Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2021

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Άσπρη σαν το χιόνι

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1892.

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Δεν θυμάμαι πλέον πως μου το έλεγε η αείμνηστη η κυρούλα μου, το ωραίο εκείνο παραμύθι. Επρόκειτο για ένα Βασιλόπουλο, όπου δεν έστεργε ποτὲ να πανδρευτεί, αν ίσως δεν εύρισκε μία βασιλοπούλα, την πιο όμορφη του κόσμου, όπου να είναι «άσπρη σαν το χιόνι και κόκκινη σαν το αίμα».

Και ύστερα, νομίζω, το Βασιλόπουλο πήγε να λαφοκυνηγήσει, σε τέτοιον καιρό που έχουμε αυτή την εβδομάδα, ακόμα και στην Αθήνα κι έριξε μια τουφεκιά, πάνω στους χιονισμένους κάμπους και στα λιβάδια και στα πλάγια των βουνών και χτύπησε μια ελαφίνα και το αίμα της ελαφίνας χύθηκε πάνω στα χιόνια κι εκεί, δεν ξέρω πως, γεννήθηκε μία βασιλοπούλα και μεγάλωσε και ήταν «άσπρη σαν το χιόνι και κόκκινη σαν το αίμα».

Και το Βασιλόπουλο, βρήκε τη νύμφη των ονείρων του, πλασμένη από χιόνι, όπως ο Πυγμαλίων τη βρήκε από μάρμαρο. Όλοι αυτοί υπήρξαν ευτυχείς, ενάντια προς το στίχο του Ιταλού ποιητή και συμφωνότεροι προς τον ορισμό του αρχαίου φιλόσοφου, ευτυχείς διότι δεν υπήρξαν. Αλλά έκαμαν και άλλους προς καιρόν ευτυχείς, τόσα παιδιά που ακούνε τις διηγήσεις των προμητόρων.

* * *

Ενθυμείσθε το στίχο του Σολωμού.

«Ποια είν᾿ εκείνη που κατεβαίνει

Ασπροντυμένη, απ΄ το βουνό.»

Το χιόνι και το γάλα είναι οι δύο προχειρότερες κοινοτοπίες, για τη λευκότητα νεαρής γυναίκας. Μία φορά έτυχε να αυτοσχεδιάσω ένα δίστιχο, προς έπαινο μιας λευκής και λευκοφορεμένης.

Μαζί με ένα αγαπημένο, ευγενή φίλο μου, το Γιαννάκη του καπετάν Αργυρού, βαδίζαμε στου Αχειλά το ποτάμι τον κατήφορο, το ρέμα-ρέμα.

Κοντά στη βρύση πέζεψε εκείνος, εγώ απέμεινα πεζός να βαδίζω. Τότε μ΄ εβίασε φιλικά να πάρω ένα γαϊδουράκι, το οποίο σταμάτησε στο δρόμο. Ήταν μεγαλόσωμο με κοκκινωπό τρίχωμα, τελείως ασυνήθιστου χρώματος, το οποίο εγώ με το ανακάτωμα αθηναϊκών αναμνήσεων το ονόμασα «κοκκινέλι».

Κοντά στη βρύση, μας έφερε ο ψυχογιός του Γιαννάκη, ο αγωγιάτης, καλάθι με αχλάδια, αγγούρια και άλλα πράγματα. Έβαλε στην πηγή για να κρυολογήσει το παγούρι με το ρακί, παγούρι φυσικό, από ποδάρι τεράστιας καβούρας, το οποίο ονομάζουμε, δεν ξέρω γιατί, «τον Καβουροπόλεως». Λέγαμε π.χ. «φέρε τον Καβουροπόλεως, μας ήλθε ο Καβουροπόλεως;» και τα τοιαύτα.

Αλλά να, θυμούμαι. Ένας νεαρός μοναχός, που αγαπούσε να αστεΐζεται, όταν έγινε κάποτε λόγος περὶ μητροπολιτών διαφόρων παροικιών, που λήγουν εις «πόλεως», όταν έτυχε τότε να παρουσιασθεί στη μέση και το παγούρι τούτο, ανέκραξε αίφνης:

― Να και ο Καβουροπόλεως!

Εκεί λοιπόν, όταν το παγούρι αυτό έφερε τους συνήθεις γύρους, ανακαλέσαμε, με κάθε σεβασμό, τα λόγια του προφήτου Ηλιού, εκ της Βασιλειών Γ´ και λέγαμε: «Δευτερώσατε και δευτέρωσαν, τριτεύσατε και τρίτευσαν».

Όπου ο καπετάν Γιαννάκης, σε πάρα πολύ καλή διάθεση, όταν άκουε τα εδάφια αυτά της Γραφής, με αφέλεια έλεγε, αποτεινόμενος προς κληρικό φίλο μας:

― Το δευτέρωσες, παπά;

Του Γιαννάκη βεβαίως θα πήγαινε ο νους του στο δευτέρωμα των αμπέλων, το καλούμενο και δισκάφισμα.

* * *

Τέλος ίππευσα κι εγώ στο «Κοκκινέλι», τον Πήγασό μου και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε το βουνό.

Πηγαίναμε σε ένα πανηγύρι του Προδρόμου, της 24 Ιουνίου.

Εκεί, συναντήσαμε τη λαμπρή παρέα του καπετάν Κωνσταντή του Μυτιληνού, όλη έφιππη. Αυτός, η συμβία του, τα τέσσερα παιδιά του και δύο παραγιοί του. Η καπετάνισσα, ωραία, τριάντα ετών γυναίκα, με λαμπρή περιβολή και κόκκινα μεταξωτά πουκάμισα, ίππευε μεγαλοπρεπώς πάνω σε εύρωστο ημίονο.

Ξαναμμένος καθώς ήμουν εγώ, καβάλα πάνω στο Κοκκινέλι,

μου ήλθε να ειπώ στον καπετάν Κωνσταντή:

― Μου δίδεις την άδεια να πω ένα τραγούδι της κυρίας;

― Ευχαρίστως.

Και τότε απήγγειλα:

«Ασπροκολοβολούσα μου και άσπρη σαν το γάλα,

σένα σου πρέπει λεβεντιά, σου πρέπει και καβάλα.»

Σημειώσατε, ότι η πρώτη λέξη του δίστιχου, άνευ δυσφημίας, σημαίνει εκεί στις νήσους, αυτή που φέρει λευκό κολόβιο, ή φουστάνι χωρίς μανίκια.

* * *

Και όλα μεν αυτά καλά ήταν τότε, αλλά τώρα, όταν γέρασε κάποιος, ούτε «άσπρη σαν το χιόνι», ούτε «κόκκινη σαν το αίμα», τίποτε πλέον απ΄ όλα αυτά δεν βλέπει κανείς, αλλά καταντά να γίνεται αυτός: κρύος σαν το χιόνι… και να πάσχει από αναιμία.

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου