Τρίτη, 04 Οκτωβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Κοινωνική αρμονία

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

 

Όπως ο γέρο-Σειληνός τον παλαιό καιρό, είχε τους Σατύρους του, έτσι και ο Φοραμπάλλας, στις μέρες μας, είχε τους μόρτηδές του.

Τους έβοσκε, τους εποίμαινε, τους σαλαγούσε, τους σφύριζε και τους οδηγούσε σε νομές… απωλείας.

Στρωνόταν όλη την ημέρα έξω απ΄το καφενείο, προς το δρόμο, χονδρός, παχύς, κοιλαράς, βωμολόχος, κυνικός, χαλκοπρόσωπος.

Μία ολόκληρη αγέλη νέων ακολουθούσε τη διδασκαλία του.

Δεύτερη αγέλη μαθητευόμενων παιδαρίων ακολουθούσε τα παραδείγματά του.

Το κτίριο του καφενείου ήταν κτήμα του.

Η οικία η συνεχόμενη πίσω, κτήμα του.

Ήταν αρχιμόρτης με περιουσία.

Σχεδόν όλο το χρόνο καθόταν διαρκώς εκεί, ημίγυμνος, ατημέλητος, με πουκάμισο και παντελόνι.

Συνήθως έπαιρνε κι ένα ύπνο πάνω στην καρέκλα, στο ύπαιθρο.

Ντερλίκωνε σε ένα μπακάλικο αντικρινό, μπεκρομεθούσε, φλυαρούσε, αισχρολογούσε, οργίαζε.

Κάποτε, όταν μία γριά γειτόνισσα απεύθυνε εναντίον του παράπονα, ότι της είχε ξεβγάλει τον εγγονό της, αυτός απάντησε με αναιδέστατη, αλλά και φρικώδη, στο δρόμο, χειρονομία.

Τέτοιος ήταν ο μόρταρος.

Συνέβαινε όμως, κατὰ τα βράδια, να στολίζεται, να φορεί καλά ρούχα και να λείπει επὶ ώρες απὸ τη γειτονιά.

Ίσως πήγαινε για επίσκεψη σε κάποιον πολιτευόμενο, ίσως υπουργό - στον Ζ. ή τον Κ. ή το Λ., αδιάφορο - βεβαίως για να ζητήσει ρουσφέτια.

Είχε ψήφους, ο αρχιμόρταρος.

* * * 

Ο νέος, για τον οποίο μιλήσαμε, ο εγγονός της γριάς γειτόνισσας, είχε κάμει ικανό στάδιο ήδη, αν και ήταν μόλις είκοσι ετών.

Για να κερδίζει εύκολα λεπτά - διότι από όλα τα ανθρώπινα αισθήματα, έσωζε μόνον την αγάπη προς τα χρήματα - είχε αλλάξει τόσα επαγγέλματα, όσα ήταν τα χρόνια του.

Για ένα φεγγάρι υπήρξε εφημεριδοπώλης. Έπειτα φανοφόρος, στις εταιρείες των κηδειών. Συνόδευε έναν άνθρωπο με κάρο, που κουβαλούσε νερό σε στάμνες απὸ το Μαρούσι.

Στα καροτσάκια των λεμοναδοποιών πήγαινε βοηθός. Στις ρετσίνες δούλευε, τον καιρό του τρύγου. Πουλούσε πασατέμπο. Έκανε τον λοταρτζὴ με φιστίκια.

Έψηνε καλαμπόκια ένα καλοκαίρι.

Κατ᾿ εκείνη την εποχή συνέβη να του κλέψουν, ενώ κοιμόταν τη νύκτα στο δρόμο, κοντά στο Θησείο, όχι τις δεκάρες του μόνο, αλλά όλη την ενδυμασία του.

Τον έγδυσαν, χωρὶς να το αισθανθεί βεβαίως, η ἰδια η παρέα του, με την οποία είχε μεθύσει.

Απὸ τον Καραγκιόζη της πλατείας δεν έλειπε.

Τέλος, απέκτησε πείρα στο χασίς και σε άλλα πράγματα.

Τότε έπαθε νευρική διατάραξη.

Έπειτα η οικογένειά του τον έκλεισε στου Δρομοκαΐτη.

Βγήκε μετά δύο μήνες υγιής, αλλά ο Φοραμπάλλας τον προσέλαβε και μετά τρεις εβδομάδες έγινε χειρότερος απὸ πρώτα.

*** 

Έτυχε να μπούμε το καλοκαίρι, στο αντικρινό μπακάλικο, εγὼ κι ο φίλος μου, ο Σπύρος Γ…

― Κοίταξε, μου λέει, κοίταξε!

Μου έδειχνε το Φοραμπάλλα με την αγέλη του.

Δεν τον ήξερα.

Και τότε μου διηγήθηκε όλα όσα τον αφορούσαν.

Μετά από λίγο, μπήκε μικρός υπάλληλος του Γκαζιού, ακολουθούμενος απὸ παιδί 12 ή 13 ετών, φορτωμένο τη γνωστή τρόμπα, που έχει σχήμα κώδωνα.

Το παιδί καταϊδρωμένο, φαινόταν πολὺ κουρασμένο. Το αριστερό του χέρι ήταν δεμένο σε όλη την παλάμη και πονούσε, ίσως να είχε πληγωθεί κατά την εξάσκηση του επαγγέλματός του.

Πλησίασαν στη γωνία για να διορθώσουν το αέριο.

Ο μικρός υπάλληλος είπε ένα σύντομο «εμπρός!» και το παιδάριο έβαλε την αντλία κάτω και με το πίεστρο, με τα δύο χέρια, το πονεμένο και το γερό, άρχισε με γρήγορες κινήσεις να πιέζει και να αντλεί.

― Κοίταξε! μου είπε πάλι ο φίλος μου.

Αυτό (δείχνοντας το εργαζόμενο παιδί) θα ήταν το αντίδοτο εκείνου (έδειξε την αγέλη του Φοραμπάλλα αντίκρυ), εάν δεν ήταν εν μέρει αποτέλεσμά του και έτσι μόνο θα αποτελείτο κοινωνική αρμονία.

* * * 

Ένα Σαββατόβραδο, ξαναπέρασα από κει.

Είδα το φίλο μου να κάθεται έξω απ΄ το καφενείο εκείνο.

Με φώναξε και πήγα να καθίσω πλησίον του.

―Ξέρω ότι δεν έχεις προλήψεις, μου είπε.

Η θέση ήταν διαβατική, προς τον παλαιό σταθμό του ΣΑΠ.

Από κει διέρχονταν οι βαίνοντες επί αμαξών, κατευθυνόμενοι για Πειραιά και μάλιστα για το Φάληρο κι έβλεπε κανείς ποικιλία μορφών και τύπων, ώστε διασκέδαζε κάπως το βλέμμα.

― Και τι γίνεται ο Φοραμπάλλας; του είπα.

― Δεν φαίνεται. Βάζω στοίχημα ότι θα πήγε στο υπουργείο, για κανένα ρουσφέτι.

Μακριό φορτηγό αμάξι πέρασε προς τα πάνω. Κουβαλούσε σακιά με χόρτο.

Ο μπροστινός σάκος, επί του οποίου είχε καθίσει ο ηνίοχος, νέος μόλις 19 ετών, είδα με γρήγορο βλέμμα, ότι είχε γλιστρήσει απὸ τη θέση του και ήταν έτοιμος να πέσει κάτω, ανάμεσα στα ξύλα που ζεύονται τα ζώα και το σκελετό της άμαξας.

Βεβαίως ο νέος δεν είχε καταλάβει τίποτε, καθόσον η μετατόπιση θα έγινε βαθμηδόν και ήρεμα.

Δεν πρόφτασα να φωνάξω προς το νέο, να επισύρω την προσοχή του, διότι, μόλις το είχα παρατηρήσει και ο σάκος ακριβώς έπεφτε, μαζὶ και ο ηνίοχος.

Οι παραβρισκόμενοι όλοι, αφήκαμε αυτομάτως κραυγή αγωνίας.

Φυσικό μας φαινόταν, το άλογο να εξακολουθήσει το δρόμο του, οι τροχοί να περάσουν πάνω από το σώμα του ανθρώπου, και…

Αλλά όμως τίποτα τέτοιο συνέβη.

Το άλογο αμέσως σταμάτησε, σαν να το φώτισε κάποια θεία ακτίνα.

Ο άνθρωπος σηκώθηκε αβλαβής και ο σάκος τοποθετήθηκε ασφαλέστερα.

― Βλέπεις; είπε ο Σπύρος, ο οποίος είχε θρησκευτικές εξάρσεις.

Είναι Σάββατο βράδυ. Οι καμπάνες του Εσπερινού σήμαναν, θυμίαμα ευωδιάζει στα σπίτια και στα μαγαζιά. (Μας είχε έλθει πράγματι οσμή στα ρουθούνια μας.) Είναι ιερὰ ώρα.

Ο νέος είναι αθώος ακόμα και θα είναι χρήσιμος στους δικούς του.

Δεν ήταν παραχώρηση Θεού να πάθει. Θαύμα έγινε.

* * * 

Μετά μία ώρα, όταν άρχισε να νυχτώνει, βρισκόμασταν ακόμη εκεί.

Ο Φοραμπάλλας, καλοφορεμένος, ήλθε και κάθισε όχι μακριά μας.

Η αγέλη του τον περιστοίχισε.

Μία πτωχή γριά, κοντή, άσχημη, άναψε κερί και άρχισε να ψάχνει πλησίον μας, στο ρυάκι του πεζοδρομίου και γύρω-γύρω στο δρόμο.

Είχε πάει, όπως μας είπε, προ ολίγου τα πλυμένα ρούχα στους πελάτες της στην γειτονιά, είχε πάρει ένα πεντάδραχμο χαρτί και το είχε χάσει αίφνης εκεί τριγύρω.

Ήταν αξιολύπητο το θέαμα.

Όλο τον κόπο της εβδομάδος, σε μία στιγμή, τον είχε χάσει η ταλαίπωρη πτωχή βιοπαλαίστρια.

Οι σατυρίσκοι της αγέλης του Φοραμπάλλα, άμα έμαθαν το πράγμα, άρχισαν να κοροϊδεύουν τη γριά.

― Να, αυτός το ηύρε, που είσαι, γριά.

― Ψάξε κι εκεί πέρα, γριά.

― Αχ! να τό ᾽βρισκα!

― Να μη τό ᾽χες κλεμμένο, γριά;

* * * 

― Ακούς; μου είπε ο Σπύρος. Ακούς;

Χωρὶς άλλο, εκείνο το άλογο του φορτωμένου αμαξιού, φάνηκε λογικότερο απ᾿ αυτοὺς εδώ, τους μόρτηδες.

Εκείνο το τετράποδο δεν πάτησε τον πεσμένο να τον λιώσει, ενώ αυτά, τα δίποδα, ποδοπατούν και κλωτσούν τη σκυμμένη κάτω και αδικημένη, «επεμβαίνουσι τω κειμένω», όπως λέγει ο θείος Χρυσόστομος.

Ενώ είχαμε σηκωθεί για να αναχωρήσουμε, τον είδα να πλησιάσει κάπως «εν παρόδω» δίπλα στην πτωχή.

Μάντευσα ότι θέλησε να την παρηγορήσει, προσφέροντας σ΄αυτή μικρό αντιστάθμισμα απέναντι του χαμένου ποσού.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου