Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΜΑΓΑΖΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Γ. Παλιές λέξεις της Στενής

G. Palies leksis

Γαζέτα:. Κέρμα ή κέρματα μικρής αξίας. Λιανά, λιανώματα. (Μάζεψα όλα τα γαζέτα μου και δε μου φτάσανε να αγοράσω ούτε ένα κουτί τσιγάρα).

Γαϊδουροκλίστρα:. Ανοιχτός χώρος, όχι πολύ μεγάλος, που με το ζόρι χωράει να κυλιστεί ένα γαϊδούρι. Το λέμε και ειρωνικά για κάποιον, που έχει χωράφι ή χωράφια μικρής έκτασης. (Σιγά τα μιγάλα΄ χουράφια που εχ΄ αυτός, κατ΄ γαϊδρουκλίστρις είνι).

Γαϊτάνι:. Έντεχνα πλεγμένο κορδόνι με μεταξωτές κλωστές (κοτσίδα) ή και μάλλινο ή βαμβακερό, που στόλιζε τα ρούχα στο κάτω μέρος των μανικιών και στον ποδόγυρο.

Γαλανή:. Ζιζάνιο των σπαρτών, που είναι σαν μικρός θάμνος, με ψιλά φύλλα σαν του δεντρολίβανου, αλλά πιο ξανθά και βγάζει λουλουδάκια μοβ.

Γαλάρι:. Το μικρό αρνί, που ακόμα θηλάζει.

Γαλάριο–γαλάρια:. Η κατσίκα ή προβατίνα, που κάνουν πολύ γάλα.

Γαλί:. Το μικρό πουλί της ινδικής όρνιθας, μικρός γάλος ή διάνος. Μεταφορικά ο κουτός, αυτός που τον κάνουνε οι άλλοι ότι θέλουνε.

Γάλια:. Αγάλι, αγάλια, σιγά-σιγά, αργά-αργά, βαθμιαία, σταδιακά.

Γαλιφιά:. Καλόπιασμα, κομπλιμεντάρισμα. Και γαλίφης, αυτός που καλοπιάνει, που κομπλιμεντάρει τους άλλους, επιδιώκοντας κέρδος ή άλλου είδους ωφέλεια.

Γάμπρισμα:. Το ψάξιμο για νύφη ή γαμπρό. Και γαμπρίζω, όταν αρχίζω να ψάχνω για νύφη, αφήνοντας να δημιουργείται η εντύπωση στο περιβάλλον μου, ότι θέλω να παντρευτώ. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα κορίτσια, για αναζήτηση γαμπρού. Γάμπρισμα όμως σήμαινε και αυτό που σήμερα ονομάζουμε «φλερτ». (Ο Θανάσης γαμπρίζει με τη Βαγγελιώ).

Γανίλα:. Αγανωσιά, σκουριά.

Γαργάρι:. Η απόλυτη καθαριότητα. Το πεντακάθαρο και διαυγές νερό. Οτιδήποτε έχει πλυθεί και έχει καθαριστεί τέλεια. (Εδώ πιο πέρα είναι μια πηγή που έχει ένα νερό γαργάρι), (έπλυνα τα ρούχα και τα έκανα γαργάρι).

Γαριάζω–γάριασμα:. Βρωμίζω, λερώνω, γλιτσιάζω, από κακό πλύσιμο.

Γαρλαύτης ή γκαρλιάφτης:. Αυτός που έχει μεγάλα (γαϊδουρίσια) αυτιά.

Γάστρα:. Έχει σχήμα κώνου. Είναι μεταλλικό κατασκεύασμα. Χρησιμοποιείται για το ψήσιμο φαγητών στο τζάκι.

Γατσιάζω ή κατσιάζω:. Καταστρέφω, χαλάω την καλή και δροσερή όψη κάποιου. Είμαι σε καχεκτική κατάσταση από υποσιτισμό. Ζουριάζω, μαραγκιάζω.

Γγιάω:. Αγγίζω, ακουμπάω, (μη με γγιας), (αν τολμάς γγιάξε με και θα δεις τι έχεις να πάθεις).

Γέννημα-γεννήματα:. Η σοδειά του γεωργού. Οι καρποί. Σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι κλπ.

Γεράνιος–α–ο:. Αυτός που έχει βαθυγάλαζο χρώμα, ο μαβής, ο μπλάβος.

Γεροκόμι ή γεροκόμισμα:. Η περιποίηση γερόντων, η περίθαλψή τους. Η ανάληψη της υποχρέωσης συντήρησης και μέριμνας για τους γέρους. (Το σπίτι θα το γράψω, σ΄ αυτόν που θα με γηροκομήσει).

Γεροντομοίρι:. Περιουσιακά στοιχεία, που οι γέροι γονείς, μετά το μοίρασμα της περιουσίας τους στα παιδιά τους, κρατούν αποκλειστικά για δική τους συντήρηση.

Γιαβάς–γιαβάς:. Σιγά–σιγά, λίγο–λίγο, με πολύ αργό ρυθμό, νωχελικά.

Γιάντες:. Παιχνίδι. Κάτι σαν στοίχημα μνήμης, σύμφωνα με το οποίο νικά, όποιος πριν πάρει οτιδήποτε απ΄ τα χέρια του συμπαίκτη του, δεν ξεχνά να υπενθυμίζει το στοίχημα, λέγοντας, «το ξέρω» ή «το θυμάμαι». Ενώ χάνει αν δεν πει τίποτα και ο άλλος του πει «γιάντες». Αυτό το παιχνίδι μπορεί να κρατήσει πολλές μέρες, μέχρι ο ένας από τους δύο, να ξεχαστεί και να χάσει.

Γιατάκι:. Μέρος στο οποίο ξαπλώνει κανείς για να κοιμηθεί. Στρώμα, κρεβάτι. Τόπος διαμονής, κατάλυμα, καταυλισμός.

Γιδαραίοι ή γιδάρηδες:. Οι τσοπάνηδες που έτρεφαν αποκλειστικά μόνο γίδια.

Γινάτι:. Πείσμα. Διάθεση για αντεκδίκηση. Μίσος.

Γιόμα:. Μεσουράνημα ήλιου. Το μεσημέρι.

Γιομάτισα:. Έφαγα για μεσημέρι.

Γιομίδια:. Τα γεμίσματα, π.χ. τα κουρέλια, τα αποφόρια που τα έβαζαν στα στρώματα και στα μαξιλάρια.

Γιορντάνι:. Περιδέραιο με ακριβά νομίσματα (φλουριά). Αλλά και κεντητά σιρίτια, στα γυναικεία ρούχα.

Γιόρτιασμα:. Το φαγητό που φτιάχνει η εκκλησία και που προσφέρεται στους πιστούς, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, κυρίως όταν γιορτάζουν τα εξωκλήσια. Γιόρτιασμα μπορούν να προσφέρουν και οι πιστοί, επειδή γιορτάζουν ή επειδή έχουν κάνει κάποιο τάμα.

Γιούκος:. Τα τακτοποιημένα μάλλινα ρούχα του σπιτιού, το ένα πάνω στο άλλο, κυρίως κλινοσκεπάσματα και κλινοστρωμνές (βελέντζες, πευκιά, τσέργες, σεντόνια κ.λ.π.).

Γιουρούκης:. Και γιουρούκος ή γιορούκος και το θηλυκό γιουρούκα και γιουρούκισσα. Απολίτιστος, άξεστος, νομάς, τσιγγάνος.

Γιουρούκια:. Ορδές βαρβάρων, που κάνουν εφόδους για λεηλασία. Στίφη, μπουλούκια.

Γιουρούσι:. Επίθεση, έφοδος κατά την ώρα της μάχης.

Γκαβελίνα:. Το περίττωμα των ζώων, (αλόγων, μουλαριών, γαϊδάρων).

Γκάβος:. «Αυτός δεν παίρνει γκάβο» λέμε για κάποιον που δεν καταλαβαίνει. «Πήρες γκάβο;» λέμε σε κάποιον για να βεβαιωθούμε αν κατάλαβε. Η φράση λοιπόν αυτή υποκαθιστούσε τη λέξη «κατάλαβες». Φυσικά αυτή η στιχομυθία ήταν μεταξύ φίλων, είτε σε κατάσταση αντιδικίας και συναισθηματικής φόρτισης.

Γκαβός ή γκαϊδός:. Αυτός που δεν βλέπει καλά. Που βλέπει λοξά. Ο αλλήθωρος.

Γκαλιούρ:. Γκαλιούρια, λέγαμε τα γαϊδούρια, που είχαν πρόβλημα με τα μάτια τους. Που δε βλέπανε καλά ή ήταν αλλήθωρα, γκαΐδά, που έπασχαν από στραβισμό. Με διάθεση ειρωνείας, αποκαλούσαν έτσι τους ανθρώπους που έπασχαν από την ίδια πάθηση, για να τους υποτιμήσουν ακόμη περισσότερο.

Γκανιάζω:. Υποφέρω από αίσθημα δίψας. Ταλαιπωρούμαι, υποφέρω, ώσπου να κατορθώσω κάτι. (Τι κακό με σένα, γκάνιασα μέχρι να σε κάνω να με πιστέψεις).

Γκαρδαμώνω-γκαρδάμωσα:. Όταν αναλαμβάνω δυνάμεις μετά από αρρώστια ή οποιαδήποτε σωματική καταπόνηση. ( Έπαιρνε τα φάρμακά του, έτρωγε καλά και σιγά σιγά γκαρδάμωσε). (Γύρισα από το χωράφι κουρασμένος, ξεκουράστηκα λίγο, έφαγα και γκαρδάμωσα).

Γκαρωμένος-γκαρωμένο:. Όταν κάποιος ή κάτι, δεν έχει φυσιολογική ανάπτυξη. Για ανθρώπους, ο ισχνός, ο αδύνατος. Για φυτά και δένδρα, αυτά που δεν έχουν την κανονική ανάπτυξη. Εκείνα που δίνουν λίγο ή καθόλου καρπό.

Γκαστριά:. Το χρονικό διάστημα της εγκυμοσύνης μιας γυναίκας και γκάστρωμα, το να μείνει μια γυναίκα έγκυος. Η σύλληψη, η εγκυμοσύνη, η γονιμοποίηση και γκαστρώνω, καθιστώ μία γυναίκα έγκυο.

Γκελώνω, γκελώνομαι, γκελώθηκα:. Τρυπήθηκα από κάτι αιχμηρό ή από χόρτα (τσουκνίδες κ.λ.π.).

Γκεσέμι ή γκιοσέμι:. Κριάρι που προπορεύεται σ΄ ένα κοπάδι, ως οδηγός του.

Γκέτα:. Στρατιωτικό μάλλινο εξάρτημα, με το οποίο τυλίγεται το πόδι, από τον αστράγαλο ως το γόνατο, αλλά και δερμάτινο επικάλυμμα των ποδιών. Η λέξη υιοθετήθηκε στο λεξιλόγιο της περιοχής, μετά τους πολέμους του 1912.

Γκιζερίζω:. Γυρίζω εδώ κι εκεί.

Γκιργκιφίσσα:. Οι παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές, στην περιοχή μας.

Γκιόσα:. Γίδα με μαύρη ράχη και μαύρα πλευρά, άσπρη κοιλιά και άσπρες αράδες στο πρόσωπο. Αλλά και γερασμένη κατσίκα, που έχει πάψει να γεννά.

Γκλάβα:. Ειρωνική ονομασία του κεφαλιού αλλά κυρίως του εγκέφαλου. (Δεν κόβει η γκλάβα του).

Γκλαμούρα:. Όταν διάφορα φυτά, αλλά κυρίως η φάβα ή ο βίκος, γίνονταν πολύ ψηλά, 1-1,5 μέτρα περίπου, με πολλά και μεγάλα φύλλα, χωρίς παράλληλα να έχουν και τον ανάλογο καρπό, λέγανε ότι «το φυτό έκανε γκλαμούρα».

Γκλίτσα ή αγκλίτσα:. Είδος ραβδιού που χρησιμοποιούν οι κτηνοτρόφοι, με πρόσθετη λαβή και διακοσμημένη. Την χρησιμοποιούσαν οι προβαταραίοι. Οι γιδαραίοι είχαν το ραβδί.

Γκμούλα:. Κομμάτι από σκληρό χώμα, αλλά και κάτι που χωράει σε μια χούφτα και από το σφίξιμο ή από τη θερμοκρασία ή από άλλους λόγους έχει γίνει ένα σώμα. (Μία γκμούλα ξινοτύρι). Επίσης όταν κάποια φαγητά δεν είχαν ανακατευτεί καλά στο βράσιμο, όπως ο τραχανάς, η μανέστρα κ.α. κολλούσαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν συμπαγή κομμάτια. (σήμερα ο τραχανάς ήταν γεμάτος γκμούλες).

Γκουμούλι:. Το μικρό τενεκεδάκι που έβαζαν οι ρετσινάδες στο πελεκημένο πεύκο, για να συγκεντρώνεται εκεί η ρετσίνα.

Γκόθρωνας:. Μαντήλι που έβαζαν οι γυναίκες στο κεφάλι, για να στηρίζεται πιο εύκολα η μπόλια.

Γκουντζό ή γκουντζά:. Αυτοφυή πολυετή φυτά, που μοιάζουν με το θυμάρι αλλά είναι λίγο μεγαλύτερα. Βγάζουν ένα κίτρινο λουλούδι, που είναι καλή βοσκή για τις μέλισσες. Φυτρώνει παντού και ιδίως σε ακαλλιέργητα, παρατημένα χωράφια (μπαΐρια).

Γκούσα:. Ο πρόλοβος των πτηνών. Εκεί αποθηκεύονται οι τροφές που έχει φάει το πτηνό, πριν αρχίσει η διαδικασία της χώνευσης.

Γκουσομανάω:. Βαριανασαίνω.

Γλαρώνω:. Καταλαμβάνομαι από υπνηλία. Νυστάζω. Και γλάρωμα, η τάση για ύπνο.

Γληγόρα:. Η κανονική σήτα για το αλεύρι. Συνήθως «σήτα» αποκαλούσαν την πολύ ψιλή, που κοσκίνιζαν το αλεύρι για τα πρόσφορα.

Γλίτσα:. Λιπαρή ή κολλώδης ακαθαρσία, αργιλώδης πηλός, χοιρινό λίπος κ.α.

Γλιτσάζω:. Σχηματίζω στρώμα λίπους, έχω υπολείμματα λίπους, σχηματίζω γλιστερή επιφάνεια. Είμαι ρυπαρός, ακάθαρτος.

Γλωσσίδι:. Οτιδήποτε μοιάζει στο σχήμα με τη γλώσσα. Μακρουλό σίδερο που κρέμεται στο εσωτερικό της καμπάνας, για να την κτυπούν.

Γνέμα:. Το νήμα, οι κλωστές.

Γνώρα:. Φιλική σχέση. Κοινωνικός ή άλλος δεσμός, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους ή πρόσωπα που γνωρίζει κάποιος. Φιλική σύσταση (δώσαμε γνώρα).

Γομάρι:. Το γαϊδούρι.

Γόνα, (το):. Λέξη που χρησιμοποιούσαν συνήθως για να εκφραστούν, σ΄ ότι αφορούσε το ύψος του χιονιού ή το βάθος του ποταμού σ΄ορισμένο σημείο. ( Έχει ρίξει ένα γόνα χιόνι), (σ΄ αυτό το σημείο το ποτάμι σηκώθηκε ένα γόνα). Το ύψος του υπολογιζόταν από την πατούσα μέχρι το γόνατο ενός ανθρώπου μέσου αναστήματος.

Γονατάρα:. Σχοινί με το οποίο δένανε τα τσουράπια, για να σφίγγουν στο πόδι και να μην πέφτουν. Συνήθως η γονατάρα ήταν συνέχεια του τσουραπιού.

Γόνι:. Το ξύλο που ήταν μπροστά από τα ζώα που τραβούσαν το αλέτρι.

Γούβα:. Τεχνικό ή φυσικό κοίλωμα. Λακκούβα, βαθούλωμα, κοιλότητα, γούπατο.

Γούλια:. Το μέρος του προσώπου από τις άκρες του στόματος, (εκεί που τελειώνουν τα μάγουλα), μέχρι το πηγούνι. Τα ούλα της στοματικής κοιλότητας.

Γούπατο:. Ένα μεγάλο κοίλωμα στην επιφάνεια του εδάφους. Μία τοποθεσία που είναι χαμηλότερα σε σχέση με τις γύρω εκτάσεις. Στις ορεινές περιοχές, ένας επίπεδος χώρος, σε βουνό, σε λόγγο, σε επικλινές μέρος. σε ύψωμα γενικά.

Γουρζέρα:. Η φάσα. Πρόσθετη λουρίδα από ύφασμα ή άλλο διακοσμητικό υλικό, που ράβεται για μάκρεμα ή πλάτεμα ή στολισμό στο κύριο ρούχο.

Γούρνα:. Κοιλότητα μπροστά από τη βρύση (συνεχούς ροής), απ΄ τις οποίες ήταν γεμάτο το χωριό. Μερικές απ΄ αυτές ήταν ειδικά φτιαγμένες ώστε να μπορούν να ποτίζουν τα ζώα ή να παίρνουν νερό με τους κουβάδες οι κάτοικοι για πλυσίματα κ.λ.π. Επίσης γούρνες λέγανε και τα μικρά διαμορφωμένα βαθουλώματα, που φτιάχνανε εκεί που ανάβλυζαν οι πηγές του δάσους, για να συγκεντρώνεται το νερό που έβγαινε.

Γουρνέτσι:. Μικρό οίκημα στην άκρη της αυλής. Εκεί έτρεφαν το γουρούνι, που το είχαν αγοράσει από μικρό, για να το σφάξουν τα Χριστούγεννα.

Γράβες:. Λέμε την τοποθεσία εκείνη που είναι γεμάτη με βράχια που έχουν σχισμές, καθώς και το έδαφος. Επίσης όταν έχει μικρές χαράδρες. Γενικά ένας βραχότοπος με σχισμές και οπές χωρίς πλούσια βλάστηση.

Γράδος:. Το αλκοολόμετρο, με το οποίο μετρούν την ποσότητα αλκοόλης, σ΄ ένα υδάτινο διάλυμα. Το χρησιμοποιούσαν για να ελέγχουν τα «γράδα» του μούστου, όταν πάταγαν τα σταφύλια.

Γρέκι:. Σημείο συνάντησης και ανάπαυσης του κοπαδιού, που συνήθως τα πρόβατα πάνε μόνα τους μετά τη βοσκή. Κατ΄ επέκταση και το σπίτι. (Πάμε για το γρέκι μας;)

Γιάννης Γιαννούκος

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΠΕΡΑΣΑΝ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΠΑΠΑΚΗΡΥΚΟΣ

ΠΑΤΕΡΙΤΣΑΣ

ΤΣΟΥΤΣΑΙΟΣ

ΧΑΛΙΟΣ

ΧΟΝΔΡΟΣ

ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

ΟΙ ΕΝΕΡΓΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου