steni.gr
Ραβδί:. Απαραίτητο για τους γιδαραίους. Πολύ μακρύ, ξεπερνάει το ύψος του ανθρώπου και στην άκρη του δημιουργεί καμπύλη από το ίδιο ξύλο. Μ' αυτό πιάνουν τα γίδια απ' το λαιμό ή το πόδι όταν προσπαθούν να απομακρυνθούν.
Ραμμάτισμα:. Το ραμμάτισμα γινόταν από τους υλοτόμους, οι οποίοι, μετά το κόψιμο του δέντρου και προκειμένου να το χωρίσουν σε σανίδες, τέντωναν ένα σκοινί από την μια άκρη ως την άλλη του κορμού, το οποίο ήταν εμποτισμένο σε μπογιά.
Το σήκωναν λίγο και το άφηναν και αυτό πέφτοντας, αποτύπωνε το χρώμα πάνω στον κορμό, οπότε οι υλοτόμοι ήξεραν που θα κόψουν.
Ρεκάζω:. Φωνάζω δυνατά, σκούζω, κραυγάζω.
Ρεπιθέμελο:. Κτίσμα παλιό γκρεμισμένο, που είχαν μείνει μόνο λίγες πέτρες που προσδιόριζαν τα θεμέλια.
Ριζάφτι (το): Η ρίζα του αυτιού.
Ριζικό (το):. Το πεπρωμένο.
Ροβολάω:. Περπατώ στην κατηφόρα.
Ροΐ:. Δοχείο για μικρή ποσότητα λαδιού, που το είχε η νοικοκυρά στην κουζίνα για να ρίχνει στο φαγητό ή στη σαλάτα.
Ροϊεύω:. Διανέμω, μοιράζω ότι έχω σε φίλους και γειτόνους, μέχρι ενοχλητικού σημείου για τους συγγενείς μου.(Δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι, τα ρόιεψε όλα ο προκομμένος).
Ροχάζω:. Ροχαλίζω θορυβωδώς και ακατάστατα, με μη φυσιολογικό
αναπνευστικό ήχο.
Ρόχαλο:. Το φλέγμα η παχύρρευστη αυτή ουσία που μοιάζει με τη μύξα
και αποβάλλεται από το στόμα ως πτύελο και ροχαλιάρης, αυτός που
έβγαζε πολλά φλέγματα, ενώ ροχάλα έλεγαν το μεγάλο φλέγμα.
Γιάννης Γιαννούκος
Σαβάνωμα:. Το περιτύλιγμα του νεκρού με σάβανο. Το σάβανο είναι ένα άσπρο πανί, που του ανοίγουν μία τρύπα για να περνάει το κεφάλι, κανονίζοντας, ώστε το μπροστινό μέρος να είναι πιο μεγάλο από το πισινό. Αφού σαβανωθεί ο νεκρός, μετά τον ντύνουν με τα ρούχα του.
Σαϊάζομαι:. Όταν φοράω χοντρά ρούχα, για να αποφύγω το κρύο.
Σαΐτα:. Εργαλείο υφαντικό, με το οποίο περνούν το υφάδι, μέσα από τις κλωστές του στημονιού. Επίσης σαΐτα λέμε και το ξύλο εκείνο, με το οποίο απλώνουμε σε φύλλο το ζυμάρι «ανοίγουμε φύλλο», για να φτιάξουμε πίτα, χυλοπίτες, φτιαχτά μακαρόνια κ.α.
Σακαή:. Κυριολεκτικά, σακαή, είναι μια νόσος ζώου, (κυρίως γαϊδουριού), που βγάζει από τα ρουθούνια του πυώδες υγρό. Μεταφορικά όμως, σακαή λέμε και τα οκνά, βραδυκίνητα, τεμπέλικα, νωθρά, δύστροπα και ανυπάκουα ζώα (μιλάμε πάντα κυρίως για μουλάρια και γαϊδουριά), που για να περπατήσουν πιο γρήγορα ή να σταθούν για να φορτωθούν, πρέπει να σε κουράσουν πολύ. Σακαή λέμε και τον άνθρωπο το δύστροπο, το γκρινιάρη, αλλά και αυτόν που έχει σωματικά «κουσούρια». Αν βέβαια αυτός είναι και εκδικητικός και προσπαθεί να βλάψει τους άλλους, ε τότε είναι «κακιά σακαή».
Σαλαγάω:. Οδηγώ τα ζώα με δυνατές φωνές στη βοσκή και μεταφορικά θορυβώ, κραυγάζω.
Σαλβέρι:. Υφασμάτινη λουρίδα, η οποία κάλυπτε τα μαλλιά, λίγο πάνω από τη χωρίστρα Φοριόταν πρώτο στο κεφάλι. Αργότερα χρησιμοποίησαν και τα μαντήλια τα οποία ήταν αγοραστά.
Σάλπα:. Μετάξινο, στενόμακρο κάλυμμα κεφαλής. Ήταν πανάκριβο, γι αυτό και το φόραγαν πολύ λίγες.
Σαμαροσκούτι:. Χοντρό μάλλινο ή δερμάτινο ή λινό ύφασμα, που στρώνεται στη ράχη του ζώου, κάτω από το σαμάρι.
Σάματι–σάματις:. Σαν να, τάχατες, μήπως, δήθεν, λες και. (Σάματις με ρώτησες;).
Σανίδι:. Το ξύλινο ράφι, ψηλά στον τοίχο, που βάζανε τα «χαλκώματα», τζετζερέδια, ταψιά κλπ., αλλά και φαγητά ή γλυκά, ιδίως αυτά που δεν έπρεπε να τα φτάνουν τα μικρά παιδιά.
Σαπίτης:. Λαϊκή ονομασία ενός φιδιού. Επίσης σαπίτη λέγαμε ειρωνικά και τον πάρα πολύ μεγάλης ηλικίας γέροντα και σαπίτα τη γριά.
Σαποκώλιασμα:. Ασθένεια των φυτών, κατά την οποία σαπίζει η ρίζα τους (συψορριζία). Και ειρωνικά, σαποκώλη ή σαπιοκώλη, λέμε αυτόν που δεν εργάζεται και περνάει τις ώρες του καθιστός. (Άντε κάνε καμιά δουλειά, θα σαπίσ΄ ο κώλος σου απ΄ το καθισιό).
Σάρα:. α ) Κάθε άχρηστο πράγμα ή απόρριμμα. β.) Χυδαίος όχλος που είναι συγκεντρωμένος σ΄ ένα χώρο. γ ) Χυδαίος όχλος που προέρχεται από τα κατώτατα κοινωνικά στρώματα (η σάρα η μάρα και το κακό συναπάντημα) δ ) απότομη ορεινή πλαγιά γεμάτη χαλίκια.
Περισσότερα: Σ. Παλιές λέξεις της ΣτενήςΤαγάρι:. Σάκος υφαντός με πολλά κεντίδια, χοντρός και ανθεκτικός, με το ταγαρόσκοινο, με το οποίο μπορούσες να κρεμάσεις το ταγάρι στον ώμο σου Υπήρχαν και ταγάρια διάφορα, όπως απλό, ανταμωτό κ.α. που τα χρησιμοποιούσαν για διάφορες δουλειές, ενώ τα κεντητά τα χρησιμοποιούσαν κυρίως για επίσημες περιπτώσεις, όπως τα πανηγύρια στα εξωκκλήσια, όταν κατέβαινα για ψώνια στη Χαλκίδα και αλλού.
Ταΐ:. Το φαγητό των ζώων.
Ταΐστρα:. Σκεύος από το οποίο ταΐζονται τα ζώα, κυρίως τα οικόσιτα.
Τακίμι:. Πολλά πράγματα του ίδιου τύπου, που τα χρησιμοποιούν για τον ίδιο σκοπό. (θα πάρω αυτά τα πιατάκια, γιατί είναι τακίμι με τα μεγάλα που έχω).
Τακιμιάζω:. Γίνομαι φίλος με κάποιον, γιατί ταιριάζουμε.
Τάλια:. Μονάδα μέτρησης δημητριακών και οσπρίων. Μία τάλια ισοδυναμεί με δέκα ξάια.
Ταμάχι:. Πλεονεξία, απληστία. Και ταμαχιάρης, ο πλεονέκτης, ο άπληστος, που τα θέλει όλα και γρήγορα. (Το πολύ ταμάχι, χαλάει το στομάχι).
Ταμπάκικο:. Βυρσοδεψείο.
Ταμπάκος:. Σκόνη που γίνεται από ξηρά φύλλα καπνού και εισπνέεται από τη μύτη και γενικά ο λεπτοκομμένος καπνός.
Ταμπής:. Αυτός που έφτιαχνε τον καφέ. Στα καφενεία των πόλεων, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι έφτιαχναν όλων των ειδών τους καφέδες και έκαναν μόνο αυτήν τη δουλειά. Βέβαια στα χωριά δεν υπήρχε η πολυτέλεια να έχουν τα καφενεία ξεχωριστό υπάλληλο που να φτιάχνει μόνο καφέδες, αλλά αν κάποιος καφετζής έφτιαχνε καλό καφέ, τον αποκαλούσαν οι πελάτες ταμπή, για να τον ευχαριστήσουν.
Ταμπλάς:. Ο δίσκος της ζυγαριάς του μπακάλη και μεταφορικά, κόλπος, αποπληξία, (του ΄ρθε ταμπλάς, όταν άκουσε τα μαντάτα).
Τανιέμαι:. Τεντώνομαι, τσιτώνομαι, σφίγγομαι, κυρίως κατά τον τοκετό ή την αφόδευση.
Τάπια:. Το ανάχωμα ανάμεσα σε δύο βραγιές. Επίσης κάθε είδους ανάχωμα που διαμορφωνόταν για καθορισμό συνόρων ή για στήριξη του κτήματος ή για διαμόρφωση επίπεδων κομματιών σε επικλινή κτήματα.
Τ΄απίστωμα:. Πέσιμο προς τα πίσω.
Τάραχος:. Ταραχή, ανακατωσούρα, σύγχυση. (Έπαθα των παθών του τον τάραχο), τράβηξε πολλά, βασανίστηκε πολύ, υπέστη τα πάνδεινα.
Ταρεί:. Όταν κάτι με βολεύει και με κάνει να αισθάνομαι άνετα ή μπορώ να λειτουργήσω και να κάνω οποιαδήποτε δουλειά. (Σου ταρεί εκεί που κάθεσαι;), (κάνε πιο ΄κει για να μου ταρεί και μένα), (έχεις γεμίσει τη σκάλα με πράγματα και δε μου ταρεί να περάσω).
Ταρίζω:. Πετυχαίνω κάτι, που με κούρασε αλλά τελικά τα κατάφερα. (κουράστηκα να το φτιάξω, αλλά τελικά το τάρισα). Επίσης και μορφή απειλής, (πρόσεξε γιατί θα σε ταρίσω).
Ταρπί:. Η κόφα, μεγάλο καλάθι, κοφίνι, στο οποίο βάζουμε διάφορα στερεά φαγώσιμα, ρόδια, σύκα κ.α.
Ταχιά:. Αύριο.
Περισσότερα: Τ. Παλιές λέξεις της Στενής
Υνί:. Τριγωνική αιχμηρή άκρη του αλετριού
Υφάδι:. και Φάδι:. Το νήμα που περνιέται με τη σαΐτα και πλέκεται στον υφαντικό ιστό, κάθετα στο στημόνι.
Υποκοντριάζομαι. (΄πουκουντριάζουμι):. Αποβλακώνομαι, γίνομαι αντικοινωνικός, ψιλολόγος, απαιτητικός, γκρινιάρης.
Γιάννης Γιαννούκος
Φαδοκούβαρο:. Το κουβάρι με το υφάδι, που με τη βοήθεια της ανέμης, γινότανε μασούρι και το έβαζαν στη σαΐτα για την ύφανση.
Φαΐ:. Η λιωμένη ελιά από τις ρόδες στο αλώνι του λιοτριβιού. Επίσης τα υλικά με τα οποία «γεμίζουμε» διάφορες πίτες ή γλυκά ταψιού.
Φάκα:. 1) Ποντικοπαγίδα. 2) Ειδική φράση: πιάστηκε στη φάκα: συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω ή αποκαλύφθηκε, ενώ ετοίμαζε κάτι πονηρό ή κακό.
Φακαρόλα:. Ήταν το κενό που δημιουργείτο στο πάνω μέρος του πανωβρακιού, της φουστανέλας κ.λ.π, όταν το διπλώναμε για να ραφτεί, ώστε μέσα από το κενό αυτό να περάσει η βρακοζώνα ή το κορδόνι ή οτιδήποτε που θα στήριζε και θα το κρατούσε, για να μη μας πέσει αυτό που φορούσαμε.
Φαμελιά:. Οικογένεια, σόι. Από την Ιταλική λέξη φαμίλια.
Φάουσα:. Φάγουσα ή φαγέδαινα. Γαγγραινώδες έλκος που κατατρώει τις σάρκες. Υπήρχε και σχετική κατάρα. (Αχ, που να σε φάει η φάουσα).
Φαραδόσυκα:. Σύκα, που είχαν χρώμα σκούρο, δαμασκηνί.
Φαρμακώνω:. Δηλητηριάζω. Και φαρμακώθηκα, δηλητηριάστηκα, αυτοκτόνησα.. Σημαίνει και στεναχώρια (με φαρμάκωσαν τα λόγια που μου ΄πες). Σημαίνει ειρωνικά και το φαγητό (φαρμάκωσες κάνα φαΐ της προκοπής;), (κάτσε να φαρμακώσεις και να σου λείπουν οι γκρίνιες).
Φαρσί:. (Τα ήξερε φαρσί), λέμε για το μαθητή που αποστηθίζει άπταιστα και γρήγορα το μάθημά του. Επίσης με την ίδια σημασία χρησιμοποιούμε και τη λέξη «νεράκι» (τα ΄μαθε νεράκι).
Φαρφαλιάρης:. Ο φλύαρος και τεμπέλης. Που τον διακρίνει προχειρότητα στη συμπεριφορά του, στην ομιλία του, στη δουλειά του.
Φάσα:. 1) Είδος πτηνού, της οικογένειας των περιστεριδών. 2) πρόσθετη λουρίδα από ύφασμα ή άλλο διακοσμητικό υλικό που ράβεται για πλάτεμα ή μάκρεμα ή στολισμό, στο κυρίως ρούχο.
Φεγγαρόλια:. Παιδικό παιχνίδι που παιζόταν με αμάδες, τις οποίες χτυπούσαν με το πόδι.
Φεγγίτης:. Τετράγωνο ή ορθογώνιο συνήθως υαλόφρακτο άνοιγμα της στέγης ή στο πάνω μέρους του τοίχου, διαμέσου του οποίου μπαίνει το φως της ημέρας, σε δευτερεύοντα ή «κλειστά» δωμάτια.
Φελάω:. Ωφελώ, έχω αξία, είμαι χρήσιμος. Στην αντίθετη περίπτωση,
δηλαδή αν δεν αξίζω, δεν είμαι χρήσιμος κ.λπ., λέμε «δεν φελάω» (δεν φελάω για τίποτα). Το λέμε και για αντικείμενα, τρόφιμα κ.λπ (το φαγητό δεν φελάει).
Φέρμελη:. Χρυσοστολισμένο και πολυκέντητο γιλέκο, που φοριόταν με τη φουστανέλα. Ήταν σταυρωτό με ψευτομάνικα. Παλαιότερα τα μανίκια δεν ήταν μόνο για φιγούρα, ήταν και λειτουργικά. Όταν κρύωναν έβαζαν μέσα τα χέρια τους.
Περισσότερα: Φ. Παλιές λέξεις της Στενής