άρχισα να βλέπω μία ανταύγεια. Οι πρώτες ακτίνες της σελήνης επαργύρωναν τις κορυφές των δένδρων. Έφθασα στη βάση του όρους και άρχισα να ανεβαίνω τον ανήφορο.

Αφού ανέβηκα πάνω από δύο χιλιάδες βήματα, γρήγορα και ασθμαίνοντας, είδα πέρα αντίκρυ τη σελήνη, εκείθεν του σύδενδρου λόφου που έκρυβε πίσω μου τον ορίζοντα, είδα τη σελήνη, να έχει απαλλαγεί από την κορφή του αντικρινού μεμακρυσμένου βουνού, όπου επί λίγα λεπτά φαινόταν σαν να είχε βάλει φωτιά σε ένα δένδρο μεμονωμένο, όρθιο επὶ της κορυφής του ψηλού λόφου, που έφρασε το λιμάνι, το δένδρο φαινόταν σαν να καίεται. Έπειτα, αφού άφησε το δένδρο μαύρο και σκοτεινό απόκαυμα, ανήλθε αργά, με ευτυχία και αποθέωση φαεινή, πάνω από την κορυφή του όρους.

Μετά ώρα έφθασα στην κορυφή του βουνού, έπεφτα, περπάτησα επὶ του οροπεδίου, με παμφαή σελήνη. Έπεφτα, έφθασα στην αντίθετη πλαγιά, όπου πάλι βρήκα σκιές και σύδενδρα μέρη και φόβητρα εμπρός μου.

Εκεί παρακάτω, ήταν η μικρή έπαυλη του Γιάννη του Στόγιου, αγρότου απλοϊκού, φίλου μου. Πήδησα το χαμηλό φράκτη, μπήκα στην αυλή και έκρουσα τη θύρα.

Ο Στόγιος δεν είχε κοιμηθεί ακόμη, φως έλαμπε από το φεγγίτη.

Τον κάλεσα ονομαστί. Γνώρισε τη φωνή μου και ερχόμενος μου άνοιξε. Μου παρέσχε πρόθυμη φιλοξενία και στέγη.

Εγὼ εντούτοις, δεν ήξερα γιατί είχα κρούσει τη θύρα του, αφού δεν είχα ύπνο ούτε νυσταγμό. Αφού εκείνος αποκοιμήθηκε, πήρα τη ράβδο και το καπέλο μου και εξήλθα φωνάζοντας προς αυτόν να κλείσει, αν ήθελε, την πόρτα. Εκείνος, επειδή «ελαγοκοιμάτο», πολὺ ελαφρά, μου απήντησε με ήρεμο γογγυσμό, μέσα στον ύπνο του.

Κατέβηκα ακόμη χαμηλότερα το βουνό. Η σελήνη μεσουρανούσε ήδη κι έφεγγε σε όλη την πλαγιά. Στις ποιμενικές επαύλεις οι πετεινοί είχαν λαλήσει. Κατήλθα σε σύδενδρο στενωπό, στράφηκα αριστερά, και έφθασα στον έρημο ναΐσκο της Αγίας Αναστασίας.

… Και τώρα, μετά είκοσι έτη, όταν άρχισα ήδη να φθίνω, αφού κατὰ κόρον γεύθηκα της ζωής όλη την τρύγα και την πικρία, εάν εγὼ ζητούσα να ζώσω με κερί το ναό της Μάρτυρος, ούτε κερί πλέον αγνό θα μπορούσα να βρω, διότι απὸ πολλού όλοι οι κηροπλάστες πωλούν νοθευμένα κεριά και οι μελισσοτρόφοι, αυτοὶ είχαν μάθει να νοθεύουν το κερί πριν το πουλήσουν. Και ο ναΐσκος της Αγίας, είχε περιέλθει σε παρακμή και ατημελησία οικτρή, διότι η θρησκευτική ευλάβεια πολύ είχε εκπέσει εντωμεταξύ. Δύο εικόνες λαδωμένες

και φθαρμένες υπήρχαν μόνο στο τέμπλο το σαπρό, η μορφή του Σωτήρος Χριστού δεξιά και αριστερά η εικόνα της αμνάδος του, της στρεφούσης προς αυτόν το πρόσωπο και φαινομένης σαν να έκραζε με μεγάλη φωνή: «Σε, νυμφίε μου, ποθώ!» Οι εικόνες της Παναγίας και του τιμίου Προδρόμου είχαν γίνει άφαντες. Ίσως είχαν αφαιρεθεί απὸ τα χέρια φιλαρχαίων ή εραστών της Βυζαντινής τέχνης…

Υπήρχαν μόνο δυο κανδήλια μισοσπασμένα ή ραγισμένα, η βόρεια πύλη του ιερού ήταν χωρίς θυρίδα, το μόνο παράθυρο το μεσημβρινό του ναού χωρίς παραθυρόφυλλο, το Θυσιαστήριομ και η προσκομιδή, γυμνά και ανεπίστρωτα, ήταν γεμάτα κονιορτό…

Ο ναΐσκος ο επταζωσμένος και αγιασμένος δεν λειτουργείται πλέον.

«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ο τόπος του καρπώσαι». Και η μυστική λειτουργία, την οποία ετέλει προ χρόνων πολλών περὶ τους τοίχους του η φιλόστοργη Μαχούλα, η εξαδέλφη μου, δεν θα είχε ξαναγίνει πλέον απὸ πολλού.

* * *

Ω! επτά μόνον;… Εβδομήντα επτά φορές θα είχα τώρα ανάγκη να περιζώσω το ναό της Αγίας Αναστασίας!… Τόσες φορές είχε περιζωσμένη την καρδιά μου το αγκάθι της πικρής αγάπης, τόσες φορές την είχε περισφίξει το ερπετό πάθος, το δολερό… σεβόμουν να ειπώ στην Αγία, ντρεπόμουν να ομολογήσω προς τον εαυτόν μου, ότι ήμουν, κάποιας ήδη ηλικίας, λεία του πάθους και έρμαιον…

Αλλά προς τι να προσφέρω λαμπάδες και μοσχολίβανο, προς τι να περιζώσω με κεριά το ναό; Η Αγία αδύνατο ίσως να με θεραπεύσει, αλλά εγὼ δεν επιθυμούσα να θεραπευθώ. Θα προτιμούσα να καίγομαι στη φλόγα τη βραδεία…

Υπάρχουν στον Παράδεισο Άγιοι δεχόμενοι τις ευχές των ερώντων;… Τάχα εκεί, δίπλα στο παρεκκλήσιο της Φαρμακολύτριας, στο παλαιό εκείνο μεγαλομάρμαρο κτίριο το αινιγματώδες, να υπήρχε το πάλαι ιερόν της Αφροδίτης, να υπήρχε βωμός του Έρωτος;

Ω! και όμως έλειωνα… ώρες-ώρες επιθυμούσα, ει δυνατόν, να γιατρευθώ. Βοήθα, Αγία Αναστασία!

* * *

Καθώς είχα περιεργασθεί το ναΐσκο, είχε ξημερώσει ήδη. Οι ώρες είχαν περάσει χωρὶς να τις αισθανθώ κι εγὼ στη νάρκη και τη ρέμβη της νύχτας, χωρὶς να αισθάνομαι το ψύχος, είχα περάσει όλη σχεδόν τη νύκτα του Μαρτίου εκείνη στο ύπαιθρο.

Απομακρύνθηκα από το παρεκκλήσιο, αισθανόμενος ακουσία ανακούφιση ότι, έρημο καθώς ήταν το ιερόν της, η Αγία δεν θα ήθελε πλέον να με θεραπεύσει.

Εκεί, παρ᾽ ελπίδα, συναντώ την εξαδέλφη μου Μαχούλα…

Ήταν ίδια όπως και προ είκοσι χρόνων, σχεδόν δεν είχε μεταβληθεί το πρόσωπό της, ούτε λευκή τρίχα είχε στην κόμη, ούτε ρυτίδα στο μέτωπο.

Ήταν απ΄ τις γυναίκες εκείνες που έχουν δεύτερη νεότητα, ανθηρότερη της πρώτης. Ωχρή και αφελής και άπλαστη, φαινόταν άσχημη εκ πρώτης όψεως, αλλά μετά δεύτερο βλέμμα ανακάλυπτε κανείς στο πρόσωπό της άφατη γλυκύτητα.

Ήταν νύμφη και ιέρεια και γυνή.

― Πού σ᾽ αυτόν τον κόσμο, εξάδελφε; μου λέγει.

Η Εξαδέλφη Μαχούλα, είχε ελαιώνα στα μέρη εκείνα. Τη χρονιά εκείνη ήταν πλουσιότατη ελαιοφορία και αν και ήταν Μάρτιος ήδη, το μικρό καλάθι, το οποίο κρατούσε περὶ τον αγκώνα της τον αριστερό, ήταν γεμάτο απὸ ελιές χαμάδες (ή θρούμπες) ωραίες και στίλβουσες, οι τελευταίες ελιές έπεφταν απὸ τα δένδρα ακόμη περὶ την άνοιξη. Θεωρούσε την εξοχή εκείνη ως γειτονιά δική της και γι’ αυτό έλεγε: «Πού σ᾽ αυτόν τον κόσμο;».

Εγὼ τη χαιρέτισα και κάθισα σε έναν όχθο, κάτω από μια ελιά, στην εσχατιά του ελαιώνα. Εκείνη ήλθε, απέθεσε το καλάθι της πλησίον μου και τακτοποιώντας επιμελώς με τα δύο χέρια τις άκρες του φορέματός της, κάθισε λίγο πάρα πέρα.

―Τρως χαμάδες, να σε φιλέψω, εξάδελφε;

―Εξαδέλφη Μαχούλα, άρχισα εγώ, χωρὶς να απαντήσω στην φιλόφρονη προσφορά της, θυμάσαι, τον καιρό εκείνο, όταν ήμουν εγὼ παιδί, που έζωνες με κερὶ το ξωκλήσι της Αγίας Αναστασίας;

― Θυμούμαι, απάντησε.

― Πες μου, σαν να μη ξέρω, γιατί το έκανες;

― Το είχα τάξιμο, γιατὶ ο Μανωλάκης ήταν ερωτοχτυπημένος κι επειδὴς η Αγία Αναστασία είναι που λύνει τα μάγια, μεγάλ᾽ η χάρη της, έζωσα το κλησιδάκι της και την περικαλούσα, μην τυχόν ήταν μαγεμένο το παιδί μου, για να χαλάσει τα μάγια.

― Κι ύστερα, τι απόγινε; Πες μου τα όλα, σαν να είμαι πνεμματικός, γιατὶ εγώ, ξέρεις, τον περισσότερο καιρό έλειπα απ᾽ την πατρίδα και δεν τα παρακολούθησα καλά.

― Φαίνεται ότι δεν του είχαν καμωμένα μάγια, μόνο ο ίδιος είχε πέσει στον έρωτα κι η Αγία, σαν δεν ήταν απὸ μάγια, δεν μπορούσε με το στανιό να του αλλάξει τα μυαλά, γιατὶ μοναχός του και θέλοντας έβαλε σεβντά μέσα του. Το λοιπόν, η Αγία έδειξε το θάμα της με άλλον τρόπο. Σαν ετέλεψα το τάξιμό μου, στον μήνα απάνω, το κορίτσι αρραβωνιάστηκε με άλλον και σ΄ ολίγον καιρό έγινε ο γάμος. Τότε, επειδή ήταν φόβος να τρελαθεί ή να χτικιάσει το παιδί μου

απ᾽ το κακό του, τον έταξα στην Παναγιά την Κουνίστρα, μεγάλ᾽ η χάρη της, για να τον γλυτώσει απ᾽ την τρέλα κι απ᾽ την αρρώστια… Του κόστισε πολύ, επόνεσε, έχασε την όρεξή του, κιτρίνισε σαν το κερί, έλιωσε στον απάν᾽ κόσμο… Ως τόσο, η Παναγία έδειξε το θάμα της και το παιδί δεν ετρελάθη ούτε χτίκιασε… Σε λίγο καιρό, ήρθε στον εαυτό του.

― Και τώρα τί γίνεται;

― Τώρα ταξιδεύει με τη γολέτα μας, στα μέρη της Ανατολής…

Επήρε δίπλωμα πλοιαρχίας και την κυβερνά ο ίδιος, επειδή ο πατέρας του γέρασε και κάθισε έξω… Φαίνεται πως το έριξε λιγάκι στο πιόμα ο Μανωλάκης, μα δεν το παρακάνει πιστεύω…

Άσπρισε και δε θέλει να παντρευτεί… Καλύτερα για μένα να σου πω, εξάδελφε. Με βοήθησε κι οικονόμησα τα δύο κορίτσια, τώρα έχω ακόμα άλλα δύο. Καλύτερα που γλύτωσε απὸ τα βάσανα…

Δεν συμφέρει να παραπληθαίνει και πολὺ ο κόσμος.

Ο γείτονάς μου, ο Κωσταντὴς ο Ρήγας, έξυπνος και κοσμογυρισμένος άνθρωπος, άμα δει να γεννηθεί κανένα αγόρι στη γειτονιά και βλέπει τις γυναίκες κι όλους τους συγγενείς νά ᾽χουνε χαρές, συνηθίζει να λέει: «Χαρείτε, βρε παιδιά, γεννήθηκε κι άλλος χαμάλης!»

Ακολούθως ρώτησα την εξαδέλφη μου, αν τυχόν συνέβησαν και άλλα τινά περίεργα σε σχέση μὲ την Υπόθεση αυτή.

Η Μαχούλα απάντησε:

― Ένα βράδυ, σε κείνη την εποχή, ενώ γύριζα απὸ τον ελαιώνα και πέρασα απ᾽ την Αγία Αναστασία να κάμω το σταυρό μου και να ανάψω τα καντήλια και καθώς νύχτωνε, άκουσα κάτι κρότους, μα κρότους παράξενους πολύ, σε κείνο το διπλανό το χτίριο με τα μάρμαρα, που λένε πως είναι στοιχειωμένο… Πάλι μια νύχτα, έβλεπα στο όνειρό μου, πως βρισκόμουν στο ξωκλήσι της Αγίας κι εκεί είδα τάχα ένα πράμα παράξενο πολύ, να προβάλει και να βγει έξω και να κυλιστεί, απὸ κείνο το στοιχειωμένο χτίριο…

Και μου φάνηκε τάχα, πως ήρθε ένα κορίτσι όμορφο, μα όμορφο πολύ, έλαμπε το πρόσωπό του και μου έδωκε ένα λουλουδάκι λευκό, μοσχομυρωδάτο και μου είπε: «Να, δώσ᾽ το αυτό του γιου σου, να μυριστεί είναι άνθος της Εδέμ». Έξαφνα, γυρίζει πίσω εκείνο το πράμα, το παράξενο, το μαύρο και κατακόκκινο, που είχε πηδήσει απὸ το χτίριο το παλιό, γυρίζει πίσω θεριεμένο και ρίχνετ᾽ επάνω μου και ζητούσε να μου αρπάξει απ᾽ τα χέρια το λουλούδι που μου είχε δώσει η όμορφη κοπέλα, που φαίνεται να ήταν η Αγία Αναστασία…

Στην ίδια στιγμή, η Αγία φαίνεται πάλι, σαν νά ᾽βγαινε απ᾽ την Αγία Πύλη του Ιερού και με ένα κλωναράκι απὸ βάια που βαστούσε στα χέρια, δίνει μια και του κόφτει το χέρι, του τρισκατάρατου, που γύρευε να μου αρπάξει το λουλούδι… Αυτά είδα.

* * *

Όλη την ημέρα πλανιόμουν στα ρέματα και τους αιγιαλούς, ανά την άγρια ακτή, τη βορεινή και θαλασσόπληκτη και μόνο το δειλινό επανήλθα στην έπαυλη του Στόγιου για να κοιμηθώ λίγες ώρες.

Όταν ξύπνησα, η σελήνη είχε ανατείλει, αλλά είχα χάσει τον ύπνο μου για όλη τη νύχτα.

Τα βήματά μου μ᾽ έφεραν και πάλι προς το ναΐσκο της Αγίας Αναστασίας. Άναψα τεμάχιο λαμπάδας από κερί μετρίως νοθευμένο, την οποία είχα αγοράσει την προτεραία στην πολίχνη, την είχα δε κόψει σε τέσσερα τεμάχια χάριν ευκολίας και αφού την περιτύλιξα σε χαρτί, την είχα βάλει στην τσέπη μου. Την προηγούμενη νύκτα, είχα λησμονήσει στην τσέπη μου τα τεμάχια της λαμπάδας.

Κόλλησα το κερί τούτο στο μανουάλι και κάθισα σε ένα των δύο ή τριών στασιδιών, όσα υπήρχαν, για να ξεκουραστώ… Έπειτα θέλησα να γονυπετήσω και προσπάθησα να δεηθώ, αλλά ρέμβαζα. Έκλεισα τα μάτια ζητώντας έναν ύπνο, αλλά ο πόνος αγρυπνούσε μέσα μου.

Στις ώρες της μοναξιάς της νύκτας εκείνης, των ασυνάρτητων προσευχών και των ακουσίων βλασφημιών, έπλεα σαν σε όνειρο σε άλλον κόσμο. Άκουγα ήχους, ψιθύρους και φωνές. Μου φαινόταν ότι οι αναμνήσεις και οι εικόνες, που πολιορκούσαν το νου μου, λάβαιναν μορφή και σώμα, βομβούσαν στα αυτιά μου σαν σμήνος απειράριθμων πτερωτών ψυχών, προσέβλεπαν την εικόνα της Αγίας, και μου φαινόταν τόσον ωραία, όσο φάνηκε σε όνειρο στην εξαδέλφη Μαχούλα. Έπειτα μία άλλη μορφή μου φάνηκε ότι στάθηκε μπροστά απ την εικόνα και την απέκρυψε.

Τη στιγμή εκείνη άκουσα μεγάλο θόρυβο έξω, δεξιά του ναού, στο μέρος όπου ήταν το παλαιὸ κτίριο, το «στοιχειωμένο».

Αμέσως ήλθε στο νου μου η διήγηση της εξαδέλφης Μαχούλας. Πήρα τη λαμπάδα και έτρεξα έξω απ τη θύρα.

Αύρα έπνεε ψυχρή και απειλούσε να σβήσει τη λαμπάδα. Επειδή εδέησε να περιστεγάσω το φως με την παλάμη, δεν έβλεπα τίποτε πέραν του τοίχου του ναού. Η σελήνη είχε περικαλυφθεί με νέφη. Διέκρινα στο σκιόφως το μαρμάρινο κτίριο και δεν εννοούσα τίποτε.

Μου φάνηκε ότι κάποιο πράγμα ξεπήδησε εκείθεν του τοίχου και τράπηκε σε φυγή, ίσως ήταν αγριόγατος ή νυφίτσα που κυνηγούσε στο σκοτάδι.

Επανήλθα στο ναό κι έκαμα το σταυρό μου. Κάθισα πάλι στο στασίδι. Η μορφή που μου φαινόταν παρεστώσα εκεί, η φέρουσα την αγνότητα στα μάτια που κοίταζαν κάτω και το γλυκασμό περὶ τα χείλη τα αβρά και μελιχρά, μου φάνηκε ότι αντάλλασσε νεύματα με την εικόνα της Αγίας. Μου φάνηκε ότι τα χείλη της ψιθύριζαν ικεσία και το βλέμμα της εικόνας ένευε συγκατάθεση…

Ύπνος τότε με κατέλαβε, στο στασίδι όπου καθόμουν.

Ο ύπνος ήταν χωρίς όνειρα, όλα τα όνειρα του τα είχε αφαιρέσει η εγρήγορση. Μόνο ενδόμυχα στο βάθος της συνειδήσεώς μου, μία φωνή, που έμοιαζε με χρησμό, ακούστηκε αμυδρά να ψιθυρίζει:

«Ύπαγε, ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου…»

Ξύπνησα. Σηκώθηκα και έφυγα. Αισθανόμουν άγρια χαρά, διότι η Αγία δεν είχε εισακούσει τη δέησή μου.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου