Σάββατο, 03 Δεκεμβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Οι Ναυαγοσώσται

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1901

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

 

Πώς έτρεχαν το πρωί στην πεδιάδα πέρα, έξω απ’την πολίχνη τόσος κόσμος, άνδρες και παιδιά και λίγες γυναίκες επίσης;

Έτρεχαν μέσω της ευρείας λεκάνης, που σχηματίζεται μεταξύ δύο βουνών και ενός βορεινού όρμου και του λιμανιού του νότιου, πλήθος πολύ.

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτό νερόχιονο, ο Γραίγος, ο Βορειοανατολικός, αδιάκοπα φυσούσε και ήταν ψύχος και χειμώνας, Δεκέμβριος μήνας…..

Πρώτοι έτρεξαν, ο Λούκας ο Μπούνος κι ο Θανάσης ο Πουγαδής κι ο Παναγής της Χρόναινας.

Αμέσως μετά απ’ αυτούς ήλθαν, ο Αναστάσης ο Ζιζυφός κι ο Κώστας ο Αμπάς κι ο Αλέξης της Μυλωνούς κι οι λοιποί.

Άλλοι απ΄ αυτούς είχαν σάκους γεμάτους, άλλοι κρατούσαν σαν ράβδους ψηλά κοντάρια κι οι τσέπες των αμπαδένιων επανωφοριών και περισκελίδων τους, φαίνονταν κάπως φουσκωμένες.

Είχαν βγάλει από τα κοντάρια τους γάντζους και τα καμάκια και τα έφεραν στις τσέπες τους, ίσως για να μη δίνουν υποψίες.

Δύο απ΄ αυτούς κρατούσαν από μία απόχη και άλλοι βαστούσαν κουβαριασμένα χονδρά σχοινιά, πισσωμένα.

Βέβαια επρόκειτο περί αλιευτικής ή ναυτικής εκδρομής.

Αλλά πώς είχαν μυρισθεί την υπόθεση κι είχαν πάρει είδηση, όλοι οι μάγκες του τόπου, παιδιά μεταξύ δώδεκα και δεκαέξι ετών, πρώτος ο Θοδωρής ο Τσούνος, έπειτα ο Γιάννης ο Ζόπης κι ο Πέρρος ο Τριζόπης κι ο Βασίλης ο Γλάρος κι ο άλλος Βασίλης ο Κουλός κι ο Γιώργης ο Κυρκυδός κι ο Δημήτρης ο Ψόφος κι ο Γιάννης ο Κιώρης κι ο Αλέξης το Φανάρι κι ο Μανωλιός το Ψαλτήρι και τόσοι άλλοι;

Μόλις είχε γίνει γνωστή το πρωί η είδηση, ότι την περασμένη νύχτα είχε πέσει έξω στην Κεφάλα, την απότομη ψηλή ακτή, κοντά σε επισφαλή βορεινό όρμο, μία μεγάλη νάβα ολλανδική, πελώριο σκάφος, φορτωμένο με αγγεία, σίδηρο και υφάσματα. Και οι μεν ναυαγοί είχαν σωθεί, είχαν έλθει νύκτα στην πόλη, οι κάτοικοι τους έδωκαν φορέματα, άναψαν μεγάλη φωτιά μέσα σε μία ισόγεια αποθήκη και τους ζέσταναν.

Οι ξένοι ήπιαν ρούμι άφθονο και άναψαν τις πίπες τους.

Φαίνονταν ευχαριστημένοι από τη φιλοξενία των εντοπίων.

Τώρα επρόκειτο και πως να σωθούν τα ναυάγια.

***

Η εξουσία είχε στείλει δύο ένοπλους χωροφύλακες στην Κεφάλα, για να φυλάξουν, όσο το δυνατόν, το βυθισμένο σκάφος.

Αλλά πριν έλθουν οι χωροφύλακες, είχαν φθάσει στον τόπο του ναυαγίου, ο Λούκας ο Μπούνος με την παρέα του κι ο Αναστάσης ο Ζιζυφός κι ο Αλέξης της Μυλωνούς και οι λοιποί. Ακόμη πριν απ΄ αυτούς έφθασαν, αν και τελευταίοι είχαν αναχωρήσει, ο Θοδωρής ο Τσούνος κι ο Βασίλης ο Γλάρος κι ο Δημήτρης ο Ψόφος κι όλοι οι ξυπόλυτοι μοσχόμαγκες του τόπου.

Άρχισαν δε αμέσως να εργάζονται προς ανέλκυση των ναυαγίων από τον πυθμένα.

Οι δύο ή τρεις γυναίκες, που είχαν ακολουθήσει, ακολούθησαν καταρχάς με πρόφαση για να φωνάξουν πίσω τους γιους τους, τους μάγκες και να τους συμμαζέψουν, έπειτα σιγά-σιγά, χωρίς να το αισθανθούν, ελκύσθηκαν και αυτές μέχρι την Κεφάλα και βρήκαν περίεργο το θέαμα.

Ο Λούκας κι η παρέα του, με τους γάντζους και με τις απόχες, θα κατόρθωναν πολύ μεγαλύτερες δουλειές, αν ήταν εύκολο να φέρουν από το λιμάνι τις βάρκες τους στο μέρος εκείνο. Αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο, γιατί ο μαινόμενος βοριάς δεν το επέτρεπε.

Θα ήταν ανάγκη να κάμψουν το ανατολικό ακρωτήριο, που έφρασσε το λιμάνι, να πλεύσουν κατεπάνω στον άνεμο, τρία ως τέσσερα μίλια πέλαγος αγριεμένο, στα βασίλεια του βορρά.

Με πανιά θα ήταν αμήχανο, με κουπιά θα χρειάζονταν πολύ μεγαλύτερες και ισχυρότερες λέμβοι και πολλά και στιβαρά χέρια για να το κατορθώσουν. Για τούτο αναγκάστηκαν, φέροντας τα αλιευτικά τους εφόδια, να έλθουν πεζοί, χωρίς κανείς να τους έχει στείλει.

Τώρα, με γάντζους, με απόχες, με σχοινιά και με κοντάρια, έκαναν ότι μπορούσαν ανασύροντες πότε-πότε μεγάλα πινάκια, υπερμεγέθεις σουπιέρες με καλύμματα και με κουτάλες πήλινες ακόμη, ενίοτε δέσμες σιδηρών ράβδων κτλ. Αλλά πολύ μεγαλύτερη εργασία έκαναν ο Θοδωρής ο Τσούνος κι ο Γλάρος κι ο Ψόφος και οι λοιποί. Αυτοί, χωρίς να φοβούνται ότι θα κρυώσουν, γυμνώθηκαν από τα λίγα ράκη που φορούσαν, έδιναν διαρκώς βουτιές, έφθαναν δύο ή τρία μπόϊα στον πυθμένα κι επανέρχονταν στον αφρό φέρνοντας πάντοτε όση μπορούσαν να σηκώσουν λεία.

***

Δεν φαινόταν να είχαν συλλογισθεί πως θα μεταφέρουν τόσα αγγεία πήλινα και τόσες ράβδους σιδερένιες και πως θα τα εξασφαλίσουν.

Αλλά γι΄ αυτό ο Λούκας ο Μπούνος φαινόταν να είχε το σκοπό του.

-Παιδιά, είπε αυτός έξαφνα, αφού στράφηκε προς τις διάφορες ομάδες των ανελκυστών και των βουτηχτών, τα πλιάτσικά μας, βλέπετε, είναι τέτοιας λογής, που το ένα είδος, το σίδερο, είναι φτιασμένο για να σπάζει το άλλο είδος, τα πιάτα. Το λοιπόν, δεν μπορούν να κάμουν εύκολα χωριό τα δυο μαζί. Είναι ανάγκη να τα ξεχωρίσουμε.

Σας παραχωρούμε σας, των παιδιών, να πάρετε όσα πιάτα βρείτε, σπασμένα και γερά, που είναι και πλιο εύκολο να τα κουβαλήσετε στα χέρια, σώνει να μας βοηθήσετ΄ εμάς να μεταφέρουμε σε μέρος σίγουρο ούλες τις βέργες και τις λαμαρίνες.

Έσκυψε στο αυτί ενός απ΄τους συντρόφους του, του Αναστάση του Ζιζυφού και του ψιθύρισε μερικά λόγια με πολλές χειρονομίες, δείχνοντας με συρτό κι επίμονο κίνημα της παλάμης, ίσα-πέρα το γιαλό και ακούσθηκαν αρκετά ευκρινώς απ΄ το στόμα του λίγες λέξεις:

«καλύβα, πέρα εκεί, σπηλιά,… κλειδαριά, σιδερόπορτα..

Να φυλάτε κι εμείς θα ΄ρθούμε με τις βάρκες το βράδυ, σαν πέσ΄ ο αέρας».

Τη στιγμή εκείνη, ένας από τους μάγκες, ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, φώναξε:

-Ε! μπαρμπα-Λουκά! μπαρμπα-Λουκά! να έρχονται οι ταχτικοί!

Στράφηκαν όλοι και είδαν τους δύο γηραιούς χωροφύλακες, με τις παλιοκαπότες τους και με τις καραμπίνες τους τις σκουριασμένες, που φάνηκαν να κατεβαίνουν τη ράχη προς την ακτή και μόλις απείχαν πεντακόσια βήματα.

Ήταν δύο παλαιοί, λησμονημένοι χωροφύλακες, από την εποχή την προ του Συντάγματος, με τουζλούκια και με χειρίδες ανοικτές, δυσκίνητοι, συμβιβαστικοί, ολιγαρκείς, μαθημένοι να πονούν τη φτώχεια και μη θέλοντες να φαίνονται κακοί.

-Έννοια σας εσείς! έκραξε ο Λούκας χωρίς να ταραχθεί.

Ξέρω εγώ τι να του πω του μπάρμπα-Χρίστου και μη σας μέλει.

Την ίδια στιγμή, ακούσθηκε τραχεία η φωνή του ενός των χωροφυλάκων, του γεροντότερου:

-Έ! νισάφι, βρε παιδιά, εφώναξε… Πέσατε με τα μούτρα πάλι στο πλιάτσκο!

Με τον ίδιο τρόπο απάντησε ο Λούκας.

-Έννοια σου, μπάρμπα-Χρίστο! το κάνουμε για να μη σκουριάσουν τα σίδερα μες τη θάλασσα… Κι έπειτα, είναι ανάγκη να ξαλαφρώσει λιγάκι τ΄ αμπάρι, για να σηκωθεί το σκάφος!..

***

Ο Λούκας δεν άργησε να πείσει τον μπαρμπα-Χρίστο περί της αλήθειας και περί της ορθότητας των δύο επιχειρημάτων, τα οποία επρόβαλλε:

Όταν οι δύο γηραιοί οπλίτες κατέβηκαν χαμηλότερα προς το γιαλό, ανέβηκε κι εκείνος λίγο ψηλότερα και τους ανέπτυξε αναλυτικότερα την υπόθεση.

-Κάμετε γλήγορα! έκραξε σαν συμπέρασμα ο γέρο-Χρίστος και ξεπαστρέψτε τα αυτά, το γληγορότερο… και ξεκουμπιστείτε από δω, γιατί!....

Διέκοψε και έφερε το χέρι στο πηγούνι, έπειτα είπε:

-Είναι κι άλλοι εδώ, που έχουν γένια….

Έκαμε μιμικό κίνημα, που σήμαινε ότι «εκείνος που είχε τα γένια», δηλαδή ο κατής ή ειρηνοδίκης, ήταν φόβος, αν γίνονταν παράπονα, μην τους τσακώσει «απ’ το γιακά» και τους στείλει «μέσα».

Ο Λούκας απάντησε:

-Ορισμός σας, μπαρμπα-Χρίστο!...το γληγορότερο.

Έπειτα άρχισε να συνεννοείται με την παρέα του.

-Όπως τα μυρμήγκια το καλοκαίρι, δεν παύουν ένα-ένα, αποτελούντα ατελείωτη λιτανεία, στην άκρη του δρόμου, να σύρουν από ένα κόκκο ή ψόφια μύγα ή οτιδήποτε, βαδίζοντας ακούραστα προς την αποθήκη τους, τη μικρή εκείνη οπή της γης, έτσι και η πολυκέφαλη συντροφιά του Λούκα, ο Θανάσης ο Παπουδής κι ο Παναγής της Χρύσαινας κι ο Αναστάσης ο Αμπάς κι ο Αλέξης της Μυλωνούς και οι λοιποί, σχημάτισαν μακρά πομπή, μετακομίζοντας στους ώμους τις ράβδους τις σιδερένιες και τα αγγεία, στην καλύβα πέρα, την κρυφή και στη σπηλιά την οποία είχε υποδείξει ο Λούκας.

Και όπως τα μυρμήγκια, όταν σε ένα απ΄αυτά πέσει ένα τεμάχιο πολύ μεγάλο και δυσανάλογο για τις δυνάμεις του, υπακούοντας σε σημεία μυστικά και σε φωνές άδηλες, έρχονται σε βοήθεια του αδελφού τους και συνεργάζονται πέντε ή έξι μαζί στο κύλισμα και τη μεταφορά του μεγάλου τεμαχίου, παρομοίως ο Θοδωρής ο Τσούνος κι ο Γιάννης ο Ζόπης κι ο Πέρρος ο Τριζόπης κι ο Κώστας ο Κυρκυδός κι ο Δημήτρης ο Ψόφος κι ο Αλέξης το Φανάρι και όλοι οι λοιποί, συνέτρεχαν και συνεκοπίαζαν στο κουβάλημα κάθε δέσμης σιδερένιων ράβδων, πολύ στερεά δεμένης και την οποία μάταια είχαν προσπαθήσει να λύσουν σε μονάδες.

***

Τη νύκτα, ο άνεμος μετριάσθηκε και ο καιρός φαινόταν ότι βελτιώθηκε. Τέσσερις ή πέντε λέμβοι έκαμψαν το ανατολικό ακρωτήριο του λιμανιού και δε βράδυναν να φθάσουν στη σπηλιά, λίγο πλησιέστερα της ακτής, όπου είχε βυθισθεί το ξένο πλοίο.

Μερικοί απ΄τους συντρόφους ζητούσαν επί τόπου να μοιρασθούν τα λάφυρα, για να φέρει «ο καθένας το δικό του». Ο Λούκας έκανε «κουμάντο» σε όλα. Προκειμένου περί διανομής των λαφύρων, ιδού πως έλυσε το ζήτημα:

-Βρε παιδιά, είπε, να φορτώσουμε τώρα τα πράγματα όπως είναι, μοιρασμένα κι αμοίραστα, για να τα κουβαλήσουμε «όσο είναι νωρίς», - ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα, - κι ύστερα κάνουμε καλά, όταν θα τα ξεμπαρκάρουμε. Ο λύκος απ΄ τα μετρημένα τρώει.

Συγχρόνως δε έβαλε τα δυνατά του, να παραφορτώσει τη δική του τη βάρκα με πάρα πολλά σίδερα, λέγοντας ότι η βάρκα αυτή σηκώνει περισσότερα, επειδή είναι καινούργια και γερή και καλοφτιαγμένη.

Κατά τον πλουν, πάλι ο άνεμος έγινε σφοδρός και φουρτουνιάστηκαν όλοι. Η βάρκα του Λούκα, ως πολύ βαρυφορτωμένη, αναγκάσθηκε να κάμει σχεδόν γενική αβαρία.

Τέλος έφθασαν στο λιμάνι, δύο ώρες πριν φέξει και αποβίβασαν τα πράγματα σε μία άκρη, έξω από την πόλη. Τότε άρχισαν δυνατό καυγά μεταξύ τους.

Ο Λούκας κι οι άλλοι δυο νομάτοι, οι σύντροφοι της βάρκας του, απαιτούσαν να τα μοιράσουν όλα «απ΄τη μεγάλη μέση», αναλογίζοντες την αβαρία εις βάρος όλων.

Οι άλλοι έλεγαν, ότι τα πράγματα είναι καλώς μοιρασμένα και δεν έχουν να κάμουν άλλη μοιρασιά. Ας μην έκαναν τόσο «ταμάχι», ο Λούκας κι όλοι αυτοί μαζί του, για να μη βρεθούν στην ανάγκη να κάμουν αβαρία. Αλλά γιατί τάχα ο Λούκας να επιμένει να βαρυφορτώσει τόσο τη βάρκα; Άλλα είχε στα χείλη κι άλλο διάβολο είχε μέσα του. Βεβαίως, εννοούσε όλη την βαρκαδιά ως μερδικό του και το μερδικό το πήρε πίσω η θάλασσα η αχόρταγη. Τότε οι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι του Λούκα, έριξαν όλο το βάρος επάνω του κι επέμειναν να μοιρασθούν οι δύο ότι είχε μείνει από όλο το φορτίο, επειδή αυτός με το «ταμάχι» του και με την πλεονεξία του, έγινε αίτιος της αβαρίας και είναι δίκαιο η ζημιά να πέσει εις βάρος του.

Ο Λούκας τραβούσε τις λίγες τρίχες, τις άλλοτε πυρές και τώρα σταχτερές και υπόλευκους, που είχαν μείνει περί τους δύο κροτάφους του, κατηγορώντας για αχαριστία τους συντρόφους του.

-Κακό, βρε παιδιά! κι ο κόπος μου θα πάει χαμένος;…

-Κρίμα, βρε παιδιά!

***

Αμέσως με την ανατολή του ηλίου, πριν προφτάσουν οι ναυαγοσώστες να μεταφέρουν και να εξασφαλίσουν όλα τα λάφυρα, ο ειρηνοδίκης και ο πάρεδρος της δημαρχίας, ο «εκπληρών και τα αστυνομικά», ήλθαν και κατάσχεσαν ότι βρήκαν από όλα τα διακομισθέντα πράγματα.

Ο ειρηνοδίκης εξωδίκως αποφάνθηκε ότι, κατ΄ αυτόν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ήσαν ένοχοι, καθότι γλίτωσαν τόσο πράγμα από τη φθορά. Επειδή, αν περίμεναν τους «αρμοδίους» πότε να «σκεφθούν» και «να αποφασίσουν», να «λάβουν μέτρα», κτλ. οι αρμόδιοι είναι τόσο βραδυκίνητοι, ώστε το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου θα το κατάπινε εντωμεταξύ η θάλασσα.

Διακαιούντο άρα οι άνθρωποι, αν δεν τους πλήρωναν τα ναυαγοσωστικά, να κρατήσουν μέρος των πραγμάτων τούτων για αμοιβή τους.

-Καλά το έλεγα εγώ βρε παιδιά, είπε ο Λούκας, δεν ήταν δίκιο να χάσω τον κόπο μου!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου