Παρασκευή, 20 Μαϊος 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Φιλόστοργοι

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1895

➖ ➖ ➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Ένα πρωί, πριν τρία χρόνια - ήταν τις παραμονές των Χριστουγέννων – η κυρά Πράπω η Σκαλιώτισσα, ψηλή, χονδρή, γυναικάρα πενήντα οκτώ ετών, είχε σηκωθεί να πάει να επισκεφθεί τη νονά της στα Πατήσια.

Είχε σπιτάκια με μεγάλη αυλή, σε μία άκρη της πόλης, όπου έτρεφε γίδες και προβατίνες και κότες και φραγκόκοτες και περιστέρια.

Το γάλα το πουλούσε προς ογδόντα λεπτά, με την οκά τη δική της. Τα περιστέρια, εκτάκτως μόνο, χωρίς ορισμένο τιμολόγιο, αν της είχε πνίξει κανένα η γάτα ή αν εύρισκε μουστερήδες, Γάλλους ή Ιταλούς του θεάτρου. Τ’ αυγά προς 15 λεπτά το ένα, τη σαρακοστή.

Αυτή, αν ήθελε να φάει αυγά, πράγμα σπάνιο, θα πήγαινε στη μεγάλη αγορά να τα ψωνίσει. Τα εύρισκε προς μία δεκάρα τα τρία, σπασμένα, αλλά φρέσκα και με δοκιμή. Που να γελαστεί αυτή!

Το πρωί εκείνο, είχε σηκωθεί, με απόφαση να πάει να επισκεφθεί τη νονά της, η οποία ήταν αρχόντισσα και είχε σπίτι στα Πατήσια. Έρχονταν Χριστούγεννα, επιθυμούσε να την φιλεύσει κάτι τι.

Τι άλλο από αυγά, στα οποία είχε ειδικότητα; Ήξερε, ότι θα εύρισκε εκεί το νονό της, το γιο της γριάς, ο οποίος θα φιλοτιμείτο να της πληρώσει καλά το δώρο της.

Μέτρησε όσα αυγά είχε και τα βρήκε δεκατέσσερα.

«Να τους τα πάει όλα; έχουμε και λέμε 14 αυγά, από μία δεκάρα, 14 δεκάρες, μία και σαράντα κι από μια πεντάρα ακόμα, 14 πεντάρες, 7 δεκάρες, 70 λεπτά. 70 και 1,40 (μέτρησε με τα δάχτυλα), δύο και δέκα. Τότε θα έχανε μια δεκάρα. Διότι, βέβαια, δεν θα της έδινε παραπάνω από δυο δραχμές ο νονός, για το πεσκέσι της.

Να τους τα πάει τα δεκατρία, έχουμε και λέμε όξου τα 15 λεπτά, 1,95 θα κέρδιζε μια πεντάρα. Διότι πάντοτε δυο δραχμές θα της τα πλήρωνε ο νονός της. Ας είναι τα 13.

Μα το 13 λένε πως δεν είναι καλό νούμερο. Να τους τα πάει τα δώδεκα;... Είπαμε πόσα; 1,90, τα δεκατρία; Πόσα είπαμε; 2,10 τα δεκατέσσαρα... Βγάλε τα 15, μένουν 1,95. Ναι, 1,95. Βγάλε τα 15, κάνουν 1,80 τα δώδεκα. Ας τους πάει τα δώδεκα που είναι καλό νούμερο… Δεν θα της δώσει παρακάτω από ένα δίδραχμο ο νονός της και ρέστα δεν θα καταδεχθεί να πάρει και που να έχει αυτή ρέστα επάνω της;

Ναι, τα δώδεκα θα τους πάει.

Τα τύλιξε σε λευκό καθαρό μαντήλι και ξεκίνησε πεζή, κούτσα-κούτσα, γιατί δεν ήταν τόσο γερή στα πόδια, για τα Πατήσια.

Είχε υπολογίσει την ώρα που θα εύρισκε εκεί το νονό της, ελθόντα προ ολίγου από το γραφείο του, πλην όχι αμέσως, αλλά λίγο ύστερα, ευθύς μετά το γεύμα, οπότε θα τους εύρισκε ευδιάθετους.

Ποτέ δεν θα έπραττε αυτή, το σφάλμα να παρουσιασθεί ακριβώς την ώρα του γεύματος.

Η κυρά Πράπω επέτυχε με το παραπάνω. Δέχθηκαν τα αυγά (τα οποία ήταν ομολογουμένως πρόσφατα), της τα πλήρωσε ο νονός της ένα δίδραχμο, μετά μικρού μορφασμού της νονάς, η οποία όμως δεν μπόρεσε να μην την καλέσει να καθίσει στο ίδιο τραπέζι της, για να χορτάσει από τα αποφάγια.

Η κυρά Πράπω δεν ήταν εντελώς νηστική, αλλά είχε προγευματίσει στις δέκα. Έπειτα ο εξοχικός αέρας της είχε ανοίξει την όρεξη. Αφού έκαμε διάφορες ομιλίες, όχι αδέξια, ύστερα, μεταξύ λόγων, παρενέβαλε ότι είχε έλθει πεζή και παραπονέθηκε για τα πόδια της... ώκτειρε και τα γεράματα του συζύγου της, του μπαρμπα-Πράπη, ο οποίος δεν ήταν πλέον ικανός για τίποτε.

Ο νονός, ο οποίος είχε γίνει πολύ ευδιάθετος από τα δύο κύπελλα γενναίου οίνου και από μικρό ποτήρι σαρτρέζ με τον καφέ, έβγαλε και της έδωκε δύο ή τρεις δεκάρες, για να πληρώσει το λεωφορείο στην επιστροφή. Νέος μορφασμός της νονάς, η οποία συλλογιζόταν ότι τα αυγά θα τα αγόραζε προς μία δεκάρα το ένα, φρεσκότατα, στα Πατήσια και ότι τα πόδια της αναδεκτής, κανείς δεν τα είχε προσκαλέσει να λάβουν τον κόπο να μεταφέρουν στα Πατήσια το χοντρό σώμα της.

Τελευταία μάζεψε με το θάρρος λίγες πεπονόφλουδες που είχαν μείνει στο τραπέζι, για την κατσίκα της, τις τύλιξε στο μαντήλι και έφυγε. Είχε ξεκουραστεί πολύ και δεν έκρινε αναγκαίο να ανέβει στο λεωφορείο. Γύρισε πεζή.

Πέρασε από ένα εξοχικό σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια περιβολάρισσα εξαδέλφη της, φλυάρησε αρκετά, μάζεψε και εκεί ότι βρήκε χρήσιμο για την κατσίκα της, νυχτώθηκε κι επέστρεψε στην πόλη, κρατώντας μεγάλη αβασταγή κάτω από τη μασχάλη της.

Είκοσι βήματα πριν φτάσει στην οικία της, την ώρα που είχαν ανάψει το εκεί φανάρι του αερίου, βλέπει μικρό παιδάκι που έκλαιγε μόνο του.

- Τι έχεις, παιδί μου;

Το παιδί ψέλλισε, ζητώντας τη μητέρα στο σπίτι.

- Τίνος είσαι, μικρό μου;

Το παιδί δεν ήξερε να πει τίνος ήταν.

- Πώς την λένε την μάννα σου;

- Μαμά.

- Και τον πατέρα σου;

- Μπαμπά.

***

Η κυρά-Πράπω ήταν σε αμηχανία. Πήρε το παιδί από το χέρι και το οδήγησε μέχρι την πόρτα της μάνδρας, όπου ήταν το σπίτι της.

Εκεί στάθηκε λίγα λεπτά, φώναξε με την οξύ τραχιά φωνή της την κόρη της, τη Μαρίνα, να την ξαλαφρώσει και όταν αυτή ήρθε, της παρέδωσε τη δέσμη με τις φλούδες και τα εξώφυλλα των φυτών, όσα κουβαλούσε και έπειτα έμεινε διστάζουσα και ρωτώντας μεγαλοφώνως τις γειτόνισσες, αν καμιά απ’ αυτές γνώριζε το παιδί.

Πολλές το κοίταξαν υπό το φως του αερίου, το έψαξαν, το γύρισαν. Καμιά δεν έτυχε να το γνωρίζει.

Κατά τύχη, ως συνήθως στα παραμύθια, συνέβη να περνώ απ' εκεί. Άλλωστε, ήμουν γείτονας και ήταν η συνήθης ώρα που κατερχόμουν στη συνοικία.

Η κυρά Πράπω με είδε και με φώναξε:

- Έλα... εσύ που έχεις γουρλίδικο χέρι, μου λέει.

Μου θύμισε αμέσως, ότι προ ολίγων μηνών, συνέβη να χαθεί ένα παιδί κι εκείνο, κατά περίπτωση, είχε πέσει στα χέρια της, την ίδια ώρα το απόγευμα, ότι εγώ, βλέποντας αυτό να κλαίει στα χέρια της και ζητώντας τη μαμά του, του έδωκα μία δεκάρα για να μερώσει.

Ότι κατ' ευτυχή συγκυρία, ευθύς μετά τη δεκάρα, συνέβη να παρουσιασθεί η μητέρα του παιδιού, η οποία το αναζητούσε από ώρες και να έλθει να το συμμαζέψει.

Έσκυψα και κοίταξα το παιδί. Δεν του έδωκα δεκάρα, έκαμα κάτι καλύτερο. Το γνώρισα.

- Αυτό το παιδί είναι ο Γιώργος, του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού, είπα.

Ο μαστρο-Δημήτρης ο Χωριανός, αγαπούσε τα δύο παιδιά του με τόσο ένθερμη αγάπη, όσο λίγοι γονείς στον κόσμο. Τόσο, ώστε ο ίδιος τους έκανε τη μητέρα και τούτο, όχι λόγω έλλειψης μητέρας, οπότε το πράγμα θα ήταν ευεξήγητο, αλλά διότι η μητέρα τους έκανε... τον άγγελο της εστίας.

Φαντάζομαι, μέλαθρον, χριστιανική οικία ελληνική, ζωγραφισμένη με τις δύο κλίσεις της στέγης, σαν δύο πτέρυγες αγγέλου-γυναικός τανυζόμενες πάνω της εστίας.

Τέτοια μητέρα ήταν η Γιακουμίνα, η φαμίλια του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού.

Ήταν μια χαρά, να βλέπει κανείς το μαστρο-Δημήτρη, να κρατά στην αγκαλιά τον τριετή γιό του και να σύρει από το χέρι την πενταετή θυγατέρα, να οδηγεί τα δύο παιδιά στο πλησίον μικρό μπακάλικο, για να τους αγοράσει λιλιά, κοκά να τα φιλέψει.

Τα δύο παιδιά άστραφταν από καθαριότητα και ήταν ωραία και καλοθρεμμένα. Όλα τα αποτελέσματα αυτά, ήταν έργο αγγέλου της εστίας και ήταν προϊόν των κόπων και των μισθών του μαστρο-Δημήτρη, ο οποίος ήταν ασπριστής ή χρωματιστής την τέχνη και πράγμα σπάνιο, είχε κατορθώσει μόνο με τη φιλοπονία και τα μεροδούλια του, να κτίσει και ν' αποκτήσει (ήταν και ολίγον κτίστης) ένα μικρό σπιτάκι, κάτω στην εσχατιά της πόλης, εκείθεν του Μεταξουργείου.

Και η φαμίλια του στο σπίτι, έπλυνε και σφουγγάριζε και έραβε και μπάλωνε και ζύμωνε και μαγείρευε και ήταν όλη χάρη και χαρά της εστίας.

Ποτέ δεν είδαν οι γείτονες, τόσο καμαρωμένο ανδρόγυνο. Φανταστείτε, η Γιακουμίνα, όμοια με χελιδόνα μητέρα, να στρώνει, να συγυρίζει, να ετοιμάζει τη φωλιά και ο πατέρας, όμοιος με πελαργό, φέροντα τα χελιδονάκια της άνοιξης, να φέρει, να βαστάζει και να κουβαλάει τα δύο παιδιά, τα οποία ονόμαζε συνήθως ψ έ μ α τ α, ήξερε αυτός γιατί.

Διότι, πριν αποκτήσει τα δύο αυτά παιδιά, ήταν «χαροκαμένος».

Του είχαν αποθάνει άλλα δύο. Το Γιώργο τον ονόμαζε ένα ψ έ μ α, γιατί ήταν μικρός και τρυφερός. Και την Παρασκευή την ονόμαζε ψ ε υ τ ρ ο ύ, ίσως γιατί ανήκε στο φύλο το πλέον ψεύτικο.

Τα αγαπούσε πράγματι ολόψυχα, τα αγαπούσε πολύ-πολύ, όχι όμως περισσότερο από όσο αγαπούσε ο μπαρμπα-Στέργιος ο Παρκιώτης τα δικά του πέντε ή έξι παιδιά, μισή δωδεκάδα σωστή. Και ο μεν Δημήτρης ο Χωριανός, ήταν νέος και ακμαίος ακόμη, ο δε μπαρμπα-Στέργιος, ήταν γέροντας και ασθενής. Έπασχε από τη νόσο την οποία γιάτρευε κρυφά ο Νικόλας ο Μανάβης.

***

Ο Νικόλας ο Μανάβης, είχε τη δικαιοδοσία του, εκτεινόμενη τριγύρω στου Ψειρή, στου Τάτση τη Βρύση, στου Τριγκέτα, στον Άι-Θανάση, μέχρι της πλατείας Κουμουνδούρου. Ήταν σχεδόν τόσο κρυφός στο εμπόριο, όσο και στην ιατρική. Αυτός και ο γάιδαρός του δεν έβγαζαν ποτέ λέξη, ούτε φωνή. Είναι ο μόνος μανάβης, ο οποίος διατρέχει τακτικά, κάθε πρωί και μεσημέρι και βράδυ, με το γαϊδουράκι του, όλους αυτούς τους δρόμους και τους δρομίσκους, χωρίς να εξέρχεται γρυ από το στόμα του.

Κάποτε μουρμουρίζει ή μασά κάτι τι - λάχανα, σέλινα ή κουνουπίδια - αλλά τόσο χαμηλά, ώστε μόνο αυτός τ' ακούει.

Και το γαϊδουράκι του, ποτέ δεν ακούσθηκε να γκαρίξει.

Ενστικτωδώς, μιμείται τον αφέντη του.

Καμμιά φορά, ο Νικόλας, ενώ διατρέχει τους δρόμους, περιμένοντας να τον δει καμιά πτωχή νοικοκυρά να τον φωνάξει, για να σταματήσει (ίσως έχει τακτικούς μουστερήδες, κρυφούς όσο και αυτός, έχοντας πεποίθηση ότι δεν πουλάει ξίγκικα), το απομεσήμερο, ή το βράδυ-βράδυ, βάζει το μικρό τριετή γιο του στα καπούλια ανάποδα, βλέποντα προς την ουρά, ακουμπώντας τα νώτα επάνω στα καλάθια και του λέει να κρατεί την ουρά του γαϊδάρου, αλλά ο μικρός δεν έχει την ικανότητα, οπότε, ο πατέρας αναγκάζεται να βαδίζει σιμά-σιμά, κρατώντας αυτός την ουρά του ζώου, για να μη γλιστρήσει και πέσει ο γιος του. Αυτό και μόνο το θέαμα, θα με καθιστούσε πρόθυμο, εάν είχα λεπτά διαθέσιμα, ώστε να αποφασίσω να αγοράσω, όχι μόνο όλα τα λαχανικά του Νικόλα, μαζί με τα κοφίνια, αλλά και αυτόν τον γάιδαρό του.

Αλλά δεν είμαι βέβαιος αν τον πουλάει, γιατί πού να βρει άλλο γαϊδουράκι τόσο κρυφό, βωβό και διακριτικό, ικανό να μιμείται τον αφέντη του, ο οποίος είναι τόσο κρυφός, ώστε μόνο κατά συγκυρία συνέβη να μάθω την ιατρική ειδικότητα, την οποίαν έχει στο να θεραπεύει κρυφή νόσο;

Νόσο απ’ την οποία έπασχε ο μπαρμα-Στέργιος ο Παρκιώτης, ο οποίος ανέτρεφε μισή δωδεκάδα παιδιά, με την καλή του προαίρεση. Και η εργασία του συνίστατο, το χειμώνα στο να μαζεύει και να κουβαλάει αγριολάχανα, ραδίκια, ζοχάρια, πικραλίδες, βρούβες, βλαστάρια (τα οποία ήξερε όλα τα χλοώδη και απάτητα μέρη, για να ανέρχεται να τα μαζεύει), και το καλοκαίρι, στο να κουβαλά τα κληματόφυλλα, τα οποία πουλούσε στα μπακάλικα προς είκοσι λεπτά την οκά. Οι δε αμπελοκτήμονες της Αττικής πεδιάδας, όχι μόνο του επέτρεπαν να μαζεύει κληματόφυλλα από τ' αμπέλια τους, αλλά τον παρακαλούσαν να το κάνει, γιατί τους γλύτωνε από τα έξοδα και τα μεροκάματα. Ήταν τεχνίτης και ήξερε να «αγρολογά» και να ξεφυλλίζει καλά, απαλλάσσοντας τα κλήματα από όλα τα περιττά φύλλα. Αγαθοποιός και όχι κακοποιός, εργάτης και όχι κηφήνας, χριστιανός, όχι απάνθρωπος.

Ήταν συγκινητικό να τον βλέπει κανείς, σαν ζυγαριά έμψυχη, φορτωμένο ένα σάκο γεμάτο λάχανα ή φύλλα στην πλάτη πίσω και να φέρει, αχώριστο από το σώμα του, άλλον ογκώδη σάκο κρεμασμένο μπροστά στην πολύπτυχη βράκα του. Ήταν αυτή η νόσος, την οποία θεράπευε κρυφά ο Νικόλας ο Μανάβης.

Έζησε με τον ιδρώτα του προσώπου του και ανέθρεψε πέντε ή έξι παιδιά, τα οποία... δεν ήταν δικά του. Πέθανε ο φτωχός, προ τεσσάρων ή πέντε ετών και βρήκε ανάπαυση των κόπων του.

Το σώμα του, το αποκαμωμένο και βασανισμένο, το κυρτωμένο από το σκύψιμο και από το φόρτωμα, ίσαξε και έγινε ευθύ επί της νεκρικής κλίνης.

Ελπίζω και πιστεύω, ότι θα πήγε στον άλλο κόσμο ο φτωχός, πολύ σιμά στον πτωχό Λάζαρο. Ναι, σιμά, πολύ σιμά.

***

Δεν ήταν δικά του. Δεν είχε αποκτήσει ποτέ παιδιά από τη φαμίλια του. Είχε πάρει από το Νηπιακό Ορφανοτροφείο (ίσως είναι πολλοί που φοβούνται να διέλθουν έξω από το ίδρυμα εκείνο και δεν ξέρουν που βρίσκεται), είχε πάρει ένα έκθετο κατ' αρχάς, έπειτα δεύτερο και τρίτο, μετά τέταρτο και πέμπτο.

Μέχρι του τρίτου ορφανού, του έδιναν, για το καθένα, τις κανονισμένες 15 δραχμές το μήνα. Όταν ζήτησε να πάρει τέταρτο και πέμπτο, του τις είχαν κόψει τις 45 δραχμές, αλλά αυτός δήλωσε ότι του αρκούσαν οι 30, τις οποίες λάβαινε για τα δύο τελευταία.

Δεν είχαν μεγαλώσει ακόμη αρκετά τα τρία πρώτα, ώστε να είναι χρήσιμα. Ήταν από 6 έως 8 ετών. Αλλά ήταν ευχαριστημένος.

Και η φαμίλια του, τα είχε πονέσει και τα υπεραγαπούσε και δεν ήθελε ν' αποχωρισθεί απ' αυτά.

Τον καιρό εκείνο, ήταν επόπτης ή σύμβουλος, δεν ξέρω τι, του ιδρύματος εκείνου, ένας κύριος άγαμος, με γυαλιά, με ασημένια δόντια, με παγωμένο μειδίαμα. Αυτός αγαπούσε τα ορφανά σαν να ήταν δικά του. Και ποιος ξέρει αν δεν ήταν! Προστάτευε τα εσωτερικά και δεν ήθελε να δώσει παραπάνω από 25 δραχμές στον μπαρμπα-Στέργιο. Τέλος πείσθηκε να δώσει τις 30.

Ο άγαμος κύριος με τα γυαλιά, δεν έλειπε ποτέ από τα φιλανθρωπικά και ήταν πάντοτε μέσα σε διαχειρίσεις και επιμελητείες και σε όλες τις ονομασίες, τις εμπεριέχουσες χείρα και μέλι. Τέτοιοι αυστηροί άνθρωποι χρειάζονται πράγματι στα ευαγή καθιδρύματα.

Τα δύο παιδιά του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού, ήταν τόσο δικά του, όσο και η μισή δωδεκάδα ήταν του μπαρμπα-Στέργιου του Παρκιώτη. Και οι δύο από το εκθετοτροφείο τα είχαν πάρει. Η μόνη διαφορά ήταν, ότι ο μαστρο-Δημήτρης ήταν «χαροκαμένος» και τα αγαπούσε με αγάπη διπλή αυτός και η Γιακουμίνα, η φαμίλια του.

Την εσπέρα λοιπόν εκείνη, καθώς είπα στην αρχή, αναγνώρισα το Γιώργο στα χέρα της κυρά-Πράπως, και είπα.

- Αυτό το παιδί είναι του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού.

- Α! μπασταρδέλι; μου λέει η κυρά-Πράπω.

- Δεν ξέρω, μ π ά σ τα ... της λέγω μασώντας το μισό της λέξης.

Μα το σπίτι του ανθρώπου είναι όχι πολύ μακριά, εδώ κάτω, πέρα απ’ το Μεταξουργείο...

Τη στιγμή που πρόφερα τη μισή εκείνη λέξη, ακουσίως θυμήθηκα, ότι η κυρά-Πράπω είχε συχνά ιταλίδες νοικάρισσες στα δωμάτια του σπιτιού της, αλλά όμως δεν είχε κατορθώσει ποτέ να μάθει άλλη λέξη από το στόμα τους παρά μόνο «π ά ν ε» και «ν τ α ν ά ρ ο» και «α μ ό ρ ε» και ήταν πολύ μακριά του να γνωρίζει και ρωμέικα ακόμη, τι σημαίνει «μ π ά σ τα».

Αμέσως ύστερα, βρέθηκε ένας καλός χριστιανός, ο οποίος γνώριζε τον πατέρα και την οικία, αλλά όχι το παιδί, πρόθυμος να οδηγήσει το μικρό πλησίον των θετών γονέων του.

Τότε ησύχασα και απήλθα.

***

Την επόμενη μέρα ήλθε και με βρήκε ο Δημήτρης ο Χωριανός, με το πρόσωπο ακτινοβόλο.

Μου διηγήθηκε για πολύ ώρα και με πολλές αφελείς ταυτολογίες και επαναλήψεις, τον πόνο και τον καημό και το φόβο και την τρεμούλα της καρδιάς, οπού είχαν λάβει, αυτός και η φαμίλια του, η Γιακουμίνα, την προηγούμενη το απομεσήμερο, όταν από λυπηρή απροσεξία της μητέρας είχε εξέλθει και είχε αποπλανηθεί το παιδί, καθώς και τη χαρά και αγαλλίαση και το ξαναγέννημα που αισθάνθηκαν, τώρα που έρχονται τα Γεννητούρια του Χριστού μας, οπού καταδέχθηκε να γεννηθεί ως παιδί και αγαπά και φυλάγει και μαζώνει πλησίον του όλα τα παιδιά, που αισθάνθηκαν, λέγω, χύνοντας δάκρυα ακράτητα, κλαίοντες σαν μικρά παιδιά, άμα βρέθηκε το μικρό, οι δύο τους, με τη Γιακουμίνα, τη φαμίλια του.

Ο άνθρωπος με γέμισε και με φόρτωσε ευχαριστήρια, όσα δεν μπορούσα να σηκώσω ούτε να χωρέσω, με τη συνείδηση, ότι μόνον κατά τύχη είχα κάμει το απλούστερο κοινωνικό χρέος.

Κι η κυρά-Πράπω, θαρρώ πως πήρε τα βρετίκια της.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου