Παρασκευή, 20 Μαϊος 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Τα Συμβάντα στον μύλο

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1914

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Εκείνη τη βραδιά, είχε μείνει για να φυλάξει τα κορίτσια τη νύκτα, όπου είναι πάντοτε μυστήριο και αβεβαιότητα, ο μπαρμπα-Σταμάτης ο Καρδοπάκης. Ήταν φαιδρός και πρόθυμος γέρος, μικρόσωμος, «παρηγοριά» του χωριού. Ήξερε εκάστοτε να λέγει στα κορίτσια χίλια τραγούδια, όνειρα, παραμύθια. Παντού τον εύρισκες, παντού ήταν παρών, στα σπίτια, στα μαγαζιά, στα ξωκλήσια, στα καλύβια.

Έπινε το ρακί που του έδινες και ποτὲ δεν σου «χαλνούσε το χατίρι», να πάει μία ώρα δρόμο, για θέλημα.

Εκείνο το δειλινό, καθώς ανέβαινε το βουνό προς τα επάνω, είχε περάσει απὸ το μύλο του Αντώνη της Σάββαινας, κάτω στα Βουρλίδια, στη βαθιά κοιλάδα που είναι σκιερή και υγρή για όλο το έτος.

Κι εκεί κάτι είχε δει και ακούσει.

Όταν έφθασε, είπε τα μαντάτα στα δύο κορίτσια, στη Σοφία τη νεαρή χήρα και τη Λουκρητία τη νεαρή αδελφή της και οι δύο χαριτωμένες κόρες τον κράτησαν για συντροφιά, να κοιμηθεί υπό την ίδια στέγη, στο μύλο μαζί τους, για συντροφιά και παρηγοριά. Απὸ μύλο σε μύλο είχε εκδουλεύσεις ο Σταμάτης.

Η Σοφία είχε πανδρευτεί μόλις προ τριών ετών, όταν ήταν δεκαοκτώ χρόνων. Ήταν ορφανές και είχαν ανατραφεί σε άλλον τόπο, αν και κατάγονταν απ᾿ αυτό το μέρος. Βρέθηκαν χωρὶς προστάτη και όταν παρουσιάσθηκε για τη Σοφία ανέλπιστος γαμβρός, παραπάνω απὸ εξήντα χρόνων, καλοκαμωμένος και ακμαίος, ο Μανώλης του Αγάλλου, αυτή τον πήρε, αν και δεν τον ήθελε.

Τι να κάμει; Φτώχεια, ορφάνια, ερημία.

Ο Μανώλης είχε σύνταξη απὸ τη Γαλλία (όπου είχε ζήσει 30 χρόνια σαν λεμβούχος), καταθέσεις στο Κρεντὶ Λυονναί και επιπλέον, όταν μετά τόσα χρόνια επέστρεψε στην πατρίδα, βρήκε αρκετά πατρικά του κτήματα, χερσωμένα και καταπατημένα και ξόδεψε πολλά για να τα διεκδικήσει και να τα καλλιεργήσει. Τον φώτισε ο Θεός, όταν νυμφεύθηκε τη Σοφία και της τα «έκαμεν όλα επάνω της».

Οι συγγενείς του γόγγυσαν για τούτο, αλλά τι τους έφταιγε η πτωχή Σοφία; Ας μη γύρευε ο Αγάλλος παντρειά.

Ο Μανώλης έζησε δύο χρόνια και πέθανε.

Η Σοφία τα κληρονόμησε όλα, μαζὶ και το μύλο αυτόν, τον οποίο είχε ανακαινίσει πρόσφατα ο μακαρίτης.

Εκεί έμειναν επὶ εβδομάδες το φθινόπωρο εκείνο οι δύο αδελφές. Στην αρχή είχαν συντροφιά, γιατί υπήρχαν και άλλοι νερόμυλοι στο ρέμα της Κεχριάς. Εκεί, τον κατήφορο, ήταν ο μύλος της Μοσχαδώς της χήρας και ο μύλος του Δήμου του Μανιάτη. Αλλά οι εργασίες λιγόστεψαν κι οι γείτονες έφυγαν.

Έλειπαν τον περισσότερο καιρό και τα «δύο κορίτσια» εξακολουθούσαν να μένουν πάντοτε εκεί, μη έχοντας που αλλού να κλίνουν την κεφαλή, διότι οι συγγενείς του Αγάλλου, είχαν αποπειραθεί (μετά την κηδεία) να καταλάβουν την οικία κι ενήργησαν να σφραγισθεί η θύρα και η υπόθεση, στα χέρια των δικολάβων και των δωροφάγων, έμενε ακόμη «εγκρεμής».

Εκεί λοιπόν είχαν αναγκασθεί να κλεισθούν, στο μύλο.

Εκεί τις βρήκε ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης και αφού τις είπε τι είχε μάθει, τον κράτησαν να κοιμηθεί εκεί.

Αφού σταμάτησαν το μύλο και πήραν το «εξάγι» απὸ το τελευταίο άλεσμα της ημέρας, κάθισαν να δειπνήσουν ελιές, τυρί και πλακόπιτα, την οποία είχε ψήσει σε λίγα λεπτά, ανάβοντας φωτιά στο ύπαιθρο, σαν είδος εστίας ή καμινιού, μπροστά από το κτίριο, η Λουκρητία.

Κατόπιν, ο μικρόσωμος γέροντας άρχισε να διηγείται παραμύθια χειμερινά και να απαγγέλλει αισθηματικά δίστιχα. Οι δύο κόρες, με το πλέξιμό τους στο στέρνο, τον άκουαν με το ένα αυτί και γελούσαν χωρὶς όρεξη.

Ο Σταμάτης έψαλλε και τραγούδια ανάμεσα, για να τις κάμει να διασκεδάσουν και να αποσπάσει το νου τους απὸ τη σκέψη που τις τυραννούσε. Διότι ήταν διωγμός εναντίον τους εκ μέρους των συγγενών του μακαρίτη και άλλες ακόμη σκευωρίες και ραδιουργίες.

Τέλος ο γέρο-Σταμάτης νύσταξε, οι δύο αδελφές, αν και δεν είχαν ύπνο, σηκώθηκαν κι έκαμαν την προσευχή τους εμπρός στο Τριμόρφι (εικόνα φέρουσα το Χριστό, την Παναγία και τον Πρόδρομο) υπό το αναμμένο κανδήλι, όπου έφεγγε γλυκά εκεί στην ερημική φωλιά τους.

Έστρωσαν σεντόνι και βελέντζα για το Σταμάτη στο μικρό σανίδωμα, άνω των τριών ή τεσσάρων σκαλοπατιών του μικρού πατώματος. Αυτές πλάγιασαν εντεύθεν της θύρας, που δεν είχε θυρόφυλλα, στο ίδιο δάπεδο. Ο γέρο-Σταμάτης ήταν καλά εκεί, για να είναι πλησιέστερα στην έξω θύρα και να ακούσει κάθε τυχόν κρότο που θα ακουγόταν απ΄ έξω. Επειδή καυχιόταν ότι ήταν άγρυπνος πάντοτε και τον είχαν επονομάσει μερικοί «φύλακα των κοριτσιών».

Δίπλα στο μικρό πάτωμα ήταν η καθ΄ αυτό μηχανή, ο κύριος μύλος. Κάτω από το πάτωμα ήταν η διέξοδος του νερόμυλου προς τον κατήφορο, δυτικά, στο ρέμα.

* * *

Ο Καρδοπάκης είχε αποκοιμηθεί και αντὶ να ακούει αυτός τους κρότους τους έξω, άκουαν οι δύο κόρες το ροχάλισμά του.

Έξω φυσούσε λεπτή αύρα, και ακουγόταν απὸ καιρό σε καιρό το θρόισμα των φύλλων.

Ο μικρός χείμαρρος κατέβαινε μελαγχολικά από τη δροσερή σπηλιά, παραπλεύρως και λίγο χαμηλότερα από το παλαιό έρημο μοναστήρι της Κεχριάς και κελάρυζε τη νύκτα, ανάμεσα στους βράχους και τους θάμνους και πότε έπεφτε σε μικρούς καταρράκτες με ορμή, πότε στρωνόταν σε μαλακό ρείθρο σαν λάδι επὶ της άμμου και των χαλικιών. Καβούρια και χέλια μικρά θα μπορούσε να ψαρέψει εκεί την ημέρα όποιος είχε ευκαιρία.

Τα δένδρα έσμιγαν σε τρυφερές περιπτύξεις εκεί τη νύκτα και ο κισσός και το κλήμα αναρριχούνταν στα ύψη των κλάδων και καρποί άφθονοι κρέμονταν στα ακροκλώνια, για να δίδεται τροφή σε όλα τα πτερωτά και τα όρνεα, τα επικαλούμενα το όνομα του Κυρίου. Και θνητός άνθρωπος δεν εδύνατο να ανεβεί εκεί, ούτε να κατεβεί, εκτός αν ήταν ουρανοπετής.

«Ουδέ κεν αμβαίη βροτὸς ανήρ, ου καταβαίη».

Και τα άντρα τριγύρω φυσούσαν σαν μουσικά όργανα της νύκτας στο σκοτάδι κι η Ηχώ τραγουδούσε τους στρυφνούς διφορούμενους χρησμούς της:

«Εθέλω ειπείν τι-τι; ― Λέξον ως ερώ-ερώ».

Και τα άστρα κατάφεγγαν όλη την κοιλάδα, σαν μαγεμένα και ο Γαλαξίας και η Πήχη και η Πούλια και τ᾿ Αμάξι και οι δύο Αδελφοί, όπου τελευταίοι βασίλευαν πέρα εκεί, στα καταμέλανα βουνά της Στερεάς, στο ανάβαθρο του ουρανού, το Πήλιο.

Μόνο μία νεράιδα ερημική, βαθυπλόκαμη, αποτολμούσε τη νύκτα και κατέβαινε στο ρέμα κι εμπιστευόμενη στο εχέμυθο της νύκτας, έβγαζε το πέπλο και λουζόταν στα κρύα νερά του λάκκου της στέρνας, στην κορυφή του μύλου, πάνω από τη στέγη.

Και δύο δειλά μάτια σατύρων, νεόπλαστοι βλαστοί της αιπολικής γενεάς, προέκυπταν διὰ μέσου των κλάδων, ψηλά στα δένδρα και αγωνίζονταν να ανακαλύψουν το μυστήριο της καλλονής εκεί στο σκότος. Και τότε η Ηχώ θα εδύνατο, καθώς παλιά, στην εξομολόγηση του Ερώντος, να επαναλάβει: Ερώ, ερώ.

* * *

Ο Σταμάτης ο Καρδοπάκης δεν είχε χορτάσει τον ύπνο.

Θα ήταν μία μετά τα μεσάνυκτα και η Σοφία δεν είχε αποκοιμηθεί ακόμη, τόσο νέα είχε λάβει πικρή πείρα του κόσμου. Η μικρή Λουκρητία είχε κλείσει τα μάτια, γιατί ήταν μόλις δεκαεπτά ετών και δεν είχε γνωρίσει ακόμη τα πάθη και τα βάσανα.

Στις ώρες εκείνες του μυστηρίου και της σιγής, όταν η αύρα η εσπερινή είχε αποκάμει να πνέει και άνεμος όρθριος δε φύσαγε και ήταν ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια του ύπνου - και τα άστρα, σαν μαγεμένα, τρέμοντα έφεγγαν εκεί επάνω στο άπειρο - τότε ακούστηκε θόρυβος, κρότος μαλακός, επαισθητὸς στα αυτιά της Σοφίας.

Ακούστηκαν αόριστοι ψιθυρισμοί, αμυδροί ήχοι, σαν ομιλίες ανθρώπων σε όνειρο.

Η νέα ανασηκώθηκε επὶ του προσκέφαλού της, στηρίζουσα στον βραχίονα την παρειά της και αφουγκράστηκε. Οι ψίθυροι, αν και πολὺ ήρεμοι, της φάνηκαν πράγματι υπαρκτοί και δεν την πλανούσε η φαντασία, ούτε τη γελούσαν τα αυτιά της.

Αναλογίστηκε τότε, τι της είχε ειπεί ο γέρο-Καρδοπάκης, όταν έφθασε το δειλινό στο μύλο. Στα Βουρλίδια, εκεί κάτω, όχι μακριά απ΄ το χωριό, όπου απείχε μιας και πλέον ώρες δρόμο από δω, εκεί ήταν καταφύγιο και τόπος συναντήσεως για τους γύρω στο μύλο της Σάββαινας‚ νέους κυνηγούς, για μερικούς νεαρούς βοσκούς της νέας γενεάς, που φυσούσαν αυλὸν και έπαιζαν κινύρα, ακόμη και για ξεπεσμένα αρχοντόπουλα της μικρής πολίχνης, που ασχολούνταν σε «εργολαβίες» και επιχειρήσεις ερωτικές.

Ο γέρο-Σταμάτης, αν δεν απατήθηκε ή δεν ήθελε να «πουλήσει δούλεψιν», είχε ακούσει στο πέρασμά του, σχέδια και μηχανορραφίες μελετώμενες μεταξὺ των νέων αυτών, εκ των οποίων βρήκε πέντε ή έξι συναθροισμένους στη δροσερή κοιλάδα την ημέρα εκείνη. Φαίνεται ότι επρόκειτο, καθώς υποπτεύθηκε από τα όσα άκουσε ο εύθυμος γέρος, «για να κλέψουν ή τη Σοφία ή τη Λουκρητία».

Γίνονταν δηλαδή μελέτες περὶ απαγωγής της μιας των δύο αδελφών, από τους ερωτύλους ή τους «κυνηγούς» εκείνους. Και στα συμβούλια τούτα ήταν παρών, όπως μαρτυρούσε ο Καρδοπάκης και ένας απ΄τους νεότερους συγγενείς του μακαρίτη Αγάλλου, ανιψιός του εξ αδελφού. Ήταν μάλλον θετός γιος του αδελφού του, αλλά τόσο χειρότερα. Διότι και χρηματικώς και ερωτικώς ακόμη ο άνθρωπος θα ενδιαφερόταν στην υπόθεση.

Οι συγγενείς λοιπόν του Αγάλλου, όπως έλεγε ο γέρο-Σταμάτης, «είχαν την ουρά τους μέσα σ᾿ αυτή τη βρομοδουλειά». Είχαν διπλό συμφέρον, να δυσφημισθεί η νεαρή χήρα, για να καταφάγουν αυτοὶ την κληρονομιά.

Η Σοφία έτεινε τα αυτιά και οι ψίθυροι γίνονταν ευκρινέστεροι.

Τότε σηκώθηκε σιγά, πάτησε με τα πόδια γυμνά δύο βήματα και άνοιξε ένα μικρό συρτάρι σε χαμηλό σκαμνοτράπεζο παρά τον τοίχο.

Τη στιγμή που άνοιξε το συρτάρι, θυμήθηκε να επικαλεσθεί τα θεία. Στράφηκε κι έκαμε τρεις σταυρούς προς το εικόνισμα υπό το τρέμον γλυκύ φως του κανδηλιού, όπου φαίνονταν σαν όνειρο οι τρεις διαλάμπουσες μορφές. Έπειτα ξαναγύρισε προς το έπιπλο, έβαλε το χέρι και πήρε από κει ένα ρεβόλβερ.

Ήταν το περίστροφο του μακαρίτη του άνδρα της, ο οποίος την είχε νυμφευθεί απὸ όψιμο έρωτα και φάνηκε τόσο καλός προς αυτήν.

Η Σοφία το ζύγισε στο χέρι, βεβαιώθηκε, αν και το ήξερε, ότι ήταν γεμάτο, στάθηκε μία στιγμή, για να αφουγκραστεί ακόμη.

Δεν αποφάσισε να ξυπνήσει την αδελφή της, η οποία είχε αποκοιμηθεί πριν από λίγο.

Βάδισε τρία βήματα προς την πόρτα την χωρίς παράθυρο, πίσω απ΄ την οποία ροχάλιζε ο γέρο-Σταμάτης. Έσκυψε, του άγγιξε τον ώμο, τον έσεισε. Ο γέρος έβλεπε νεανικά όνειρα στον ύπνο του. Μόλις αισθάνθηκε το σείσιμο, γύρισε να στραφεί απὸ το άλλο πλευρό και μουρμούρισε με θρηνώδη φωνή:

― Τι με πικραίνεις, Κατερίνα, Κατερινάκι μου;… Γονάτισα, μοιρολόησα απάνω στον τάφο σου, σα γυναίκα… σου είπα τόσα λυπητερά τραγούδια.

Θυμόταν τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του, όπου την είχε θάψει προ επτά ετών και ακόμη δεν είχε παρηγορηθεί για τη στέρησή της.

― Μπαρμπα-Σταμάτη σήκω!… ήρθαν κείνοι πού ᾽λεγες…

Μας περικύκλωσαν απόξω.

Και πάλι τον έσεισε δυνατότερα στον ώμο. Ο γέρο-Σταμάτης έτριψε τα μάτια, έκαμε να ανασηκωθεί και πάλι έπεσε στο πενιχρό, σκληρό προσκέφαλο η κεφαλή του. Παρόλα αυτά την αναγνώρισε.

― Τι μολογάς, Σοφία; της είπε. Γλυκός ο ύπνος την αυγή.

― Δεν είναι ακόμη αυγή μπαρμπα-Σταμάτη, είπε με αγωνία η Σοφία, μα είναι απόξω, είναι… που το μάτι τους να βγει!

― Και τι θα καταλάβεις να τους βγει το μάτι, Σοφία; είπε εμπνεόμενος σε αντιλογία, με όλη τη νύστα του, ο Καρδοπάκης. Μήπως θα αποχτήσεις ποτέ σου εσύ τρία μάτια; Πάντα με δύο μάτια θά ᾽σαι.

―Αχ! χρειάζονται τέσσερα μάτια την ώρα αυτή, απάντησε με πάθος η Σοφία.

Κράτησε το γέρο απὸ τους δύο ώμους και του είπε με τόσο απαλή, αλλά και λεπτή φωνή, ώστε και κωφός θα άκουγε:

―Ακούς, γέρο;… Ήρθαν εκείνοι, να μας κλέψουν τη Λουκρητία ή να μας πάρουν το μύλο και τα κτήματα… Έχω εδώ το ρεβόλβερο… Σήκω, να ιδούμε τι θα κάμομε… μη μας σπάσουν την πόρτα, γέρο-Σταμάτη.

Ο γέρος έτριψε το μέτωπο, το κεφάλι και τους κροτάφους του και είπε:

― Τότε, σιωπή. Μη μας ακούσουν… Τσιμουδιά μη βγάλεις… για να νομίζουν πως δεν είν᾿ εδώ κανείς.

―Α! όσο γι’ αυτό, είπε η Σοφία, θα μπορούσαμε να κάμομε τον ψόφιο, μπαρμπα-Σταμάτη. Τι σε θέλαμε σένα;… Μπάρμπα, να φύγεις. Να φερθούμε…

―Αμέσως! αλέστα! βάρ᾿ τα, χάλασ᾿ τα! έκραξε τότε ο Καρδοπάκης και αναπήδησε απὸ τη στρωμνή του.

Εντωμεταξὺ είχε ξυπνήσει κι η Λουκρητία, σαν να της μίλησε κανείς στον ύπνο στο αυτί και να της είπε: Σήκω.

Σηκώθηκε, έτριψε τα μάτια της, κι είπε:

― Τι τρέχει;

* * *

Οι άνθρωποι είχαν έλθει πράγματι έξω από το μύλο κι η Σοφία δεν είχε απατηθεί στην αϋπνία της. Ήταν τρεις νέοι που κρατούσαν τουφέκια, ο Κώτσος ο Κ., ο Αντώνης ο Β. και ο Αλέκος ο Π., δημοδιδάσκαλος «αριστοβάθμιος» της νέας εποχής.

Απ΄ αυτούς, ο πρώτος, ίσως είχε μέσα του σκοπό και απόφαση, με τη βοήθεια των φίλων του, τους οποίους είχε κατηχήσει, να αρπάξει τη Λουκρητία, να τη στεφανωθεί λάθρα και να λάβει την προίκα της διὰ ψυχολογικής βίας απὸ την κληρονομιά της Σοφίας απ΄ την περιουσία του μακαρίτη.

Ο δεύτερος, ο οποίος ήταν συγγενής του αποθανόντος, με απροθυμία φαινόταν να συμφωνεί με το σχέδιο τούτο, με την πλαγία σκέψη να στενοχωρήσει τη Σοφία, για να «το κάμει χειρότερα», όπως έλεγε. Ο τρίτος ερχόταν απλώς για «ρομάντζα», όπως λάβει πείρα πως κλέπτονται τα κορίτσια.

Τη στιγμή εκείνη, όταν είχε σηκωθεί η Λουκρητία, ακούσθηκε αργός και μελετημένος κτύπος στην οικία. Εκείνος, που είχε κρούσει τη θύρα, φαινόταν ότι κτυπούσε άλλο τόσο η καρδία του και δεν ήταν πρόθυμος να επαναλάβει τον κτύπο δεύτερη και τρίτη φορά. Εντούτοις μετά δύο λεπτά, δεύτερος κτύπος ακούστηκε, ακόμη μαλακότερος.

Στον κτύπο τούτο απήντησε άλλος κρότος, γνώριμος σε όλων τις ακοές. Η Σοφία έσυρε τη σκανδάλη του πιστολιού της και ανασήκωσε τον λύκον.

Συγχρόνως ακούστηκαν ψιθυρισμοί απ΄ έξω, σαν να συνεννοούνταν μεταξύ τους οι πολιορκητές.

Κάτω από το μικρό πάτωμα προς τον τοίχο, ήχησε αλλόκοτος, ασυνήθιστος κρότος.

Η Σοφία έβαλε το δάκτυλο στο στόμα και ακουσίως γέλασε.

― Τη φτερωτή… Τη φτερωτή σπάζουν, για να μπουν απ᾿ τη μυλότρυπα.

―Εκεί είναι διαβολότρυπα, είπε ο γέρο - Σταμάτης.

Και συγχρόνως χωρὶς να συμβουλευθεί τις δύο κόρες, έβαλε άγρια φωνή:

― Μωρέ, τι κόσμος είν᾿ εδώ; Στοιχειά ήρθαν απόξου, να μας φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανά… δώσ᾿ μου το τουφέκι να ρίξω. Άνοιξε το παράθυρο, ψηλά, ψηλά, απ᾿ τον φεγγίτη εκεί!…

Η θεατρική αυτή κραυγή είχε το αποτέλεσμά της.

Πρώτος ο δημοδιδάσκαλος έδωκε το σημείο της αποχωρήσεως. Δεύτερος τον μιμήθηκε ο συγγενής του μακαρίτη και τελευταίος έφυγε, άμα είδε ότι απομονώθηκε, ο Κ., ο επιχειρηματίας και εραστής της Λουκρητίας. Και έτσι εφαρμόστηκε και εδώ, όπως πάντοτε, το Ευαγγελικόν: Και έσονται οι πρώτοι έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου