Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Το Τυφλό σοκάκι

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906

➖ ➖ ➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Καλό κι αγαπημένο ανδρόγυνο ήταν ο Γιάννης ο Ζουγράκης κι η Ρηνούλα της Κοφινούς.

Λίγο μετά το γάμο, αφού μετακομίσθηκαν την παραμονή, κατά την τάξη, εκτεθειμένα πάνω σε δύο αμάξια τα προικιά της νύφης - καθρέπτες και κομά και μεταξωτά παπλώματα απλωμένα επὶ της άμαξας - και αφού παρέλασαν την Κυριακή επί εικοσάδας αμαξών οι καλεσμένοι, πληρώνοντας καθένας το αγώγι του, κατά το έθιμο

και αφού, μετά αυτές τις δύο παρελάσεις, έμεινε ακόμη η νύφη στην οικία της μητέρας και μετά τη θρησκευτική τελετή του γάμου.

Τέλος, ο κοσμικός γάμος τελέστηκε μία Κυριακή μετά το Πάσχα και το νεαρό ανδρόγυνο κατοίκησε σε ένα «δρόμο που δεν βγαίνει», λίγο παρακάτω από την κεντρική πλατεία της λαϊκής συνοικίας.

Εκεί μέσα, λίγες οικογένειες κατοικούσαν και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.

Υπήρχε και ένας μπεκιάρης, άγαμος εκεί, που κατοικούσε αντίκρυ απ΄ την οικία του Ζουγράκη.

Ήταν ο Ηλίας ο Ξίδερης, μαραγκός κι έκαμνε τον τραγουδιστή.

Αποτελούσε μέρος χορού σε μία εκκλησία, όπου είχε εισαχθεί η καντάδα. Αργότερα προσελήφθη ως αριστερός ψάλτης σε ένα μικρό ναό, όπου ο επίτροπος, πατριώτης του, πολύ τον προστάτευε.

Εκεί εξακολουθούσε να ψάλλει με ύφος γελοία ξενικό.

Φανταζόμενος τον εαυτό του ικανό να ψάλλει και κατά τα δύο συστήματα - το βέβαιο είναι ότι ήταν απλός ξυλοσχίστης - είχε ρωτήσει τον προστάτη, τον χαμοθιό του.

― Πώς θέλετε να ψάλλω; Βυζαντινά ή σας αρέσει, πιστεύω…

― Τι ξέρω εγώ απ᾿ αυτά! απάντησε ηλίθια ο επίτροπος.

Εγώ, από το παγκάρι, κοιτάζω μόνο τις μισότριβες που έρχονται…

Ήταν μάλλον μετριοφροσύνη εκ μέρους του να το λέει.

Η αλήθεια ήταν, ότι ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τις δεκάρες παρά για κάθε άλλο.

Ένας άνθρωπος σύχναζε καθημερινά στου Ζουγράκη. Ο κουμπάρος. Το ανδρόγυνο ζούσε με ομόνοια. Τρία ωραία παιδιά, λευκά και ξανθά όπως η μητέρα τους, είχαν έλθει στον κόσμο σε διάστημα τριών ετών και δύο μηνών.

Ο κουμπάρος, ήταν πολὺ συνδεδεμένος με την οικογένεια.

Εκεί συνήθως δειπνούσε, όχι σπανίως κοιμόταν εκεί. Ήταν άγαμος.

Στο δικό του σπίτι, ευρισκόμενο άγνωστο που, θα φαινόταν πολὺ λιγότερο συχνά παρά στου κουμπάρου του.

Ήταν ένας νέος με γυαλάκια, λιμοκοντόρος μάλλον, ο οποίος έκανε το μικρομεσίτη.

Ο Ζουγράκης ή Σγουράκης ήταν ξυλουργός το επάγγελμα, συντεχνίτης του Ηλία του Ξίδερη, με τον οποίο γνωρίζονταν καλά.

Ο Ξίδερης είχε λύσει ήδη καταφατικά, πολλά χρόνια πριν τούτο αναφυεί, το γελοίο ζήτημα «Να το λέμε;», το οποίο ρύπαινε κάποτε, όπως και τόσα άλλα, τους τοίχους των αθηναϊκών κτιρίων.

Κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε, ότι το καθαυτὸ ερώτημα θα ήταν:

«Να είμεθα κατάσκοποι;» Διότι χρηστός άνθρωπος, γείτονας ή όχι, που δεν ασχολείται με ξένες υποθέσεις, που δε ζηλεύει τις γυναίκες όλου του κόσμου και για λογαριασμό όλων των ανδρών, δεν θα ανελάμβανε ποτέ τη φροντίδα με αθέμιτα μέσα να ζητά να βεβαιωθεί περί της αρετής γυναίκας.

Αλλά ο περί ου ο λόγος ξυλουργός, που ψάλλει νόθα μέλη στην εκκλησία και προστατευόμενος του επιτρόπου, που κοιτάζει «τις μισότριβες», πίστευε ως τόσο τέλειο τον εαυτό του - ποιος ξέρει αν είχε αποτύχει σε κάποια επιχείρηση κατά της ίδιας γυναίκας! - ώστε χρέος του νόμισε να αναλάβει την ηθικοποίηση της κοινωνίας.

Είχε κατασκοπεύσει τον «κουμπάρο» εισερχόμενο εν απουσία του συζύγου και, όπως ειπώθηκε, βεβαιώθηκε περί του ολισθήματος της γυναίκας. Φαίνεται δε ότι είχε διοργανώσει προς τούτο τακτική πολιορκία, στην επιτυχία της οποίας πολὺ συνέτεινε το «τυφλό σοκάκι», το αδιέξοδο του δρόμου, όπου μπορούσε κανείς να φλομώσει άνθρωπο σαν χταπόδι στο θαλάμι του και να τον συλλάβει σαν ποντικό.

Την ίδια εσπέρα, ο Ξίδερης έσπευσε να καταγγείλει το πράγμα στο σύζυγο.

                                   ***

Τώρα, μετά τόσα έτη, το τυφλό σοκάκι βρίσκεται ακόμη εκεί.

Ο δρόμος εξακολουθεί ακόμη να «μην βγαίνει».

Μετά πολλές θορυβώδεις σκηνές και μετά την απομάκρυνση του συζύγου, ο «κουμπάρος» του, συνοίκησε φανερά με την κουμπάρα του.

Η Ρηνούλα εξακολουθεί κατ᾿ έτος να γεννοβολά.

Έχει, αν δεν απατώμαι, πάνω από μισή ντουζίνα παιδιά «παρδαλά», όλα εις βάρος του κουμπάρου. Την πατρότητα των τριών πρώτων αρνήθηκε εκ των υστέρων ο πρώην σύζυγος.

Και ο Ηλίας ο Ξίδερης, εξακολουθεί να πιστεύει, ότι «έκαμε το χρέος του».

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου