Τρίτη, 04 Οκτωβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Ο Διδάχος

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

 

Ανάμεσα στα τόσα νεοπλάσματα των ποικιλώνυμων συλλόγων, κοντά στις διάφορες Αναστάσεις, Αναμορφώσεις, Αναγεννήσεις, Αναζυμώσεις και Αναπλάσεις, που επαγγέλλονται τη διόρθωση, επειδή μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, σε όλο το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας καθώς και το του πατριωτισμού, δοκίμασε και ο περί ου ο λόγος, ο Θεόδωρος Χρυσοβουλλίδης, να συστήσει και αυτός ένα σύλλογο.

Είναι αλήθεια, ότι χρημάτισε κατά καιρούς, μέλος σε όλους τους πάρα πάνω συλλόγους και σε πολλούς άλλους ακόμη, αλλά δεν ευδοκίμησε.

Η μπογιά του δεν περνούσε, καθώς είπε ένας αδιάκριτος φίλος του.

Τότε δοκίμασε να συστήσει, όπως είπαμε, σύλλογο δικό του.

Τον βάπτισε «η Αναβίωσις».

Αλλά δεν επρόκοψε.

Μόλις δέκα ή δώδεκα συγκατένευσαν, μετά από πολλές προσπάθειες του Χρυσοβουλλίδη, να εγγραφούν μέλη.

Λίγοι προκατέβαλαν μερικά μονόδραχμα, άλλοι υπεγράφησαν για να πληρώσουν, αλλά δεν πλήρωσαν.

Τέλος, φαγώθηκε ένα γκιουβέτσι, εψάλησαν μερικά άσματα θρησκευτικά και πατριωτικά και ο σύλλογος διαλύθηκε.

Μετά λίγο καιρό, πάλι νέα απόπειρα έκαμε ο Θεόδωρος, για να συστήσει ένα σύλλογο, «η Ανακαίνισις».

Πέντε ή έξι ενεγράφησαν.

Κανείς δεν έδωκε λεπτό. Ούτε γκιουβέτσι, ούτε άσματα.

Ο δεύτερος σύλλογος αποδείχθηκε νεκροτόκιο.

Τρίτος σύλλογος, «η Αναψύχωσις», σχεδιάστηκε από τον Χρυσοβουλλίδη μετά από καιρό ύστερα, όταν άρχισαν τα πράγματα να γίνονται απειλητικότερα στη Μακεδονία.

Αυτή τη φορά συγκεντρώθηκαν κάποιες δεκάδες δραχμών.

Μετά το πρώτο και δεύτερο γκιουβέτσι, τα πράγματα άρχισαν πάλι να κρυώνουν.

Ο σύλλογος ναυάγησε και απεδείχθη θνησιγενής, όπως οι προηγούμενοι.

*** 

Παρόλα αυτά, ο Θεόδωρος δεν απογοητευόταν κι εξακολουθούσε να περιφέρεται σε εκκλησίες και σε διάφορες συγκεντρώσεις, να βγάζει λόγους και να κηρύττει.

Ο αδιάκριτος φίλος του, είπε μία των ημερών.

Μα τι τσαμπουνάτε, σεις μερικοί; Το βήμα της εκκλησίας δεν είναι όπως το βήμα το δικανικό, το βήμα το πολιτικό, όπου υπάρχουν ρήτορες και αντιρήτορες, όπου διακόπτουν ελεύθερα αυτόν που αγορεύει, όπου δευτερολογούν και τριτολογούν και συζητούν.

Το εκκλησιαστικό βήμα, ο άμβων, είναι αυστηρό, αποκλειστικό, αυθεντικό.

Ένας μόνο ομιλεί.

Υποτίθεται ότι λέγει, όχι δεδομένα, αλλά συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, αναμφισβήτητα δόγματα.

Δεν επιτρέπονται εκεί οι αυτοσχέδιες ανοησίες.

Για τούτο ο ένας εκείνος πρέπει να είναι χρισμένος από την εκκλησία. Οφείλει να είναι το στόμα της εκκλησίας, επειδή συζήτηση δεν επιτρέπεται, ούτε δευτερολογία, ούτε διακοπή.

Άρα πρέπει να είναι κληρικός.

Γιατί δεν γίνεσθε παπάδες επιτέλους, αν είσθε άξιοι.

«Εν τω ναώ δουλεύσετε, εν τω ναώ τραφήσεσθε.»

Όχι να κάμετε πορισμό την ευσέβεια, άνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, με στριμμένα μουστάκια και με ορθά κολάρα.

Τι καινοτομίες, τι ξενισμοί, τι φλυαρίες είναι αυτά;

Προτεστάντες είμαστε εμείς εδώ;

Ύστερα από την ελευθεροστομία αυτή, εξαφανίστηκε επί μήνες ο Θεόδωρος και δεν τον έβλεπε πλέον ο αδιάκριτος φίλος.

Άκουσε αόριστες φήμες, ότι ο διδάχος, παρ’ όλη την ηλικία και το Πενιχρό εξωτερικό του, στο κρυπτό, ζητούσε να βρει νύφη κοκκώνα και ότι κατέβαλε πολλές προσπάθειες προς τούτο.

Έλεγαν, ότι δύο ή περισσότερες φορές είχε γελαστεί έως τώρα και ότι είχε πάει μάλιστα σε μία πόλη της Πελοποννήσου, για να βρει το ποθούμενο.

Πρόσθεταν μάλιστα, ότι μία παρέα, που αγαπούσε μέχρι βάναυσης φορτικότητας να παίζει φάρσες, είχε εκμεταλλευθεί τη μικροπιστία του και είχε γελάσει εις βάρος του ατυχούς ανθρώπου πολύ απρεπώς.

Τέλος ένα απόγευμα, περί τη δύση του ήλιου, ο αδιάκριτος φίλος είδε από μακριά το Χρυσοβουλλίδη σε ένα πεζοδρόμιο της οδού Ερμού, λίγο παραπάνω από την Καπνικαρέα, να τρέχει κατερχόμενος προς τα κάτω.

Ο αδιάκριτος φίλος, ανέβαινε από το αντικρινό πεζοδρόμιο.

Ο Χρυσοβουλλίδης είδε το φίλο του, αλλά έστρεψε βιαστικά το πρόσωπο προς τον τοίχο και προσποιούταν ότι δεν τον είδε.

Έβγαλε με το αριστερό χέρι από την τσέπη του το μαντήλι και κάλυπτε το μουστάκι του, σαν να σκουπιζόταν.

Τούτο έκαμε το φίλο του να κοιτάξει καλύτερα και τότε είδε καθαρά, ότι ο Θεόδωρος είχε βάψει το λευκό μουστάκι με κόκκινο χρώμα.

Ε! Θόδωρε! έκραξε γελώντας ο φίλος, να δούμε, αν θα περάσει τώρα η μπογιά σου.

Και έπειτα ξανάπε.

Τώρα είναι καιρός να συστήσεις πάλι κανένα σύλλογο… και να τον ονομάσεις «Ανάβαψις».

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου