Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Τα Ρόδινα ακρογιάλια

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1908

➖ ➖ ➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

 

Πρόλογος

Ω ναι, απήλαυσα… Τι άλλο θα ονειροπολούσα τάχα στον κόσμο;

Τι άλλο, παρά μία στιγμή να την ιδώ;… Και τώρα την έβλεπα επὶ πολλά λεπτά, τα οποία φαίνονταν να ήταν σταγόνες, που έπεσαν από το κέρασμα της θείας αμβροσίας στην τρυφή του παραδείσου.

Ναι, θυμούμαι καλά. Οι κουρτίνες ήταν ανεβασμένες και το γυαλί του παραθύρου έλαμπε από τη λυχνία που ήταν δίπλα της, η οποία πρέπει να ήταν πάνω σε τραπέζι που βρισκόταν σύρριζα δίπλα στο παράθυρο.

Είχε έλθει και κάθισε σιμά στο παράθυρο, βλέποντας προς το τραπέζι. Φορούσε λευκά, μόνο οι πλατιές χειρίδες του υποκαμίσου της είχαν ερυθρό κέντημα. Έφερε το εργόχειρο κρεμαστό γύρω από τον θείο λαιμό της κι έσκυβε αυτή επὶ της θεσπέσιας τραχηλιάς της, της κολπούμενης με πτυχές και σχήμα ανέφικτο στην πλέον ιδεώδη πλαστική.

Έσκυβε και τι έκαμνε; Ίσως αριθμούσε τις θηλειές του πλεξίματός της. Έπαλλε γοργά τις μακρές βελόνες της. Ω, με αυτές μου είχε περονιάσει την καρδιά, αλλά είναι πολύ προσφιλής η καίουσα πληγή…

Να, στρέφει το αγλαό πρόσωπο προς τα έξω. Βλέπει προς το μέρος μου. Και τι βλέπει; Θάλασσα, σκότος, άβυσσο.

Ω, να ήταν δυνατόν να υποπτευθεί ότι υπάρχει ένα μαύρο σημάδι εδώ, μία βαρκούλα και στη βαρκούλα μέσα, τι; Ένα σπάραγμα του πόνου, ράκος ανθρώπινο.

Να, χαμογελά, ω κάλλος, ω μορφή, ω οπτασία!… Είδα τα δοντάκια της να λάμπουν, τα χείλη της να λουλουδίζουν, τα μάγουλά της να μηλολονθούν… Και τώρα, γελά, μόνη της, ω μέλος, ω άνθος, ω άστρο επίγειον!…

Το σώμ᾿ αυτό το αιθέριο στη γη να μη λυγίσει

Και το χαμόγελο ποτέ στα χείλη να μη σβήσει.

Να μη φανεί το κάλλος σου πως είν΄οπό το χώμα.

Ω, χαίρε, του θανάτου, που με πότισες το πόμα.

Ολόγυρα είχαν ανοίξει τα ελαιοτριβεία. Από του Αγίου Ευσταθίου εγκαινιάζονται οι εργασίες με Αγιασμό και τώρα κόντευε να έλθει Άις-Δημήτρης. Χρόνος η νύκτα.

Ένα ελαιοτριβείο ήταν κοντά στο σπίτι μας, άλλα δύο ένθεν κι εκείθεν του δρόμου αντίκρυ, άλλο ένα πέρα από το μικρό χείμαρρο και οκτώ ή δέκα άλλα τριγύρω, στις δυτικές και βορεινές άκρες του χωριού.

Πολλοὶ έχουν ξυπνήσει και κυκλοφορούν εδώ κι εκεί, όπου ακούονται φαιδρές ομιλίες ακόμη και τραγούδια ή μάλλον κελεύσματα προς τη βαριά αγγαρεία του εργάτη, του ελαιοτρίπτη και του αδρακτιού με την τεράστια μανέλα. Ακόμη κι ένας σαλεπιτζής, νεωτερισμός κι αυτό.

* * * 

Ιδοὺ εγώ, τραγουδώ κάτω από τα παράθυρά της. Ούτε φωνή, ούτε κιθάρα, ούτε στεναγμός. Έβαλα τα κουπιά σε ανάπαυση και στάθηκα. Παρακαλώ τα ρεύματα να μη με παρασύρουν.

Εδώ αντικρίζει ακριβώς. Βλέπω - αλίμονο, είναι ωραίο να έχει κάποιος μάτια για να βλέπει τούτο - βλέπω το παράθυρο φωτισμένο. Η καρδιά πάλλει, το παν ηρεμεί. Μη φυσάς αύρα, μη με σύρετε ρεύματα. Περιμένω την τρισόλβιο στιγμή…

Ω, ας έλθει η στιγμή εκείνη, είναι αντάξια των αιώνων και έπειτα ας έλθει το μηδέν, πλην όταν εκείνη επὶ στιγμή ανατείλει, στο μηδὲν θα μείνει ένα μόριο υπάρξεως και στο χάος μία ακτὶδα αναμνήσεως.

Έπλευσα κι απόκαμα και νυχτώθηκα… Να τώρα, αφού διέσχισα από γωνία σε γωνία, από τον κάβο της νότιας ακτής, έως τα νώτα του χωριού, όλο το μήκος του δυτικού κολπίσκου, έφθασα και στεγάσθηκα κάτω στα Μνημούρια, στο κοιμητήριο της πολίχνης, το κτισμένο στο δυτικό παραθαλάσσιο λόφο, στην εσχατιά της προεξοχής, επί της οποίας βρίσκεται το χωριό.

Ο κρότος του κουπιού στο κύμα δεν ακούεται. Νύκτα χωρὶς σελήνη. Σκιά απλώνεται κάτω στην ακτή της ανταύγειας των αστεριών πάνω στα μάρμαρα και τις επιτύμβιες πλάκες. Μελανότερο κάτω το σκότος, στη ρίζα του λόφου, στον αφρό του κύματος. Ο φλοίσβος επιτάσσει σιωπή.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Α´

… Ακόμη δεν άνοιξαν οι πύλες της ανατολής, να εισέλθει παμβασιλεὺς ο ήλιος κι ο γέρο-Γατζίνος σηκώθηκε, άνοιξε το καφενεδάκι και υπηρετεί τους πρωινούς πελάτες.

Πώς να χορτάσει κανείς τον ύπνο εκεί, στα ωραία λυκαυγή, της γλυκιάς αυγής του φθινοπώρου… Ξύπνησα τρεις ώρες πριν φέξει, βγήκα και στρίβοντας ένα δρομίσκο, έφθασα στο γιαλό.

Ο αυγερινός τώρα είχε ανατείλει.

Ανέβαινε ψηλά, ψηλά, ακολουθούμενος από ένα αστεράκι, το οποίο έτρεχε σαν μαγεμένο κοντά του.

Επάνω στη ράχη, αντίκρυ, πάνω από το σκοτεινό άλσος, χόρευαν δύο άλλα άστρα, φλοίσβος και ήχος κτυπούσε την ακτή, προς τα βορειανατολικά στρωνόταν ρηχό το κύμα και οι βράχοι αριστερά με τα λευκά σπίτια, σαν φωλιές γλάρων χυτά κτισμένα πάνω τους, δέχονταν στα πόδια το προσκύνημα των θωπευτικών κυμάτων.

Ο γέρο-Γατζίνος μου έκανε καφέ, χωρὶς να του παραγγείλω.

Δεν ήταν η ώρα τώρα για ομιλία. Στις ώρες του ρόδινου λυκαυγούς, κανένα τέτοιο δεν έχει τον τόπο του. Δεν είχε σκάσει ακόμη τ᾿ αφιόνι. Ήταν η ώρα για μαχμουρλίκι τουρκικό.

Άλλωστε, θα μου διηγούταν πολλές ιστορίες, πως ο γέρο-Ακούκατος, τον παλαιό καιρό, είχε λάβει το επώνυμο τούτο, καθότι όταν έκαμνε το διαλαλητή, στις δημοπρασίες, επαναλάμβανε συχνά ερωτηματικώς προς το κοινό «τ᾿ακούκατε, βρε παιδιά;», επειδή καταγόταν από την Αθήνα, όπου επροφέρετο έτσι, αντὶ ακούσατε. Αυτός λοιπόν ο Ακούκατος, όταν είχε το καφενεδάκι, στον άλλο γιαλό, προ χρόνων, έρημος και μοναχὸς στα ξένα, είχε σαν κατοικία αυτό το μαγαζάκι του και κοιμόταν στη σανίδα του καναπέ, δύο σπιθαμών το πλάτος, με δύο προσκέφαλα στις δύο άκρες, ώστε, όταν ήθελε να γυρίσει από το άλλο πλευρό, ανακάθιζε και πλάγιαζε το κεφάλι προς τα εκεί όπου είχε πριν τα πόδια.

Αλλά ήταν τόσο πρόθυμος να περιποιείται τους πελάτες, ώστε ποτὲ δε χόρταινε τον ύπνο και άμα του κτυπούσε κάποιος την πόρτα, ξένος, πτωχός ή άστεγος, αμέσως σηκωνόταν και του άνοιγε και του έκαμνε καφὲ ή φασκομηλιά και αν είχε και αν δεν είχε πεντάλεπτο.

* * *

Τα ελαιοτριβεία είχαν ανοίξει ήδη, τρεις ώρες πριν φέξει.

Ένα απ΄ αυτά με ξυπνούσε κάθε πρωί, δίπλα στο πατρικό μας σπίτι. Άλλα δύο ήσαν αντίκρυ, πέρα από το μικρό ποταμό της μούργας. Ένα άλλο ήταν από κει από το δρόμο και άλλα οκτώ ή δέκα βρίσκονταν στις άκρες του χωριού, ολόγυρα στους κήπους.

Πολλοὶ άνθρωποι κυκλοφορούσαν πρωινοί. Κρότοι ευάρεστοι έπλητταν τις ακοές. Ακούγονταν από παντού ομιλίες, γέλια και τραγούδια, μάλλον κελεύσματα αρχαιοπρεπή, που συνόδευαν τη βαριά αγγαρεία του αδρακτιού με την μακριά ογκώδη μανέλα, του εργάτη και του ελαιοτρίπτη. Τηγανίτες μοσχοβολούσαν παντού.

Οι ελαιοτριβείς καλοπερνούσαν καθημερινά από τα φιλέματα και τα κεράσματα των νοικοκυράδων.

Δεν έλειπαν και οι νεωτερισμοί.

Εσχάτως, ως και ένας σαλεπτζὴς ακόμη μας ήλθε στο χωριό.

Οι λίγοι όμως πελάτες του, αριθμούνται μεταξὺ του κινητού και αγοραίου πληθυσμού, καμία δε νοικοκυρά δεν θα επέτρεπε στο γιο ή το σύζυγό της κατ᾿ οίκον να ζητήσει σαλέπι να πιεί από τα χέρια του πλανόδιου ξένου…

Εάν έλειπε το μαχμουρλίκι, ο μπάρμπα-Δημήτρης ο Γατζίνος θα μου διηγούταν και πάλι πως, τον παλαιό καιρό, όταν αυτός ήταν καραβοκύρης, μας έφερνε στο σπίτι ως δώρο χαλβά πολίτικο, όταν γύριζε από τα ταξίδια και πως, όταν ο ίδιος είχε γίνει μπακάλης, πωλούσε το μαύρο χαβιάρι με το βαρελάκι ως ταραμά, προς έξι δραχμές την οκά.

Αλλά οι ώρες του λυκαυγούς δεν επιτρέπουν εκμυστηρεύσεις.

Ω, οι ώρες του λυκαυγούς!… Ιδοὺ, αυτόμαται ήξαν πύλαι ουρανού, ας έχον Ώραι, πλην ας αφήσωμεν τους παλαιούς, και ας ψάλωμεν μετὰ του Κοσμά του θεσπέσιου: «Προσενωπίω σοι ώραι, υπεκλίθησαν, φως γαρ, και προ ποδών υψίδρομον σέλας, Χριστέ.»

Να, αριστερά μας, μεταξὺ των βράχων, ένα λείψανο σάπιας ξύλινης αποβάθρας και δύο σκαλοπάτια κάτω υποβρύχια. Μία βάρκα φαίνεται εκεί δεμένη. Δύο μορφές πλησιάζουν, ο ένας φορτωμένος μεγάλο ζεμπίλι, ο άλλος με ελεύθερα τα χέρια, σκύβοντας και ανασηκώνοντας την περισκελίδα του. Ο Γιάννης της Σοφούλας πάει για τον αρσανά. Ο γιος του, ο Νικολός, λύνει τη μπαρούμα, ο πατέρας βάζει τα κουπιά, ο μικρός πηδά μέσα, η πλώρη στρέφεται προς το πέλαγος. Τόσο πρωινός ήδη ο Γιάννης της Σοφούλας!

Με τα ρόδα της αυγής, τρέχει στην ισόβια καθημερινή αγγαρεία του. Εργασία ολοήμερη εκεί και κρότος και «ωδίνες ως τικτούσης». Αλλά όσο και αν κοιλοπονούν, όσο και αν καταπονούνται οι άνθρωποι για να κατασκευάζουν «τείχη Τριτογενεί», η θάλασσα θα καταφάει μία μέρα όλους τους δρύινους δράκοντες, «δη ωκ λεβάιαθανς», όπως λέγει ο Μπάυρων. «Εν πνεύματι βιαίῳ συντρίψεις πλοία Θαρσείς».

* * *

Ω αυγή, γλυκιά αυγή, που ανθείς και ροδίζεις εκεί σε ύψος, αλλά και τόσο χαμηλά επάνω από εκείνη τη ράχη την αντικρινή, της ακτής που κλείνει το λιμάνι. Ευτυχή τ᾿ αρνάκια που βόσκουν εκεί στα πλάγια του βουνού, που φθάνουν ως την κορυφή της ράχης και πηδούν και χορεύουν και σε απολαμβάνουν από κοντά και μεθούνε, ω αυγή, από τ᾿αρώματά σου. Πλέον ευτυχή τα πουλάκια, που πετούν από κλώνο σε κλώνο και σκιρτούν και αναγαλλιάζουν στη θεία επαφή σου…

Ευτυχής κι ο βοσκός, που τον ξύπνησες τώρα ναρκωμένο από την δροσιά σου και πετά την κάπα του κι αρπάζει τη μαγκούρα του και τρέχει να σαλαγήσει τα πρόβατα, να ενεργήσει το πρωινό άρμεγμα, σφυρίζοντας και άφροντις και τόσο πολὺ ευτυχής, ώστε ούτε το υποπτεύεται.

* * *

Να πάω μαζί; Τί να κάμω; Αλλά προς τι να μείνω; Να πλεύσω με τους λογισμούς μου, με το πάθος μου. Θα είμαι μαζὶ με άλλους.

Αυτοὶ δεν θα ξέρουν τίποτε κι εγώ άνετα θα διαλογίζομαι.

Θα εντρυφώ στη λύπη μου.

Δεν κατάλαβα πως βρέθηκα μέσα στη βάρκα. Ξεκινούμε.

Ένας βράχος, μισοφαγωμένος από το κύμα και από τα πατήματα των προ αιώνων λεμβούχων και ναυτών και δύο δοκίδες, από σκληρό ξύλο, το οποίο δεν σάπισε ακόμη ύστερα από γενεάς και γενεάς, αποτελούν την προκυμαία.

Ο γέρο-Μορφούλης, νοικοκύρης του πρώτου σπιτιού επὶ του θαλασσόπληκτου βράχου, να, ξύπνησε, κατέβηκε, ετοιμάζει τους γάντζους, τις πράγκες, τα καμάκια του, λύνει τη βαρκούλα του και πηγαίνει για πρωινό γύρο, περί το λιμάνι.

Επάνω από του Μορφούλη, είναι η καλύβα της Μπατλίνας και της γριά-Μαλαμίτσας, παραπάνω είναι το κελί του Φάλκου της Μελάχρως και πιο πάνω υπερέχει το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, προστάτη των θαλασσινών.

Οι θυρίδες του πάμφωτοι, κανδήλες και λαμπάδες καίουν εκεί. Ο παπα-Γληγόρης θα είχε χορτάσει τον ύπνο και άρχισε πολὺ πρωί τη λειτουργία του.

Όλος ο γιαλός ροδίζει γύρω. Τα κύματα φρικιούν ήρεμα και το φωσφόρισμά τους ανταυγάζει αποχρώσεις κόκκινου γαρίφαλου.

Η Αλοΐνα, η νοικοκυρά του πρώτου σπιτιού, αριστερά από του Μορφούλη, άνοιξε την πόρτα του μπαλκονιού της και τινάζει στη θάλασσα τα σεντόνια της. Ποιος ξέρει; θα έχει ιδεί κακό όνειρο, πως της έκαμαν μάγια και προσπαθεί να ρίξει στα κύματα την κακή γητεία. Εμάς όμως δεν μας κολλά. Η θάλασσα είναι αγνή, αμόλυντη.

Λίγους έρημους βράχους παραπλέουμε, όπου δεν έχουν κτίσει ακόμη επάνω στα φανταστικά οικόπεδα. Έπειτα φθάνουμε κάτω από ένα σπίτι, με είδος ισόγειας αποθήκης συνεχόμενης.

Ο μαστρο-Μαθινός, ο ιδιοκτήτης, έχει κατεβεί ήδη στο γιαλό, έχει αναμμένο τον κρεμαστό λύχνο του και στο φως το αμυδρό καλαφατίζει μία βάρκα, συρμένη στην άμμο επί της ξύλινης σχάρας, από κάτω απ᾿ το μπαλκόνι, τα στηρίγματα του οποίου φθάνει με τους αφρούς του, όταν αναπηδά σε ώρα φουσκοθαλασσιάς το κύμα. Μακάριος θνητός, με το σαρίκι γύρω απ΄το κεφάλι του, με το ψαρόξανθο μουστάκι, με το ξύλινο σφυρί του, όπου ακούμε τους κτύπους του από την βάρκα μας, ανάμεσα στον φλοίσβο της αποθαλασσιάς.

Πλέουμε ακόμη προς το μυχό του όρμου. Δίπλα στου Μαθινού, λευκάζει ανάμεσα σε δασύλλιο αμαυρό το σπίτι του καπετὰν Χαρμόζου. Όλη τη ζωή του είχε αρμενίσει στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και τώρα, γερασμένος, αποσύρθηκε στο καταφύγιο αυτό της παραλίας, όπου μονάζει με τη γριά του, άτεκνος με μία ψυχοκόρη, στο βάθος αυλής καταφορτωμένης από γλάστρες ανθέων και φυτών, από αναδεντράδες και χλόη.

Το παράθυρο του να, ανοικτό και φωτισμένο. Ο γέρο-Χαρμόζος, με τα νυχτικά του, κάθεται πλησίον, καπνίζει την πίπα του και αναπνέει άπληστα την ψυχρή αύρα.

Μία φλόγα λάμπει ίσα με τη βάση του παραθύρου. Έχει ανάψει το καμινέτο του για να ψήσει καφέ. Κατὰ κάθε νύκτα, όπως διηγείτο ο ίδιος, τακτικά δύο ή τρεις φορές σηκώνεται και ανάβει την πίπα του.

Ξαναζεί τις θαλασσινές έξεις του, τις εκ περιτροπής φρουράς και σκάντζα-βάρδιες του καραβιού, όπου του είχαν γίνει δευτέρα φύσις.

* * *

Πλέουμε και φθάνουμε προς τα ρηχά, στην αμμουδιά πέρα. Πάνω στο μπαλκόνι της ακρινής οικίας του χωριού, μεγάλης νεόκτιστης οικοδομής, ο γέρο-Χαριστίδης έχει ανοίξει την πόρτα και με αναμμένο το μακρό τσιμπούκι του, κάθεται και κοιτάζει ρεμβάζοντας το πέλαγος. Ο γέροντας φαλαγγίτης, Μακεδόνας του παλαιού καιρού, έχει κτίσει φωλιά τώρα στα γεράματα, αφού πέρασε όλη τη νεότητά του στο φτερό. Παντρεύτηκε τη θυγατέρα ενός ομήλικού του, την οποία είχε φιλέψει πολλές φορές κουφέτα καθ᾿ ον χρόνο πήρε τη σύνταξή του και τώρα εκείνη του αποδίδει θάλπος στο γήρας και αυτός αγάλλεται να είναι πατέρας των εγγονών του. «Φορτουνάτε σένεξ!»

Ακόμη ένα τελευταίο σπίτι, νεόδμητο. Άλλος γέροντας το έχει κτίσει.

Ο γέρο-Μένος, η ζώσα αντίθεση του γέρο-Χαριστίδη. Ήταν επὶ σαράντα χρόνια γραμματέας του Λιμεναρχείου εδώ, πήρε σύνταξη φροντιστού και δε θέλησε να φύγει απ΄ τον τόπο. Δύο ή τρεις φορές είχε κινδυνεύσει να πιαστεί στα βρόχια των προξενητριών, ηλικιωμένος ήδη.

Ύστερα επέστρεψε τον αρραβώνα κι έμεινε μέχρι τέλους άγαμος… Ιδού, ανοίγει το παράθυρό του. Αυτός δεν έχει ούτε το καμινέτο του Χαρμόζου, ούτε την πολυθρόνα του Χαριστίδη. Μόνο μία τεράστια πίπα, της οποίας ο καπνός, στο χάσμα του παραθύρου, στροβιλίζει προς τα ύψη.

* * *

Το λυκαυγές αραιό, ξεκαθαρίζει. Τα ρόδα τα κόκκινα γίνονται βαθμηδὸν λευκά. Η μεγάλη Μορμὼ φεύγει, πάει να βυθισθεί πρόσκαιρα στα ανήλια άντρα της. Η γλυκιά Μορφὼ εμφανίζεται κι απλώνει την πλουμιστή οθόνη της, τον πέπλο το διαφανή, πέρα-πέρα σε όλη την πλάση.

Ούτε ιδέα είχα γιατί ελαύναμε επίμονα προς τα βόρεια, ενώ η κατεύθυνσή μας έπρεπε να ήταν μάλλον προς τα βορειανατολικά. Άλλωστε, δεν ρωτώ ποτέ, γιατί τούτο, γιατί εκείνο. Για να ρωτήσει κανείς άνθρωπο και μάλιστα ναυτικό, πρέπει να τον «χασομερήσει» κι εκτός τούτου, συνήθως μαθαίνει τόσα μετά την ερώτηση, όσα ήξερε και πριν ρωτήσει. Τέλος η απορία λύθηκε.

Η μικρή φελούκα, επί της οποίας βρισκόμουν με τους δύο φίλους μου, πατρός κα υιού, δεν ήταν δική τους. Την πήραν προσωρινά, για να πάνε να ξεφουντάρουν τη δική τους βάρκα, που ήταν λίγο μεγαλύτερη. Αυτή ήταν αραγμένη προς τον μυχὸ του όρμου, μεσοπόντια, μακριά απ΄ την ξηρά.

Φτάσαμε. Μπήκαν κι οι δύο στη μεγάλη βάρκα, ανέσυραν την άγκυρα και σκοπό είχαν να επανέλθουν και με τις δύο στο ίδιο μέρος, στο μικρό μώλο του γέρο-Μορφούλη, για ν᾿ αφήσουν το μικρό σκάφος, το ξένο και έπειτα, με τη δική τους, να πλεύσουν στο τέρμα τους.

Αίφνης ο Γιαννούλης, ο οποίος λίγες μόνο ακατάληπτες φράσεις είχε αποτείνει στο γιο του από την ώρα που μπαρκάραμε - στις οποίες ο γιος του είχε απαντήσει με ένα είδος βόμβου, επίσης ακατανόητο - άνοιξε το στόμα και μου είπε πολύ καθαρά:

― Αυτό σου είπα την ώρα που ήρθες να σε πάρουμε μαζὶ και δεν κατάλαβες.

― Τι μου είπες; ρώτησα εγώ.

― Είπα, θα πάμε μια στιγμή να σηκώσουμε το σίδερο της δικής μας βάρκας και στο γύρισμα σε παίρνουμε.

Που να καταλάβω, πράγματι! Την ώρα εκείνη, που πήγα να επιβιβασθώ, κάτι είχε μουρμουρίσει ο μαστρο-Γιάννης: «σίδερο… βάρκα… σε πάρουμε». Εγώ είχα υποθέσει ότι έλεγε να σταθώ ἑως ότου σηκώσουν το σίδερο (ήτοι την άγκυρα) αυτής εκείνης της φελούκας και τότε να πηδήσω μέσα.

* * *

Ως τόσο, η μικρή φελούκα αυτή, μου άρεσε εμένα κι όχι η βαριά βάρκα η άλλη. Αυτή την ελαφρή σκάφη, θα μπορούσα να την κυβερνώ και να την ελαύνω, χωρὶς κόπο, μόνος μου.

Τότε σκέφτηκα ότι ποτέ, σε όλη τη ζωή μου, δεν θα αποφάσιζα να ζητήσω από κανένα από του γηραιούς, τους ολιγόλογους και σκυθρωπούς γερόλυκους της θάλασσας, που παίζουν πρέφα και καπνίζουν μακριά τσιμπούκια, πρωί και δειλινό, στον καφενέ του γέρο-Τζιανάκου, να μου δανείσει τη «φελούκα» για να πάω ολομόναχος σε μακρά, ιδιόρρυθμη θαλάσσια εκδρομή. Είναι αλήθεια ότι τώρα ήμουν ανέτοιμος τελείως. Ούτε τροφή είχα, ούτε νερό, ούτε κανὲνα εργαλείο ή όπλο. Μόνο ένα πακέτο καπνό κι ένα κουτὶ σπίρτα.

Αλλά τι μ᾿ έμελε; Ποτὲ δεν έκαμα τίποτε κατόπιν ετοιμασίας.

Και όταν ετοιμάσθηκα για κάτι, παρέλειψα να το κάμω.

Λοιπόν, είπα στον Γιαννούλη:

― Δεν λυπάστε τον κόπο σας, να το πάτε αυτό το φελούκι πίσω;

― Μα πώς να κάμουμε;

― Να τραβήξτε τον δρόμο σας και ν᾿ αφήσετε τη βαρκούλα σ᾿ εμένα. Εγώ την αράζω.

―Τα καταφέρνεις;

―Κι αν είμαι ατζαμής, θα φωνάξω κανέναν να με ξαλαφρώσει.

―Και δε θά ᾽ρθεις μαζί, πέρα;

― Τι με θέλετε; Για μπελά;

― Λοιπόν, καλό βράδυ! είπε ο μαστρο-Γιάννης.

― Κατευόδιο σας!

* * *

Ο Γιαννούλης αισθάνθηκε ίσως μεγάλη ανακούφιση. Μεγαλύτερη, πιστεύω, αισθανόμουν εγώ, γιατί τους απήλλαξα από το βάρος μου. Και να τώρα, βρέθηκα μόνος, κάτοχος της μικρής λέμβου. Ναύτης κι επιβάτης και συγχρόνως κυβερνήτης και ναύκληρος και πιλότος και μούτσος του ελαφρού σκάφους.

Μόνος, μόνος με του λογισμούς μου, στη διάκριση του κύματος, στο έλεος του ανέμου και της τρικυμίας. Όταν έχει κανείς πληγή βαθιά, κρυφή, στη θάλασσα πρέπει να πλέει μόνος, ολομόναχος.

Μεγαλύτερη ευτυχία δεν είχα γευθεί. Ήμουν τότε, περίπου τριάντα ετών και προ πολλού ήδη είχα αρχίσει να απογοητεύομαι από τη ζωή!

Πήρα τα κουπιά και απομακρύνθηκα τάχιστα από τους βραχώδεις λόφους, πάνω στους οποίους εκτείνεται αραιά η άκρη του χωριού. Πλησίασα αριστερά προς την βουνώδη λωρίδα, που κλείνει ανατολικά το λιμάνι κι έβαλα πλώρη προς το ακρωτήριο, νοτίως της λωρίδας αυτής. Αντίκρισα μετά από λίγο όλη την πρόσοψη της πολίχνης, με τους διπλούς προβλήτες προς τις δύο εσχατιές, με τη βαθειά λάκκα καταμεσής, με τα κατάλευκα σπιτάκια και τα δύο καμπαναριὰ των δύο κυριότερων ναών, αποτελούντα όλα ωραίο σύνολο.

Η μέρα είχε φέξει ήδη και μία ακτίνα έβλεπα ν᾿ αγλαΐζει την άκρα κορυφή της Καραφίλτζας, του κεντρικού βουνού, κατέναντί μου προς δυσμάς.

Άφησα δεξιά το Δασκαλειό, ένα σύμπλεγμα χαμηλών βράχων που αποτελούν γραφική πολύκολπη νησίδα (το καλύτερο μέρος για να κολυμπάει κανείς) στο κέντρο του ανατολικού όρμου, αριστερά τα Λαζαρέτα, τα πάλλευκα κτίρια με την υψηλή σκάλα και την μακρὰ μαρμάρινη αποβάθρα τους κι έφτασα στον κάβο της Μπούτας.

Έτσι καλείται η μεγάλη ανατολική λωρίδα, που κλείνει το λιμάνι.

Εκεί συνάντησα κατάπρωρα μεγάλη αλιευτική βάρκα.

Ήσαν οι Διολεταίοι, που επέστρεφαν από ψάρεμα νυκτερινό.

Μου φώναξαν «Καλημέρα».

― Δεν μου λέτε, τους ρώτησα εγώ, τη γνωρίζετε τη φελούκα αυτή που έχω, τίνος είναι;

―Α! την επήρες αναρώτα; μου είπε ο ένας των δύο αδελφών.

―Έτσι έτυχε.

―Τη γνωρίζω, είναι του καπετὰν Γιώργη του Τσίγκου

― Μου κάνετε τη χάρη, άμα τον δείτε, να του πείτε ότι θα γυρίσω το γρηγορότερο και λυπούμαι διότι δεν ήταν εύκολο, τόσο πρωί, να ζητήσω την άδειά του. Έπρεπε να πάω να τον ξυπνήσω στο σπίτι κι αυτό θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη τόλμη και χωριατιά, παρά ότι του πήρα τη βάρκα.

― Μη σε μέλει, κάμε το ζέφκι σου, είπε ο άλλος αδελφός. Που αδειάζει κείνος απ΄ το χουβαρδαλίκι να θυμηθεί τη βάρκα του!

* * *

Έπλευσαν εκείνοι προς δυσμάς, εγώ προς ανατολάς κι απομακρυνθήκαμε. Μετά από λίγο έφθασα πίσω από τη Μπούτα και αντίκρισα τον ήλιο, που πριν λίγο είχε προβάλει από τη φαιή λευκή κορυφή του αντικρινού νησιού. Η αποθαλασσιὰ του πελάγους, ανάμεσα στους σπαρτοὺς βράχους, οι οποίοι φαίνονταν σαν βοσκήματα των θαλασσών, αποσπασμένα από τους τραχείς κόλπους του κρημνώδους ακρωτηρίου, έκανε να χοροπηδά τη σκάφη μου κι εγώ χόρευα μαζί της.

Βρισκόμουν τώρα κάτω από το κτήμα ακριβώς ενός θείου μου, του γέρο-Οικονόμου, του κοινώς καλούμενου Νταντού.

Όλη η μακρά έκταση της ανατολικής Μπούτας, εκατοντάδες στρεμμάτων, είχε καλλιεργηθεί με αμπέλια και περιβόλια.

Οι πτυχές του εδάφους σχημάτιζαν τέσσερις ή πέντε λάκκες ή κοιλώματα και κάθε κοίλωμα αποτελούσε νεοφύτευτο αμπέλι.

Εκεί μία φωνή έκραξε:

―Ε! σαμπὰ χαΐρολσούν! Νέ χαμπέρ; (Καλημέρα, τι νέα;)

Κοίταξα και είδα τον Κώστα. Ήταν ισόβιος και άμισθος παραγιός του γέρο-Νταντού, ο αθωότερος και αγνότερος τρελός του κόσμου.

Όλη η τεράστια καλλιέργεια είχε γίνει, κατὰ το πλείστον, από τα χέρια του. Είχε ζήσει, όταν ήταν ακόμη νέος και γνωστικός, σε ένα τουρκομαχαλὰ της Πόλης και του είχε μείνει συνήθεια να λέγει συχνά τούρκικες λέξεις. Δεν αποκαλούσε ποτὲ άνθρωπο μὲ τ᾿ όνομα του, αλλά ή του άλλαζε αυθαίρετα τ᾿ όνομα ή του έβγαζε παρατσούκλι. Ήταν πάντοτε εύθυμος και ποτὲ δε σκυθρώπιαζε.

― Καλημέρα Κώστα, είπα εγώ. Πήρα αυτή τη βάρκα να βγω στο σιργιάνι.

Όλα σχεδόν τ᾿ αμπέλια της Μπούτας, κατηφορικά, έφθαναν ως το κύμα. Πλησίασα στη μικρή αγκαλίτσα του γιαλού, πήδησα έξω κι έδεσα τη μπαρούμα - το σχοινί της πλώρης - στο λαιμό ενός βράχου. Κάθισα για να ξαποστάσω από την κωπηλασία.

― Σπέντζες ιστέρσιν; μου φώναξε από μακριά ο Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Έχω πολλές.)

Βεβαίως, θα αναλογίστηκε μέσα του ότι, στην προχωρημένη ώρα του φθινοπώρου, δεν υπήρχαν πλέον ούτε σταφύλια, ούτε κυδώνια - το οψιμότερο οπωρικό - για να με φιλέψει.

Και με την αγαθότητά του, φανταζόταν ότι κι οι φρέσκες πιπεριὲς ήσαν επίσης είδος φρούτου. Αλλά δεν υποπτευόταν πόσο ήταν ειρωνικός και δεν αναλογιζόταν αν πράγματι στην πνευματική μου διάθεση είχα ανάγκη καυστικών ουσιών.

― Ιστεμέμ, είπα εγώ. (Δεν θέλω.) Εκμὲκ βάρ; (Ψωμὶ έχεις;)

― Βὰρ τσόκ.

Έφυγε αμέσως προς τη μικρή καλύβα που διανυκτέρευε συνήθως, διότι μόνο τα Σαββατόβραδα κατέβαινε στην πόλη. Μετά δύο λεπτά τον είδα να βγαίνει κρατώντας τον τορβά του και να κατέρχεται προς εμένα. Έφθασε πλησίον μου, έβγαλε από τον σάκο του μία κριθαρόπιττα και μου την έδωκε. Εγώ έκοψα με το χέρι το τρίτον

της πίττας και το άλλο το έριξα πίσω στον τορβά.

― Σαρὰπ γιόκ, είπε ο Κώστας.

Έλεγε τούτο με θλιβερό τόνο, σαν να λυπόταν γιατί να μη έχει το κυριότερο ευφραντικὸ ποτό να μου προσφέρει.

― Δεν θέλω κρασί, είπα εγώ. Νερό να μου δώσεις.

Πήγε και μετά από λίγο επέστρεψε με ένα φλασκὶ γεμάτο.

― Μου το δίνεις όλο το φλασκί, στη βάρκα; είπα εγώ.

― Πάρ᾿ το, είπε, ζαρὰρ γιόκ. (Δεν βλάπτει.)

Μου έδειξε με χειρονομίες, μακριά μία πολύκλαδη φλασκιά, που είχε πολλά φλασκιά ώριμα ήδη, τα οποία χρειάζονταν μόνο να τ᾿ αποκόψει κανείς και να τα σκαφιδώσει, για να γίνουν έτοιμα προς χρήση.

―Εïβαλά (ευχαριστώ).

Έλυσα το σχοινί της βάρκας και απέπλευσα. Ιδοὺ τώρα, είχα τεμάχιο κρίθινου ψωμιού και φλασκί με νερό, το οποίο ο ήλιος θα έκαμνε μετά από λίγο να βράσει στο αμπάρι της βάρκας. Τι θα μ᾿ εμπόδιζε να παρατείνω επί μακρόν την εκδρομή;

Β´

… Το νερό υψώνεται συνέχεια. Μέσον δεν είχα να το εκκενώσω και μόνο με τις χούφτες, αν μπορούσα. Στην προσπάθεια μου όπως πλατύνω το στόμιο του φλασκιού, το οποίο μου είχε δώσει ο αφελής Κώστας - το νερό που είχε μέσα είχε βράσει ήδη στη φλόγα του ήλιου και ήταν άχρηστο προς πόσην - το φλασκί ραγίσθηκε και τρύπησε κι έγινε σχεδόν και για άντληση άχρηστο.

Απέχω ίσο διάστημα από έκαστο των τριών νησιών, τα οποία φράττουν το στόμιο του λιμανιού και από τον κάβο το νοτιοδυτικό.

Ας γίνει ότι γίνει. Πιθανόν να βουλιάξει η βάρκα κι εγώ μαζί.

Εάν δεν μπορέσω να σωθώ κολυμπώντας, θα αυτοκτονήσω ακουσίως. Και θα είναι ευκταία απαλλαγή, χωρὶς ευθύνη και χωρὶς κόλαση. Ας ταχύνω την κωπηλασία, για να μη μου μείνει αμφιβολία περὶ του ακούσιου της αυτοκτονίας. Ας καθίσω στα κάργα, όπως λέγουν οι ναυτικοί. Λυπούμαι τη ζωή άραγε;…

Θυμούμαι ότι είχα αρρωστήσει βαριά, τον παλαιό καιρό, όταν ήμουν πολὺ νέος και τέλος είχε αρχίσει η ανάρρωση. «Ως εν ονείρω και εν εγρηγόρσει», έλεγα μέσα μου: «Να κάμει τις τον μισὸν δρόμον και να γυρίσει πίσω, σε μία πορεία άφευκτον; Δεν θα είναι κόπος διπλάσιος, αφού μέλλει εξάπαντος να τον ξανακάμει;…»

Ιδοὺ τώρα, τέθηκα κατά κάποιον τρόπο εκτός του νόμου, εκτός των κοινών ανθρωπίνων συνηθειών και του πρέποντος. Πήρα τη βάρκα αυτή, σχεδόν την έκλεψα, χωρὶς να το προμελετήσω και όλως κατὰ τύχη, χωρὶς την άδεια του κυρίου της. Έφυγα από την πατρική οικία και απουσιάζω διαρκώς ένα μερόνυχτο σχεδόν, χωρὶς να δώσω είδηση στους οικείους. Αλίμονο! οι δυστυχείς αυτοί! οποίος πόνος και οποία τύψη. Μακάρι να είχαν γιο και αδελφό καλύτερον…

Καθ᾿ όλα τα φαινόμενα, δεν είμαι ικανός να φανώ χρήσιμος σ΄ αυτούς. Ιδού τώρα, με όλη τη βαθιά ευαισθησία και την τυφλή φιλοστοργία τους, μετά τόσες ώρες, εύλογο είναι ότι θα άρχισε «να το γεμίζει ο νους των» - να συνηθίζουν, δηλαδή, στην ιδέα, ότι κάτι κακό μου συνέβη και συμφορά επήλθε - και ότι δεν θα μ᾿ επαναδούν πλέον. Δεν θα είναι κόπος, ματαιότης, κρίμα, αφού έχουν αρχίσει ήδη να συνηθίζουν στην ιδέα του χωρισμού, να με δουν να γυρίσω άξαφνα πίσω;… ίσως, για να με χάσουν πάλι μετά από λίγο και πλέον για πάντοτε; Δεν θα είναι καλύτερα τώρα, παρά αργότερα στο μέλλον;

Ω Θεέ μου, δως μου φώτιση!… Άξιο σημειώσεως είναι, ότι σε όλο αυτό το διάστημα της ημέρας και της νύκτας, ενώ περιπλανιόμουν εδώ κι εκεί στη διάκριση των κυμάτων, δε συνάντησα πλέον άλλο πλοίο πουθενά, εκτός της αλιευτικής βάρκας την οποία το πρωί είχα αντιπρωρήσει. Και όταν, μετά τη δύση του ήλιου ξάνοιξα μακριά, φάνηκε ένα πανί. Αμέσως μου ήλθε ιδέα, ότι θα είχαν στείλει προς αναζήτηση και καταδίωξή μου κι έσπευσα με γρήγορη κωπηλασία να κρυφθώ πίσω από τη νησίδα, όπου πλησίον βρέθηκα, για να μη με ανακαλύψει η φανείσα εκείνη βάρκα με το ιστίο το λευκό.

* * *

… Αφού με πήραν τα ρεύματα και νυχτώθηκα, είχε κατέλθει αμφιλύκη και ρόδισε πάλι στη δύση τ᾿ ουρανού τα θεμέλια, ψηλά από τα μενεξεδένια ακρογιάλια τ᾿ αντικρινά, με ώθησε το απόγειο έξω από τον όρμο του κόλπου, μακριά από τον κάβο, προς τα κράτη της δύσεως και του ζόφου του σκοτεινού. Αποκαμωμένος, είχα ξαπλωθεί στο πλάτος της πρύμνης κι άφησα τη σκάφη να πλέει, όπου θα την οδηγεί η αύρα η νυκτερινή, που έπνεε από την ξηρά…

Είχα δοκιμάσει να μασήσω τρεις μπουκιές από την κριθαρόπιττα, την οποία μου είχε δώσει το πρωί ο άκακος Κώστας, αλλά δεν κατέβαινε κάτω και δεν είχα νερό να δροσίσω το στόμα μου.

Το φλασκί, το οποίο μου είχε δώσει ο ίδιος, είχε μεταβληθεί σε πρόχειρο άντλημα, ραγισμένο και τρύπιο, για να βγάζω τα νερά, όταν μου είχε κολλήσει η ιδέα ότι δήθεν ζητούσα να αυτοκτονήσω.

Ο ουρανίσκος είχε στεγνώσει και θα πνιγόμουν, πριν βυθιστώ στα κύματα, αν προσπαθούσα να καταπιώ τις μπουκιές του κρίθινου ψωμιού.

Από αδυναμία και κόπωση, δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου. Ύπτιος ρέμβαζα προς τα ανατέλλοντα άστρα και είδα το χλωμό της σελήνης δίσκο, τεσσάρων ημερών δρέπανο, κυανωπό, να χαμηλώσει και να δύσει πολύ πίσω από την κορυφής, στις σκιερές κορυφογραμμές του Πηλίου.

Είδα την Πούλια να εμφανιστεί και να ανέλθει ήρεμα σε ύψος του ουρανού, κλώσα φωτοειδής, που οδηγούσε να βοσκήσουν στον αχνό και στην αίθρη, τα λευκά λαμπερά πουλάκια της. Είδα τ᾿ άστρα πέφτοντας να διασχίζουν ταχέως το στερέωμα, με έκπαγλο αστραπή και να γίνονται άφαντα στο βαθύ σκοτάδι. Το τελευταίο, απ΄ όσα έβλεπα, μου φάνηκε, δεν ξέρω γιατί, μάλλον αξιοσημείωτο.

Τέλος, δεν θυμούμαι τίποτε. Φαίνεται ότι είχα κλείσει τα μάτια κι έπεσα σε βύθος, σε λήθαργο. Κοιμόμουν άρα; Ήταν ίσως το πρώτο στάδιο του θανάτου. Δεν έβλεπα πλέον άστρα, ούτε όνειρα.

Για μια στιγμή, σαν να συνήλθα προς ώρα, δεν ξέρω γιατί, συλλογίσθηκα ένα πρόσωπο. Μου ήλθε στο νου ο Στάμος ο Αταίριαστος, ένας φίλος μου, ιδιόρρυθμος, συμπαθώς διακείμενος προς εμένα. Τον θυμήθηκα, ως έχοντα έκτακτη επιδεξιότητα στο να διευθύνει και να αρμενίζει πλοιάρια κι έλεγα μέσα στο ημιόνειρό μου: «Αν ήταν τώρα ο Σταμάτης εδώ, θα καθόταν καταμεσής στη βάρκα και θα διεύθυνε μ᾿ ένα χέρι, τιμόνι, κουπὶ και πανί».

Όλα αυτά συγχρόνως τα κατόρθωνε, πράγματι, ο επιδέξιος εκείνος, χειριζόμενος μ᾿ ένα κάβο σχοινιού, από μακριά, το πηδάλιο και την σκότα του πανιού, μην αφήνοντας συνάμα και το κουπί και με το άλλο χέρι εξακολουθώντας να κρατά, σβηστή ή αναμμένη, την πίπα του… Αλλά τώρα, που να βρεθεί άλλος Σταμάτης!

Ο ατυχής και τελευταία κακοκέφαλος φίλος μου είχε αυτοκτονήσει, καθώς είχα ακούσει ή μου φαινόταν να είχα ακούσει, λίγες ημέρες πριν. Και το πράγμα ήταν πιθανόν. Επόμενο ήταν ν΄ αυτοκτονήσει.

Ω πόση θλίψη αισθάνθηκα για τον άνθρωπο!

Αίφνης ηλεκτρίσθηκα και ανατινάχθηκα. Κάθισα πάλι στα κάργα και άλα, άλα το κουπί! Πού βρήκα τόση δύναμη; Κωπηλάτησα επί λίγα λεπτά της ώρας συντόνως… Ίδρωσα. Απομακρύνθηκα πολύ, γιαλό-γιαλό, από τον κάβο του λιμανιού, παραπλέοντας την έρημη ακτή… Είχα μεγάλη κούραση. Τέλος και αυτό ήταν ο μεγαλύτερος παραλογισμός, τον οποίο έπραξα από το πρωί της ημέρας αυτής, αίφνης αποφάσισα να πέσω στη θάλασσαν να κολυμπήσω.

Ιδέα περὶ αυτοκτονίας δεν είχα πλέον.

Είπα, ας κάμω τέλος ένα λουτρό, αν και έφτασε ήδη το φθινόπωρο και πρέπει να είναι κρύα η θάλασσα. Γυμνώθηκα και πήδησα στα κύματα. Αφού για λίγο κολύμπησα, αισθάνθηκα τόση νάρκη, ώστε δεν είχα πλέον δύναμη να ανέβω στη βάρκα, να ντυθώ, και να ηρεμίσω.

Είπα: «Ας κάμω τ᾿ ανάσκελα!» κι έκαμα όπως όταν ήμασταν παιδιά, οπότε, δραπετεύοντες από το σχολείο, κολυμπούσαμε διαρκώς οκτώ ή δέκα φορές την ημέρα…

Καθώς ήμουν πλαγιασμένος, ελαφρός στο κύμα, τι έπαθα; Αποκοιμήθηκα τάχα; Ξαπλωμένος στα μαλακά, στα πούπουλα, αισθανόμουν απόλαυση και τρυφή Συβαρίτου. Οι ευωδιές όλες των ρόδων της ακρογιαλιάς, των κήπων, της αμφιλύκης και της αυγής, έρχονταν στις αισθήσεις μου και με μεθούσαν. Όλη η αίσθηση, η συνείδηση κι η ύπαρξή μου, είχαν μεταβληθεί σε μία απόλαυση άπειρης ευωδίας.

Γ´

Όταν ξύπνησα, αισθάνθηκα ακόμη ελαφρό σάλο και λίκνισμα, αλλά όχι πλέον μαλακό ψύχος θανάτου. Θάλπος είχε εισέρθει στις φλέβες μου και αμυδρό, αλλά μελιχρό φως έπεφτε στους οφθαλμούς μου.

― Καλησπερούδια, είπε μία φωνή. Τί γίνεσαι φίλε; Έρχεσαι από τον άλλο κόσμο;…

Ήρεμα είχα ανακαθίσει και κοίταζα γύρω μου. Ήμουν πλαγιασμένος πάνω σε ξηρά χόρτα και άχυρα, στο χάσμα ενός παραθαλάσσιου άντρου. Ανθρακιά, από μόλις σβησθείσα φλόγα, έκαιε αντίκρυ μου, λυχνάρι κρεμαστό φώτιζε τα εντὸς του σπηλαίου. Κοντά στα πόδια μου, ως είκοσι βήματα, ήταν μικρή αμμουδιά, αγκάλη της θάλασσας. Η βάρκα μου είχε συρθεί και βρισκόταν μεταξὺ δύο βράχων.

Αυτός που μιλούσε σε μένα, μου ήταν πολύ γνωστός, αν και προ μηνών δεν τον είχα ιδεί και τον ανaγνώρισα αμέσως. Ήταν αυτός ο Στάμος ο Αταίριαστος, εκείνος τον οποίο είχα διαλογισθεί πριν στα ληρώδη όνειρά μου, όπου μου φαινόταν να είχα μάθει ότι είχε αυτοκτονήσει. Πράγματι δεν ήμουν βέβαιος αν είχα ακούσει ποτὲ κάτι τέτοιο.

― Λοιπόν, πώς τα πέρασες φίλε; εξακολούθησε με εύθυμο και σαρκαστικό τόνο.

― Συ είσαι, Αταίριαστε; είπα τρίβοντας τα μάτια μου.

Και πως βρέθηκες εδώ, δε μου λες;

Και δεν πρόσθεσα: «Δεν αυτοκτόνησες λοιπόν;»

― Μάλιστα, εγώ είμαι, μου λέει.

Και με βαυκαλιστικὸ και γυναικομίμητο τόνο είπε, σαν παρωδία απ΄ τη δημώδη μυθολογία ένα αφελές εν είδει παροιμίας άσμα:

Σημαδιακὸς κι αταίριαστος

Κ᾿σὸς κι κ᾿σομηλιγγάτος,

κι στὴν κορφὴ αστεράτος.

Λέγοντας αυτά, γέλασε θορυβωδώς, έπειτα επανέλαβε:

― Πώς βρέθηκα εδώ, ρωτάς; Μάλλον εγώ πρέπει να σε ρωτήσω… Και τι σου ήρθε να πάρεις την ξένη βάρκα, να αρμενίσεις στα κουτουρού, χωρὶς να είσαι ναυτικός;… Έπειτα να πέσεις στη θάλασσα, μεσάνυχτα, να κολυμπήσεις, με τόση ψύχρα και να μη σου κάνει καρδιά να πνιγείς, τουλάχιστον, για να γλυτώσεις εσύ και να γλυτώσουν και μερικοί άλλοι, απ᾿ τα βάσανα;

―Εκολυμβούσα;… τώρα θυμούμαι.

―Εκολυμβούσες κι έκανες τ᾿ ανάσκελα, στον καλό σου καιρό, σαν να μας πήγε ο δάσκαλος, η Σπαρτίνα, στο Σίφερι να κολυμπήσουμε, όταν ήμασταν παιδιά… Θυμάσαι το δάσκαλο, τη Σπαρτίνα;

― Τον θυμούμαι.

― Τι έξυπνος! Ποτὲ δε με τιμώρησε όταν έφταιγα, αλλά όταν μ᾿ εγκαλούσαν ψέματα οι άλλοι, οι αληθινοί φταίχτες…

Θυμάσαι και τον δάσκαλο, το Συμβάν;

― Τον θυμούμαι.

― Τι δραστήριος! Του κλέφταμε τη βέργα από το χέρι, ενώ εκοιμάτο, απάνω στην δασκαλοκαθέδρα… Το ίδιο είχες αποκοιμηθεί απόψε και συ, μαλακά, επάνω στο κύμα… Πώς δεν βούλιαξες, απορώ.

Άλλωστε, αν είχες βουλιάξει, θα ξυπνούσες ακριβώς πριν πνιγείς για καλά κι έτσι πάλι θα έβγαινες τέρτσο.

Ακουσίως γέλασα κι εγώ.

― Σε έσυρα, φίλε, έξω στην άμμο, επήρα τα ρούχα σου από τη βάρκα, σε έντυσα, σύραμε την ξένη βάρκα, μαζὶ με τον Αγάλλο, έξω στην άμμο - τώρα θα έλθει ο Διαμαντὴς ο Αγάλλος, να τον ιδείς, να πιστέψεις - άναψα φωτιά, σε πλάγιασα, σε σκέπασα, σε ζέστανα… Είχες τύχη κι έπεσες σε καλά χέρια… Καλά που σε έφερε η Μοίρα να αράξεις εμπρός στο καλυβάκι μου, που κι εγώ κατ᾿ αγαθή συγκυρία βρέθηκα εδώ. Συνήθως μένω, ξέρεις, επάνω ψηλά, στον πύργο μου. Ιδού η φλάσκα, μισογεμάτη, πιε να ζεσταθείς. Μπεβάδα, μισό και μισό με το νερό. Θέλεις φασκομηλιά να σου βράσω;

― Ευχαριστώ.

Μου έφερε τη φλάσκα στο στόμα, αλλά εγώ δεν αισθανόμουν όρεξη να πιω. Τότε ο Σταμάτης, για να μου κάμει καρδιά, είπε:

― «Μελαγχολάν ου μετρίως μοι δοκείς», είπε αναφέροντας φράση του Λουκιανού, από τον Τίμωνα, τον οποίο θυμόταν από το Σχολείο.

― Καλώς να σ᾿ εύρω!

Αλλά, βεβαίως, για να μη τυχὸν σιχαίνομαι, από αξιέπαινη αβρότητα και για να μη φανεί αλλόκοτος, ότι πίνει πρώτος αυτός, κράτησε ψηλά τη φλάσκα, χωρὶς να τη φέρει σε επαφή με τα χείλη κι ήπιε εναέριο τον μικρό οινωπὸ καταρράκτη, πέφτοντα στο στόμα του. Έπειτα εκ δευτέρου μου προσέφερε τη φλάσκα.

Ήπια πολλές σταγόνες. Αισθάνθηκα αληθινή αναψυχή.

―Έχω γυρίσει κόσμο και κόσμο, επανέλαβε εκείνος. Αλλά δεν θυμούμαι αν είδα πουθενά άνθρωπο σαν εσέ. Εγώ είμαι, όπως με λένε. Σημαδιακός κι Αταίριαστος. Εσύ, θαρρώ είσαι Κ᾿σὸς κι Κ᾿σομηλιγγάτος.

Ο Σταμάτης ήταν μακρινός συγγενής μου. Άνθρωπος για τους περισσότερους και αλλόκοτος και ακατάληπτος. Νέος, είχε ξενιτευτεί πάνω από δέκα χρόνια και διέμενε σε Γαλλία, Αγγλία και Αμερική. Ορφάνεψε από τη μητέρα του, όταν ήταν μόνο δέκα ετών, δεν μπόρεσε ποτὲ να χωνέψει το δεύτερο γάμο του πατέρα του «και πήρε τα μάτια του», όπως κοινώς λέγουν κι έφυγε, ίσως το περισσότερο, από το μίσος της μητρυιάς του.

Όταν μετά τόσα χρόνια επανέκαμψε στην πατρίδα, βρήκε το γέροντα πάσχοντα από χρόνια νόσο και τη μητρυιά κυρία της περιουσίας του. Αυτός τότε κήρυξε και διεξήγαγε λυσσώδη πόλεμο κατὰ της γυναίκας εκείνης. Μαχόμενος διὰ των όπλων των δεξιών και αριστερών, το μεν δικαστικώς, το δε αυθαιρέτως, κατήνεγκε βαριά τραύματα στα στέρνα της μητρυιάς και των συγγενών της και δυνάμει της αρχής «εν τη ρομφαία μου ζήσομαι», κατόρθωσε να καταλάβει όλα τα κτήματα του πατέρα του, χωράφια, αμπέλια κι ελαιώνες.

Τα τελευταία ήταν αξιόλογα και περιείχαν κάποιες χιλιάδες δένδρων. Ύστερα όμως, σε χρόνους μεταγενέστερους των μικρών συμβάντων, τα οποία διηγούμαστε, ολίγον κατ᾿ ολίγον έχασε, κατὰ γράμμα, όλο το έδαφος το οποίο είχε κερδίσει και βαθμηδὸν, όλα τα κτήματα του έφυγαν από τα χέρια. Έλιωσαν, πράγματι, ανάμεσα στα δάκτυλά του, σαν να ήταν χιόνι ή κεριά.

Σήμερα, ζούσε ιδιότροπο βίο στην ερημιά, κατοικώντας συνήθως στην κορυφή του βουνού, στην άνω εσχατιά του κυριότερου κτήματός του, που είχε κτίσει ιδιόρρυθμο σπιτάκι, το οποίο ονόμαζε «τον πύργον του». Εκεί ο μεμακρυσμένος διαβάτης κάτω στον δρομίσκο, έβλεπε ποικιλόχρωμα σινιάλα και μπαντερόλια να ανεμίζουν στη στέγη του μικρού πύργου.

Σε μερικά πράγματα, ο Σταμάτης φαινόταν πράγματι, κατά κάποιον τρόπο, παρδαλός, σε άλλα όμως έδειχνε μεγάλη σοβαρότητα. Από εκεί συχνά, για να μη λησμονεί και τον θαλασσινό βίο, κατέβαινε στη δυτική αυτή ακτή κι έσμιγε με το φίλο του το Διαμαντή τον Αγάλλο, άλλον ιδιόρρυθμο άνθρωπο.

* * *

Ο Σταμάτης άναψε την πίπα του και στενάζοντας ακούσια είπε:

―Ε, φίλε μου!… πώς δύναται ναυαγός να σώσει άλλον ναυαγόν;.. Και όμως εγώ σ᾿ έσωσα!

― Και πώς είσαι συ ναυαγός Στάμο;

― Φίλε, είμαι και είμαι ναυαγός. Ναυαγός στην ξηρά, χειρότερα παρά αν ήμουν ναυαγός στη θάλασσα… Δεν θυμάσαι τ᾿ όνειρο το οποίο προ μηνών σου διηγήθηκα;

Πράγματι, την τελευταία φορά που τον είχα δει, πριν τον συναντήσω, κατὰ παράδοξο τρόπο, αυτή τη νύκτα στην έρημη ακτή που με είχε περισυλλέξει, μου είχε διηγηθεί ένα όνειρο, οπτασία μάλλον, την οποία είχε δει κατ᾿ εκείνο το χρόνο, οπότε είχε αρχίσει ήδη να υποθηκεύει τα κτήματα, να παραπίνει, να λοξοπατεί και να προσπαθεί διὰ πλαγίων, ακόμη και δι᾿ εικονικών, να ορθοποδήσει επὶ του ολισθηρού εδάφους.

Ο πατέρας του, ο οποίος είχε πεθάνει εντωμεταξύ, καθ᾿ ον χρόνον ο Στάμος είχε καταλάβει ήδη τα κτήματα, εμφανισθείς με τη μακριά τσιμπούκα και με τη βράκα του, καθισμένος όπως τον παλιό καιρό, όταν ο Σταμάτης ήταν παιδί, στο φουγοπόδαρο, κάτω από το πτερύγιο της εστίας, του έλεγε πριν κοιμηθούν, με το πομπώδες και συνθηματικό ύφος του καιρού του:

― Σταμάτη, Σταμάτη, μην εκποιείς τα υποστατικά.

Το ελαιόλαδο, μέσα στα κιούπια, λάμπει καλλιότερο παρ᾿ όσον τα πέρπυρα στα δολερά χέρια του άθλιου τοκογλύφου.

―Έτσι, επανέλαβε ο Σταμάτης, εγώ είμαι που είμαι ναυαγός στην ξηρά… Αλλά συ όμως, μην εμπιστεύσεις στη θάλασσα, με τα φελούκια που κάνουν νερά, μήτε στις γυναίκες…

Αγάπες, ξανάπε αποτόμως άξαφνα, αγάπες, θλιβερέ μου φίλε…

Ω, μην έχεις πίστη στις αγάπες! Πίστεψέ με, ο άνθρωπος, ως ον και ως κοινωνικό ζώο, έπρεπε να αγαπά τους πάντες, όλον τον κόσμο, επειδή έχει την ανάγκη τους και δεν μπορεί μόνος να ζήσει, μ᾿ όλα τούτα, κατ᾿ ουσία, κανένα δεν αγαπά, ειμή μόνον τον εαυτόν του, τον οποίον και φθείρει από την πολλή φιλαυτία… Γι αυτό λέγει κι ένα τροπάρι, τη Μεγάλη Σαρακοστή - εσύ ξέρεις απ᾿ αυτά - πως λέγει;… Αυτοείδωλον;…

― «Αυτοείδωλον εγενόμην, τοις πάθεσι…»

―Ακριβώς… Να είσαι βέβαιος, αν ίσως ο άνθρωπος, μη σου φανώ αλλόκοτος ή βάναυσος και γελοίος… επειδή φοβούμαι την κρίση σου…

― Τι πράγμα;

― Να είσαι βέβαιος, αν μπορούσε ο άνθρωπος να αγκαλιάσει τον εαυτό του, στο νερό ή στην ξηρά, στα όνειρα ή στα ξυπνητά του, θα γινόταν Νάρκισσος και θα αρκείτο σε τούτο και μόνο. Αλλά δεν κατορθώνει να γίνει Νάρκισσος και σαν να πάσχει από την ψώρα του Ιώβ, αισθάνεται την ανάγκη προστριβής.

― Ευφήμει, ω αγαθέ.

― Γι αυτό πρόλαβα και είπα, φοβούμαι την κρίση σου. Ας είναι, αρκούν αυτά. Ας μιλήσουμε περὶ πλατωνικού έρωτα, αν θέλεις… Αλλά που στο διάβολο είναι ο πλατωνικός έρωτας, δεν τον βλέπω πουθενά.

― Διότι είναι αόρατος, γι αυτό τον επιζητεί κανείς. Προσπαθεί να τον ανακαλύψει κάπου.

―Αλλά θα μείνει με την αναζήτηση και την προσπάθεια μόνο…

Εγώ, όσων χρόνων είμαι και παντού όπου πήγα, βρήκα μόνο ιδιοτελή, άπιστο, σαρκικό έρωτα. Μόλις γύρισα από τις Φραγκιές, από τα ταξίδια του Σεβὰχ Θαλασσινού και κατέλυσα προσωρινά σε ξένη, έρημη οικία, μία νύκτα, ακούω κλαυθμυρισμό έξω από την πόρτα μου. Βγαίνω και βλέπω ένα νεογνό, νόθο, που μου είχαν ρίξει από κάτω από το παράθυρό μου. Να η αγάπη, ο έρωτας.

Μωρέ, χαρά στον έρωτα! Δεν είναι πλέον «έρωτας στα χιόνια», είναι έρωτας στα κόπρια…

― Ευφήμει, είπα.

― Γι αυτό κι ένας μακαρίτης εξάδελφος σου, τον ενθυμείσαι, που είχε ευχέρεια να αυτοσχεδιάζει σατυρικά δίστιχα, έβγαλε, ένα καιρό, το τραγούδι:

«Μες στου Νταντού τη γειτονιά, κοντά στις Μπαλαλίνες,

εκεί κοιμάται ο Έρωτας μέσα στις γκαβαλίνες…»

― Και τι το έκαμες το άτυχο εκείνο πλάσμα; ρώτησα εγώ.

― Τι να το κάμω; Έδωσα κάτι τι σε μία πτωχή, για να το θρέψει προσωρινά. Εντωμεταξύ, ειδοποίησα τον κύριο Δήμαρχο, τον εκλεκτό του λαού και αξιοσέβαστο άρχοντα του τόπου, «όπως φροντίσει διὰ τα περαιτέρω». Αυτός μάλιστα σαν γεροντοπαλίκαρο και πλούσιος, θα ήταν κάπως αρμόδιος προς τούτο…

Να σου πω, καλά που είχα λίγες ημέρες που έφθασα. Αλλιώς, οι καλοί μας πατριώτες, θα ήσαν ικανοί να μου το παραρίξουν… και να μου κολλήσουν το στίγμα, ότι εγώ ήμουν ο πατέρας του παιδιού, που είχα κάμει αυτὲς τις αγάπες. Μπρε, χαρά στις αγάπες!

Σιώπησα εγώ κι έκλεισα τα μάτια κουρασμένος.

Εκείνος εξακολούθησε:

― Νυστάζεις; Έχεις δίκιο. Είσαι πολὺ αποκαμωμένος. Μα άκουσε ακόμα κι αυτό. Κουράγιο και θα είσαι πολὺ καλά αύριο. Λοιπόν, όταν ήμουν στον Παναμά, διότι διέμεινα στον Παναμά και δούλεψα λίγο καιρό στην περίφημη επιχείρηση, αγαπητέ μου… Ίσως από εκεί να έχω φέρει το σπέρμα της μουφλουταρίας, που δηλητηριάζει τώρα και τις ίδιες μικρές επιχειρήσεις μου. Εκεί λοιπόν, είχα αρρωστήσει βαριά κι έμεινα επὶ εβδομάδες σε νοσοκομείο.

Λοιπόν, μία νεαρή καλόγρια, λευκή σαν κρίνο, η οποία ενδιαφερόταν πολύ και για την ψυχική σωτηρία των ασθενών και τους ανάγκαζε όλους να εκτελούν τα θρησκευτικά τους χρέη, μου έλεγε επὶ ημέρες, κάθε πρωί, άμα έμπαινε στο θάλαμο: «Βουζ αλλὲ κομμουνιέ;»

Το έλεγε με τέτοιο θωπευτικό τόνο, ώστε ήταν αληθινή γλύκα να την ακούει κανείς

―  «Νο, Μαντάμ», της απαντούσα ανελλιπώς εγώ.

Την τέταρτη ημέρα είχε αρχίσει να θυμώνει και να σκυθρωπιάζει. «Μαι, πουρκουά, ντον;»

Τι να της πω; «Εγώ δεν μεταλαβαίνω στην Εκκλησία τη δική μου κυρά μου και θα μεταλάβω στη δική σου;» Αυτό το ψιθύρισα ακουσίως, ελληνιστί, ώστε δεν κατάλαβε τίποτε. Τέλος θύμωσε τόσο, ώστε την άλλη ημέρα, μου έδωκε είδηση ότι έπρεπε να εξέλθω από το νοσοκομείο. Εγώ χάρηκα μάλλον, διότι ήμουν ήδη πολὺ καλύτερα και ποθούσα τον καθαρό αέρα… Αλλά, μετά μία εβδομάδα και κάτι, ίσως μετά εννέα ημέρες, πίστεψέ το, αν θέλεις…

―Τι;

―Ήλθε και με βρήκε όπου ήμουν. Πού με ανακάλυψε;

― Και σου είπε, τι;

― Ρητώς και απ᾿ ευθείας δεν μου είπε τίποτε. Αλλά διὰ περιφράσεων μου έδωκε να εννοήσω ότι, αν ήθελα να γίνω καθολικός, ήταν πρόθυμη να με ακολουθήσει παντού όπου θα πήγαινα.

― Λοιπόν, σε είχε ερωτευθεί;

―Ω, οι αγάπες, οι αγάπες! Δεν σου έλεγα; Μήπως Καλόγρια της Αγάπης δεν ήταν κι αυτή; Sœur de la Charité;

― Ξέρω κι εγώ;

―Αλλά πως να βασισθώ σε φράγκικες αγάπες, αφού δεν βασίσθηκα ποτὲ σε αγάπες ρωμέικες; Και ν᾿ αλλάξω μάλιστα, την πίστη μου προς χάριν της;

Αλλά όλ᾿ αυτά, μου ενθυμίζουν το δίστιχο που είχα διαβάσει ένα καιρό σε επιφυλλίδα της «Ἐφημερίδος». Μήπως είχε περάσει από την πέννα σου; Μετάφραση ήταν; Τι ήταν;

― Το ποίον;

― Ιδοὺ πως έλεγε:

«Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό

κι εβούλιαξ᾿ η βαρκούλα, κι επέσαν στο γιαλό.»

― Δε θυμούμαι πλέον.

―Ας είναι. Τώρα έρχεται ο Διαμαντὴς ο Αγάλλος.

Όπου είναι, έφθασε. Αλλά δεν είναι μόνος αυτός.

Φοβούμαι όμως μήπως πολὺ σε κούρασα. Θαρρώ πως έγινα πολὺ ανιαρός, όπως λέγουν οι γραμματισμένοι.

― Όχι.

― Μαζὶ λοιπόν με τον Αγάλλο ή μετά τον Αγάλλο, θα έλθει κι ένας άλλος.

― Ποιός;

―Ο Πατσοστάθης, ένας βοσκός, τον ξέρεις; Είναι περιεργότατος, πολυδιήγητος και πιστεύει με τα σωστά του, ότι του έχουν κάμει μάγια. Αυτοὶ οι δύο, ο Αγάλλος κι ο Πατσοστάθης, θα σε διδάξουν πολλά στο περὶ αγάπης κεφάλαιο.

Έσεισα τους ώμους κι έκλεισα πάλι τα μάτια. Αισθανόμουν κόπωση χωρὶς πόθο αναψυχής, αδυναμία χωρὶς νυσταγμό ή πείνα.

Δεν σκεπτόμουν πλέον τίποτε. Άφησα τον Αταίριαστο να λέγει και να κάνει ότι ήθελε. Σαν σε όνειρο τον άκουα να λέγει:

―Ο Πατσοστάθης, αυτός έχει παράπονο κατὰ του Δημάρχου, επειδή αυτός τον στεφάνωσε στανικά με τη γυναίκα την οποία είχε παραπάνω από δέκα χρόνια αρραβωνιασμένη.

Πιστεύει ότι ο Δήμαρχος αυτός, η γυναίκα με την οποία τον πάντρεψε, η πεθερά του, η γυναικαδέλφη του, οι γείτονές του και όλος ο κόσμος, του έχουν κάμει μάγια. Τώρα ασχολείται πως να τα χαλάσει και πολλοὶ αγύρτες του έχουν φάει το μισό κοπάδι του.

Τι το παράξενο σε τούτο; Μήπως δεν έχει δίκιο; Άνθρωπος προορισμένος, γρήγορα ή αργά, να γίνει θύμα γητείας ή αγυρτείας;… Και ποιος μπορεί να γλυτώσει απ᾿ αυτά τα πράγματα; Μήπως είναι εύκολο να διακρίνει κανείς, να βρει τα όρια, που τελειώνει η πλάνη και που αρχίζει η απάτη; Έως που φθάνει η μωροπιστία και που αρχίζει η αγυρτεία; Τέτοιος είναι ο Πατσοστάθης.

― Όσο για τον Αγάλλο, αυτός είναι αλαφροΐσκιωτος.

Βλέπει φαντάσματα σχεδόν καθημερινά.

Είναι από οικογένεια, πολὺ συνδεδεμένη με τα στοιχειά του τόπου. Και μ᾿ όλο ότι έλειψε τριάντα χρόνια σωστά από την πατρίδα - όλο αυτό το διάστημα το πέρασε ως βαρκάρης σε μία παραλία της Γαλλίας, όπου κι εγώ τον συνάντησα ένα καιρό, τώρα έχει σύνταξη, δύο ναπολεόνια το μήνα, από μία εταιρεία Γαλλική - στην παραθαλάσσια εκείνη πόλη της Γαλλίας δεν είχε ιδεί ποτέ, πιστεύω, κανένα φάντασμα και όμως, μόλις επέστρεψε στον τόπο αυτόν και μόλις άρχισε να μαθαίνει ξανά πίσω τα ρωμέικα, διότι σε βεβαιώ επὶ λόγω τιμής, τα είχε ξεχάσει και του επανήλθαν αμέσως όλες οι παλιές αδυναμίες του.

Αμέσως ξανά άρχισε να βλέπει φαντάσματα, όπως στους παιδικούς του χρόνους… Και μη νομίζεις ότι προσποιείται, συνειδητά κατά κάποιον τρόπο. Αυτός, μόλις πάτησε το πόδι εδώ, ξανάγινε διὰ μιας το παλαιό χωριατόπουλο, παιδί μιας μυλωνούς, της γριά-Αγάλλαινας, με το λεπτό επίχρισμα του ξενιτεμένου, το οποίο αναφαίνεται μόνο όταν, μία ή δύο φορές το μήνα, κατεβαίνει στην πόλη και φορεί τα καλά του ρούχα, γελέκα βελούδινα, ωραία σουρτούκα από καστόρι και κρεμνά στο στήθος τις βαριές χρυσές καδένες, με όλα τα εγκόλπια και τα αριστεία του…

Διαρκώς όμως μένει εδώ που βλέπεις, στης Κεχριάς το ρέμα, με τους δύο παλαιοὺς νερόμυλους τους οποίους έχει κληρονομήσει, τον ένα από την μητέρα του, τον άλλον από την πεθερά του αδελφού του.

Έκαμα εγώ ένα κίνημα, το οποίο ο Σταμάτης εξήγησε σαν να ήθελα να ειπώ:

― Πώς, από την πεθερά του αδελφού του;

― Διότι, είπε, ο αδελφός του είχε προαποθάνει άκληρος κι ο νερόμυλος ήταν προίκα του. Σαν πέθανε κι η γριά-Μοσχαδού, η συμπεθέρα του, κληρονόμησε το μύλο ο Διαμαντής.

Πώς σου φαίνεται; ρώτησε ως επίλογο ο Σταμάτης, σαν να ήθελε να ειπεί: «Καταλαβαίνω ότι με ακούεις κι ας κάνεις τον κοιμισμένο».

― Ποιος; είπα εγώ.

―Ο Διαμαντὴς ο Αγάλλος.

― Τυχερός άνθρωπος.

― Λοιπόν, τώρα δουλεύει τους δύο μύλους, πότε τον ένα, πότε τον άλλον, πότε και τους δύο μαζί. Τα δύο κτίρια απέχουν λίγα βήματα μεταξύ τους, χωριζόμενα από μικρό καταρράκτη, του ποταμιού της Κεχριάς.

― Κα πώς τους προφταίνει και τους δύο μύλους συγχρόνως; ρώτησα εγώ για να ειπώ κάτι τι, αφού ο Σταμάτης με διαβεβαίωνε ότι ήμουν ξυπνητός και άκουγα.

― Αυτός; Όχι μόνο τους μύλους, αλλά και τη βάρκα του ακόμα, ὁπου την έχει συρμένη πίσω απ᾿ αυτόν τον Μύτικα που βλέπεις (μου έδειξε τη μικρή προβλήτα, ακτή που χώριζε το μικρό γιαλό, όπου βρισκόταν το θαλάσσιο άντρο μας, από το κυρίως ρέμα της Κεχριάς) κι εκείνη τη ρίχνει συχνά στο γιαλό και πάει για να γιαλέψει. Τώρα που θά ᾽ρθει, θα μας φέρει, πιστεύω, διάφορα θαλασσινά μεζέδια.

Τι λες; Θα κάμεις όρεξη;

― Να ιδώ.

―Έχει και άλλες αρετές ακόμα ο Αγάλλος. Μία, πώς να την ειπώ; εθελακρίβειαν, που είναι σπάνιο φαινόμενο. Μία φορά, στη Βρετάνη, που τον είχα ανταμώσει, μας ήλθε η ιδέα να φάμε γιουβέτσι ελληνικό σε εκείνα τα μέρη, να καλέσουμε και δύο Βρέτονες θαλασσινούς για να τους ξιπάσουμε.

Βάλαμε ρεφενέ, εγώ κι εκείνος και προσφέραμε το γεύμα στους δύο Γάλλους. Όταν βγάλαμε να αποπληρώσουμε τα πιοτά, έτυχε εκείνος να δώσει τρία σολδιά παραπάνω, επειδή εγὼ δεν είχα άλλα λιανά κι ο κάπηλος δεν είχε να αλλάξει μια λίρα. Λοιπόν, θα το πιστέψεις; Ύστερα απὸ έξι-επτά χρόνια, πέρυσι, όταν τον αντάμωσα εδώ, θυμήθηκε να μου ζητήσει τα τρία σολδιὰ που είχε δώσει παραπάνω στον κάπηλο της Βρετάνης. Πώς σου φαίνεται;

―Συμπαθέστατος.

―Όπου είναι έφθασε και θα καταγοητευθείς να τον γνωρίσεις.

―Τώρα μου είπες τόσα πολλά γι αυτόν, ώστε δεν αισθάνομαι πλέον επιθυμία να τον γνωρίσω.

Δ´

Προτού να αποτελειώσω τη φράση, ακούσαμε βήμα ανθρώπου, θρόισμα ανάμεσα στους θάμνους και τα κλαδιά και αμέσως παρουσιάστηκε άνθρωπος, ο οποίος δυνατόν να ήταν και εξήντα ετών, άλλα πολὺ ωραίος και ρωμαλέος. Ξυραφισμένος, με στριμμένο ψαρό μουστάκι, φορώντας κούκο βελούδινο στο κεφάλι, ενδύματα επίσης βελούδινα, καίτοι παλαιὰ και τριμμένα.

Μας χαιρέτισε, βγάζοντας τον κούκο του και ρίχνοντας βλέμμα ευμένειας προς εμένα, απέθεσε τη ράβδο και το τουφέκι του σε μία εισέχουσα γωνία του βράχου, κρέμασε το σάκο του σε κλάδο ψηλό θάμνου παρά την είσοδο του σπηλαίου, έχωσε το χέρι του μέσα στο σάκο κι έβγαλε μικρή φλάσκα, με οίνο προφανώς κι ένα παχύ πετεινάρι σφαγμένο, μαδημένο, έτοιμο για ψήσιμο.

― Καλώς τον Αγάλλο, είπε ο Σταμάτης φαιδρός. Πώς μας άργησες; Ακόμα λίγο και θα στέλναμε γυρεύοντάς σε.

― Σου έφερα μεζέ, Σταμάτη, είπε σοβαρός ο Αγάλλος.

Δε μου λες, βρίσκονται εδώ οι δύο φούρκες κι η σούβλα;

Πριν πάρει απάντηση, έσκυψε στη γωνιά, πιο εκεί από την ανθρακιά που έκαιγε και βρήκε τη σούβλα την οποία ζητούσε. Όσο για τις δύο φούρκες, αυτές, καίτοι δεν φαίνονταν, μισοκρυμμένες, μπηγμένες στο χώμα, ήταν ανάμεσα στα καψαλισμένα χαμόκλαδα, δίπλα στην χαραγμένη κάμινο επί της οποίας ανθούσε η ανθρακιά.

Ο Αγάλλος συνδαύλισε επιμελώς τη φωτιά, σούβλισε αμέσως το κοκόρι και άρχισε να το ψήνει περιστρέφοντας αυτό αργά και κανονικά.

― Πώς δεν πήγες για ψάρια; ρώτησε με το σαρκαστικό του τόνο ο Σταμάτης. Κι αποφάσισες να θυσιάσεις έναν πετεινό ολάκερο!…

Ή μήπως τον γλύτωσες απὸ το στόμα του γερακιού; Πρόσεξε καλά, θηριάλωτα δεν τρώμε εδώ στον τόπο μας. Δεν είμαστε πλέον στις Φραγκιές, όπως άλλοτε.

― Ναι, θα σε χαλάσει τάχα! είπε ειρωνικά ο Αγάλλος. Μόνο, προς χάριν του πατριώτη εδώ, πρόσθεσε κοιτάζοντας προς εμένα, θα πω την αλήθεια, εγὼ τον είχα λαβώσει με μια πετριά, εκεί που έδιωχνα το κοπάδι απὸ το σιτάρι που είχα απλωμένο στην ψάθα. Κι ύστερα, τον λυπήθηκα και τον έσφαξα.

― Μπράβο, είσαι πολὺ εύσπλαχνος προς τα ζώα, κάγχασε ο Σταμάτης.

Μα δεν μου λες, πώς άργησες κι ήρθες τόσο παράωρα;…

Πώς δε βρήκες στο δρόμο κανένα φάντασμα, αυτή τη φορά;

Φαίνεται ότι είχαν περάσει τα μεσάνυχτα κι εγὼ δεν είχα ιδέα περὶ της ώρας. Άλλωστε, η αργοπορία του Αγάλλου εξηγείτο εκ της ιδιαίτερης περίστασης, ότι είχε δώσει υπόσχεση στον φίλο του να έλθει και αφού δεσμεύτηκε εγκαίρως να έλθει, έκρινε ότι όφειλε να έλθει, καίτοι αργά. Ίσως και η περιέργεια την οποία αισθανόταν ο παλαιός ναύτης προς τη θέση και την τύχη τη δική μου, να είχε συντελέσει σε τούτο. Φαίνεται επίσης, ότι οι δύο φίλοι, που είχαν ζήσει επὶ χρόνους στην Ευρώπη, είχαν προσλάβει συνήθειες τελείως ανόμοιες προς τις επικρατούσες μεταξὺ των ανθρώπων του τόπου.

Στην τελευταία παρατήρηση του Σταμάτη, ο Αγάλλος χαμογέλασε με απλότητα και απευθυνόμενος μάλλον προς εμένα:

―Ο φίλος μου ο Σταμάτης, όλα τα ξέρει και τίποτα δεν πιστεύει…

Τι να σε κάμω εγώ; (είπε στρεφόμενος προς τον ίδιον).

Καλύτερα λίγα να ήξερες και να πίστευες κείνα που πρέπει.

― Τι; Μήπως βρήκες, στ᾿ αλήθεια κανένα στοιχειό στο δρόμο; επέμεινε ο Σταμάτης, ίσως γιατί επιθυμούσε να διηγηθεί κάτι ο Αγάλλος προς χάριν μου.

― Τουλόου σ᾿ τι λες; με ρώτησε απ᾿ ευθείας ο Αγάλλος.

Τα πιστεύεις ή όχι;

―Εγώ, είπα ήρεμα και μετά κόπου, μένω επιφυλακτικός, αλλά ποτὲ δε δείχνω απότομα δυσπιστία και προ πάντων, ποτὲ δε φιλονικώ.

―Έτσι μ᾿ αρέσουν κι εμένα οι άνθρωποι, είπε ο Αγάλλος.

Χωρὶς να πάψει ούτε στιγμή να περιστρέφει τη σούβλα και να συνδαυλίζει ενδιάμεσα τη φωτιά, πότε φέροντας τα κάρβουνα πλησιέστερα στη σούβλα, πότε σπρώχνοντας μακρύτερα αυτά, άρχισε να διηγείται.

Ε´

Πριν ξενιτευτεί, όταν ήταν πολὺ νέος ακόμη, είχε αγαπήσει με έρωτα θερμό τη Μυρσούδα, την κόρη της Αρχόντως της Μερτζάναινας, ορφανή πατρός, εμποροπλοιάρχου. Ύστερα, όταν μπαρκάρισε με τα καράβια, ταξίδεψε κατ᾿ αρχάς δύο χρόνια στη Μεσόγειο. Είχε δώσει αρραβώνα στη Μυρσούδα κι η κόρη τον περίμενε να γυρίσει γρήγορα. Αυτός της έστελνε τακτικά γράμματα και δύο φορές της είχε στείλει δώρα και στολίδια, τη μία φορά απὸ τη Σμύρνη, την άλλη απὸ τη Βενετιά.

Επειδή όμως ήταν φιλόδοξος και δεν του είχαν περισσέψει πολλά χρήματα, για να γυρίσει στην πατρίδα να στεφανωθεί, αποφάσισε και μπαρκαρίστηκε με ένα γαλλικό καράβι και πήγε ως τη Μασσαλία.

Από εκεί προσέγγισε σε δύο λιμάνια της Ισπανίας, ακολούθως έφτασε στο μοιραίο Στενό, εις το μη περαιτέρω των αρχαίων - εκεί όπου θα συναντούσε κανείς τον Άτλαντα, που βαστούσε στις πλάτες τους ουρανούς - άνθρωπο με πολλές αμαρτίες και με πολλά βάσανα, όπως είναι φυσικό, τον οποίο οι θεοὶ είχαν καταδικάσει ως μέγα αχθοφόρο, αντιπρόσωπο όλης της αχθοφορούσας ανθρωπότητας και απ΄ όπου θα έπλεε με ασφάλεια στα νησιά των Μακάρων και θα μεθούσε απὸ τον κήπο των Εσπερίδων τα αρώματα, εκεί απ΄ όπου δεν επιστρέφει κανείς πλέον.

Έφθασε στα βόρεια της Γαλλίας, στον Ωκεανό. Είχε ακόμη τον πόθο της πατρίδας και τη μνήμη της Μυρσούδας κι ακόμη δύο ή τρεις φορές έστειλε γράμμα, δεν έστειλε όμως στολίδια και καλούδια της μνηστής του έκτοτε, αν και εύλογο θα ήταν, αφού πήγε σε μεγαλύτερο κόσμο και κέρδισε περισσότερα χρήματα, να ψώνιζε καλύτερα πράγματα για να τη θυμηθεί. Αλλά όμως γελάστηκε, ως άνθρωπος απέκτησε και μερικές συνήθειες, ξέχασε την οικονομία και έκανε πολλά έξοδα.

Ύστερα, με τον καιρό, συνήθισε στον κόσμο εκείνο, έμαθε τη γλώσσα καλά, με τα γράμματά της, Ελληνικά δεν ήξερε άλφα βήτα, αλλά έμαθε γράμματα Γαλλικά. Τέλος εγκλιματίστηκε στον τόπο εκείνο. Απέκτησε μία βάρκα, δούλευε στους αιγιαλούς της Γαλλίας, τους βορειοδυτικούς και κέρδιζε αρκετά χρήματα.

Πέρασαν δέκα χρόνια, πέθανε η μάννα του στην πατρίδα (ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν αυτός ξενιτευτεί). Ενόσω ζούσε η γριά, του έστελνε συχνά γράμματα, αυτός της απαντούσε αργά και που.

Του έστελνε χαιρετίσματα απὸ τη μνηστή του, που τον καρτερούσε ακόμη η πτωχή. Εάν αυτός ήταν στην πατρίδα και αν είχε στεφανωθεί ή όχι, η γερόντισσα δεν θα έδειχνε βεβαίως τόση στοργή προς τη νύφη της, αλλά τώρα, ο γιος της ήταν μακριά στα ξένα κι η νέα εκείνη, αποτελούσε ένα επιπλέον κρίκο, μία κλωστή, μία δεσμεύουσα ξανθή τρίχα, μεταξὺ εκείνου και των οικείων του.

Η κόρη τον περίμενε ακόμη.

Δε θέλησε να τον αρνηθεί, αν και δεν έλειψαν προξενήτρες, να την προτρέπουν να χωρίσει τον ξενιτεμένο μνηστήρα και να προτιμήσει τον δείνα ή τον δείνα. Αυτή όμως είχε μείνει βράχος ακλόνητος. Περίμενε και περίμενε, ωσότου λίγο έλειπε πλέον για να γίνει γεροντοκόρη.

Ο μόνος αδελφός του, ο Νικόλαος, που νυμφεύθηκε νέος, είχε μείνει άτεκνος και η μόνη αδελφή του, η Σοφούλα, αφού έκαμε πολλά παιδιά, της τα είχε πάρει όλα ο Χάρος. Τέλος, νέα ακόμη, κατέβηκε και αυτή στον τάφο, χαροκαμένη, ατεκνωμένη… ζητώντας να βρει στον ζοφώδη τόπο των σκιών τα τερετίζοντα και κλαυθμυρίζοντα τέκνα της.

Η γριά του έγραφε συνήθως: «Αχ, γιέ μου και πότε θά ᾽ρθεις, για να μ᾿ ευφράνεις κι εμένα, που γέρασα και μου έπεσαν τα δόντια…

Να στεφανωθείς, για να αποκτήσεις παιδιά, να με παρηγορήσουν στα γεράματά μου, που άσπρισαν τα μαλλιά μου… Να τ᾿ αναθρέψω με μόσκο, μέλι και φιλιά, να μου δίνουν το χεράκι, να πηγαίνω στην εκκλησιά, που κόντυναν τα γόνατά μου και δεν μπορώ να περπατήσω… Πότε θα έρθεις, γυιόκα μου, να σε ιδώ να χαρώ, να μου σφαλίσεις τα ματάκια, που θάμπωσαν και τρέχουν ολοένα απ᾿ τον καημό μου, πότε θα έρθεις!…»

Και τελείωνε συνήθως το γράμμα με ένα δίστιχο, όπως:

«Αλλοίμονο, κι αλλοὶ-καημὸς

του γεμιτζή ο ξενιτεμός.»

Αυτός της απαντούσε αραιά και που, αντιτάσσοντας στις κοινοτοπίες της τις αισθηματικές, τις δικές του βιοτικές και χρηματικές κοινοτοπίες. Υπαγόρευε τα γράμματά του σε έναν άλλο Γραικό ναύτη, που είχε ξεπέσει σε εκείνα τα μέρη: «Όταν θα αποκτήσει πολλὲς λίρες… τώρα που θ᾿ ανοίξουν οι δουλειές…

Εφέτος, αυτή τη χρονιά, φάνηκε πως άρχισαν να κινούνται κάπως, να παίζουν οι δουλειές κι ελπίζει πως θα δουλέψει καλύτερα απ᾿ όλα τα περασμένα χρόνια. Και λογαριάζει, το Πάσχα που μας έρχεται, ή τα Χριστούγεννα “σα μπροστά”, να τα εορτάσει μαζὶ με τη μητέρα του στην πατρίδα, αν δεν προφτάσει να φάει τα σύκα και να πατήσει τα σταφύλια στον τρύγο… κι έχει μεγάλη επιθυμία να φάει τηγανίτες απὸ λάδι κορφή, αγουρόλαδο, όταν θ᾿ ανοίξουν, με καλό, τα λιοτριβειά…»

* * *

Τέλος, όλα αυτά απότομα έπαψαν. Η γριά δεν έστειλε πλέον άλλο γράμμα. Είχε κλείσει τα μάτια - ποιος ξέρει, ποιος της τα είχε σφαλίσει; Ίσως η Κούμπω η Μπαρχίτσα, η Τζινέλαινα η Καντηλανάφτισσα ή καμιά άλλη σπλαγχνική χριστιανή - και κατέβηκε στον τάφο. Το θάνατό της ανήγγειλε ο αδελφός του με επιστολή, όπου δεν έκαμνε μνεία περὶ της μνηστής τι είχε απογίνει.

Ο Αγάλλος δεν απάντησε, αλλά και δεν έμαθε έκτοτε κάτι νεότερο απὸ την πατρίδα. Φαίνεται ότι είχε «ξεπονέσει» πλέον.

Τη Μυρσούδα τη νόμιζε ή νεκρή ή πανδρεμένη. Και όταν μετά χρόνους αντάμωσε το Σταμάτη τον Αταίριαστο, που πέρασε απὸ εκείνα τα μέρη (ο οποίος ήταν πολὺ νεότερός του και νωπότερος απὸ την πατρίδα, ήξερε δε τον Αγάλλο εξ ακοής, πήγε προς αναζήτηση του και του έδωκε γνωριμία), δεν είχε πλέον το θάρρος να τον ρωτήσει αν γνώρισε τίποτε περὶ μιας μνηστής την οποία είχε κάποτε.

Ο ίδιος ο Σταμάτης δεν του είπε περὶ τούτου τίποτε. Πράγματι, επειδή ανήκε σε άλλη γενεά, αγνοούσε τα κατὰ τους παλαιούς αρραβώνες του Αγάλλου.

* * *

Τέλος, όταν άρχισε να γερνάει ήδη, ο Αγάλλος έκαμε το σταυρό του και αποφάσισε να επανακάμψει στην πατρίδα. Απὸ όσους πατριώτες συνάντησε στον δρόμο του, που τυχόν τον ανεγνώρισαν, αν ήταν αρκετά παλαιοί ή και αυτός τους είχε αναγνωρίσει, όλοι του είπαν περὶ του αδελφού του, που είχε πεθάνει πρόσφατα, κανεὶς δεν του είπε τίποτε περὶ της παλαιάς μνηστής του.

Αυτός απέφυγε να ρωτήσει τίποτε.

Την ανάμνηση αυτή, την είχε κατά κάποιον τρόπο ως εγκόλπιο και κρυφό φυλακτό. Συλλογιζόταν τι περίεργο θα ήταν αν εκείνη επιζώσα, είχε μείνει τυχόν ανύπανδρη και θα ήταν τώρα ως σαρανταπέντε χρόνων. Και τι κωμικό θα φαινόταν, αν τυχόν γινόταν γάμος μεταξὺ των δύο.

Αυτός ήταν παραπάνω απὸ πενήντα και ήταν ακόμη γαμβρός!

Όταν έφτασε στην πατρίδα, βρήκε κληρονομιά τους δύο νερόμυλους, τον ένα της μητέρας του και τον άλλον, προίκα του αδελφού του, ο οποίος, άτεκνος, είχε λάβει το κτήμα τούτο ως δωρεά απὸ την συμβία του. Οι δύο μύλοι είχαν και αρκετή περιοχή, ελαιώνα και κήπους στο ρέμα της Κεχριάς. Με αυτά και με τα λίγα περισσεύματα που έφερε, καθώς και με την ισόβιο σύνταξή του, ήταν σχεδόν πλούσιο γεροντοπαλίκαρο ο Αγάλλος. Ήταν δε ωραίος, φαινόταν νέος ακόμη και μπορούσε πράγματι να περάσει για γαμβρός.

Πέρασαν μέρες μετά την άφιξή του και ο Αγάλλος ακόμη δεν είχε πληροφορηθεί περὶ της παλιάς μνηστής του. Οι άλλοι δεν του είπαν τίποτε. Αυτός κυριευόταν απὸ γεροντική ντροπή και δεν τολμούσε να ρωτήσει.

Ήταν Δεκέμβριος και είχε χιονίσει. Την τέταρτη ημέρα απὸ της αφίξεώς του, ο Αγάλλος φόρεσε τις μεγαλοπρεπείς μπότες, τον ωραίο βελούδινο κούκο του και τον κερωμένο επενδύτη του, πήρε το τουφέκι του και πήγε ολομόναχος προς το ρέμα της Κεχριάς, για να επισκεφθεί τους δύο μύλους, που είχαν ανάγκη επισκευής και συγχρόνως να κυνηγήσει κοτσύφια και τρυγόνια.

Δε δέχθηκε κανένα συνοδίτη, ήθελε να δοκιμάσει, αν ύστερα απὸ τριακονταετία, θυμόταν καλά τους εξοχικούς δρόμους…

Όπως θυμάται το κολύμπημα και που απὸ τόσων ετών δε μπήκε στη θάλασσα, έτσι και επιστρέφοντας απὸ μακρὰ ξενιτειά νοσταλγός, επανευρίσκει όλους τους δρομίσκους και τα τοπία των παιδικών του χρόνων…

Το απόγευμα, όταν μετά περιπλάνηση ωρών στα δάση, ο Αγάλλος επανήλθε να ρίξει και δεύτερο βλέμμα στους δύο μύλους, ενώ στάθηκε με το όπλο επ᾿ ώμου, επιθεωρώντας τα δύο κτίρια και ετοιμαζόμενος να επιστρέψει στο χωριό, μέσα στα χαμόκλαδα, άκουσε σφοδρό και παρατεταμένο θόρυβο. Ο γέρων ναύτης έφερε το όπλο του επὶ σκοπόν, νομίζοντας ότι ήταν κανεὶς αγριόγατος και ετοιμαζόταν να σηκώσει τη σκανδάλη.

Αίφνης, βλέπει ένα λεπτό αόριστο σχήμα, το οποίο γλιστρούσε πάνω στα χιόνια και απομακρυνόταν.

― Μ᾿ εξέχασες!… είπε μία λεπτή, ψιθυριστή, παραπονετική φωνή.

―Εγώ!… έκραξε ο Αγάλλος.

Κι έτρεξε πίσω από το όραμα. Αλλά το λευκό σχήμα είχε γίνει άφαντο στη στιγμή… Ο Αγάλλος έκαμε πολλά βήματα τρέχοντας εδώ κι εκεί, στις παραμελημένες αιμασιές των κήπων, αλλά μάταια.

Δε βρήκε τίποτε.

Θα είναι η Μυρσούδα, είπε μέσα του ο Αγάλλος. Βρίσκεται ακόμα; Εδώ κοντά κατοικεί τάχα;… Και πατούσε τόσο ελαφρά…

Η καημένη, φαίνεται να ήταν ξυπόλυτη!…

Πράγματι, του είχε φανεί ότι αναγνώριζε τη φωνή της παλιάς μνηστής του.

* * *

Τη νύχτα, όταν επέστρεψε αργά στο χωριό, αφού δείπνησε κατηφής στην πατρική οικία του, όλες οι μακρινές συγγένισσες, ανεψιές και συμπεθέρες, ήλθαν να τον επισκεφθούν.

Στις πρόθυμες φιλοφρονήσεις τους, δεν είχε όρεξη να απαντήσει και ήταν συλλογισμένος, ο παλιννοστήσας ναυτικός.

Αίφνης, μία απὸ τις ανεψιές, η ευθυμότερη και καλλίτερη όλων, έριξε μία ιδέα.

― Τι εμορφιά και τι νιάτα, που έχει ακόμα ο μπάρμπας…

Άρχισαν οι νυφάδες να στέλνουν προξενιές!

― Το ξέρω, είπε μία άλλη… Πως; Μπορούσε αλλιώς να γίνει;..

Και τότε η πρώτη διηγήθηκε, πως μία αρχοντοχήρα απὸ τον Επάνω Μαχαλά, που έχει μία κόρη ηλικιωμένη, όμορφη και μεγαλοπροικούσα, την είχε παρακαλέσει προ ολίγου να προξενήσει τη θυγατέρα της στον Αγάλλο.

― Καλή κι άξια είναι, είπε σαν επίλογο.

Αν το αποφασίσει ο μπάρμπας.

― Καλή κι άξια, είπαν και οι δύο άλλες.

Μόνο μία έμεινε επιφυλακτική. Ένας εξάδελφος, που ήταν παρών, χαμογέλασε και δεν είπε τίποτε.

Τότε αίφνης, ο Αγάλλος αποφάσισε να ρωτήσει περί της παλιάς μνηστής του.

― Καλά, είπε, εγὼ είχα μία αρραβωνιαστικιά έναν καιρό…

Τι γίνεται;

― Η Μυρσούδα; είπε η μεγαλύτερη απ΄ τις παρευρισκόμενες, είναι δέκα χρόνια πεθαμένη…

― Πεθαμένη!… επανέλαβε μηχανικά ο Αγάλλος κι εγὼ που την είδα.

* * *

Εντωμεταξύ, ο Αγάλλος είχε ψήσει τον πετεινό, ο δε Σταμάτης έστρωσε καταγής ένα χρωματιστό ύφασμα και με κάλεσε να συμμετάσχω στο δείπνο.

― Τώρα, πως τα λες αυτά τα πράγματα; είπε τελειώνοντας ο Αταίριαστος, αφού είχα ακούσει την ανωτέρω ιστορία…

Ο Διαμαντής, ο φίλος μας, δεν απεφάσισε έκτοτε να μπει στον κόσμο και καλά έκαμε, διότι θα ήταν γελοίο να παντρευόταν γέρος, αφού πέρασε όλα τα νιάτα του άγαμος…

Αλλά δεν παύει να διηγείται, ότι το φάντασμα εκείνο της λευκής γυναίκας που γλιστρούσε επάνω στα χιόνια, επανέρχεται πολλές φορές και του δίνει τέτοιες νύξεις: «Αγάλλο, με ξέχασες! Πανδρεύεσαι, Αγάλλο;», οσάκις γίνει λόγος ή αυτός τυχόν σκεφθεί τίποτε περὶ γάμου… Λοιπόν πως τα λες αυτά;

Μόλις αρχίσαμε να τρώγουμε και νέο πρόσωπο παρουσιάστηκε. Ήταν ο Πατσοστάθης, ο βοσκός εκείνος, περί του οποίου είχε κάμει λόγο ο Σταμάτης.

― Καλώς τον Πατσοστάθη, είπε ο Αταίριαστος. Τι γίνεσαι;…

Πώς περνάς;… Δεν βρήκες ακόμα κανένα γιατρικό, να μη σε πιάνουν τα μάγια;

―Εσὺ τα γελάς αυτά, είπε μελαγχολικός ο Πατσοστάθης.

Η μοίρα σου να μη σου το χρωστά, να πέσεις σε κακά χέρια.

Και στραφείς προς εμένα - αγνοώ αν με γνώριζε - πρόσθεσε:

― Ναι, είναι σωστά, όπως σε βλέπω και με βλέπεις… Η πεθερά μου, μού ΄καμε μάγια να πάρω την κόρη της… Η ίδια μάγεψε το Δήμαρχο για να τον καταφέρει να με παντρέψει με το στανιό, μάγεψε τον παπά για να με βλοήσει, μάγεψε το Σωτηράκη του Νταντού, για να σηκώσει τα στεφάνια… Κι όταν σας τα διηγηθώ πως έγιναν όλα, τότε θα καταλάβετε.

― Λοιπόν λέγε, αν δε βαριέσαι, είπε ο Σταμάτης, για να ακούσει κι ο πατριώτης μας από ΄δω. Ή θέλεις να τα διηγηθώ εγὼ καλύτερα;

Και ο Σταμάτης άρχισε να διηγείται.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Α´

Και άρχισε να διηγείται ως εξής:

Ένδεκα χρόνους ήσαν μνηστευμένοι.

Την εποχή που είχε συναφθεί ο αρραβώνας, επὶ Όθωνος, ίσχυε το σύστημα της διὰ των μάλλον φορολογουμένων δημαιρεσίας και οι δύο συμπέθεροι, ο πατέρας της νύφης και ο του γαμβρού, αμφότεροι «μάλλον φορολογούμενοι» εκεί επάνω στα βουνά, ήσαν από δύο κόμματα, αντίζηλοι από παλιά και μάλλον κακοὶ γείτονες στις βοσκές και στα κατάμερά τους.

Τότε, καθώς πλησίαζαν οι εκλογές, με το δέλεαρ της πραγματοποίησης του συνοικεσίου, κατόρθωσε το ένα κόμμα, στο οποίο ανήκε ο πατέρας του γαμπρού, ο γέρο-Πατσογιάννης, να ελκύσει προς το μέρος του το γέρο-Πλιάκα, τον πατέρα της νύφης, με τη ρητή υπόσχεση, να του δώσουν ως γαμβρό στην κόρη του την Κρατήρα, το Στάθη, το γιο του Πατσογιάννη. Το κόμμα, τόσοι άρχοντες και προεστοί, με κεντητές χειρίδες και με τσόχινα πανωβράκια, είχε πειθαναγκάσει το γέροντα βοσκό να πει το ναι.

Κι έτσι ο γέρο-Πλιάκας τους έδωκε την ψήφο του κι έκαμαν τον δήμαρχο που ήθελαν, τον καπετάν Γιώργο Ραφτάκη.

Και ο αρραβώνας, έμεινε αρραβώνας και στερεώθηκε και στοιχειώθηκε μάλιστα. Έληξε η περίοδος της δημαρχίας και άλλαξε η βασιλική Δυναστεία και οι δύο γέροντες συμπέθεροι εντωμεταξύ πέθαναν.

Αλλά επὶ της νέας Δυναστείας, ενεργήθηκαν οι δημαιρεσίες στα ΄66 και καταργήθηκε το παλαιό πατριαρχικό σύστημα και οι νέες αρχές βγήκαν διὰ καθολικής ψήφου και οχλοκρατίας.

Ο νέος Δήμαρχος, ο δημοκρατικός, που βγήκε στον τόπο μας ήταν απὸ την ἰδια οικογένεια και το ίδιο κόμμα, το οποίο είχε δελεάσει το 185… το γέρο-Πλιάκα, αντὶ παραδόξου τιμήματος και διὰ ψυχολογικής βίας. Ο νέος Δήμαρχος, ήθελε να εφαρμόσει την αυταρχία «εν τη δημοκρατία». Και να πως.

* * *

Ένα Σάββατο πρωί, περὶ τις αρχές του θέρους, η Γηρακὼ η Μπόζαινα, η μεγάλη κόρη της γριά-Πλιάκαινας, απ΄ τον πρώτο σύζυγό της και συμβία του Τσιμπλιαράκη, κατέβηκε απὸ το βουνό φορτωμένη μεγάλο κοφίνι στον ώμο. Κατ᾿ ευθείαν πήγε στην οικία του κυρ Κωσταντή του Μωραΐτη, του νέου εκλεγέντος δημάρχου.

Ο κυρ Κωσταντὴς ήταν αρχοντόπουλο του τόπου και πάντοτε ήθελε να το δείχνει.

―Άφησέ τα αυτά τα πράγματα και μην πειράζεσαι κουμπάρα, είπε με αυστηρό βλέμμα ο νέος Δήμαρχος, άμα η χωρική έκαμε να ξεσκεπάσει το καλάθι της απὸ τα χλωρά και ευώδη κλωναράκια, με τα οποία το είχε σκεπασμένο. Μου φέρνουν εμένα πολλά οι κολλήγοι που βόσκουν τα πατρικά μας κι έχουν και τα δικά μας τα γίδια.

Σύρε να φιλέψεις τον Ειρηνοδίκη και το γραμματικό, οπού ᾽ναι ξένοι άνθρωποι. Δώσε και λίγη μυζήθρα του Μαραγκάκη, του νωματάρχη μας, επειδή είναι καλός άνθρωπος και μας χρησιμεύει.

Το κοφίνι, περιείχε φιάλες με γάλα, μυζήθρες και τυριά και αλατισμένα και νωπά.

Ο Δήμαρχος δε θέλησε να δεχθεί τίποτε, ωστόσο η Γηρακώ, αφού μάζωξε τα κλώνια της μαντήλας της, καθώς ήταν βαλαντωμένη απὸ το δρόμο και τα μάγουλά της ξαναμμένα -ήταν μεσήλικη γυναίκα ωραία και ηλιοκαής - στρώθηκε στον καναπέ και εν πρώτοις αντάλλαξε διάφορες φιλοφρονήσεις με την κουμπάρα της τη Δημαρχίνα.

― Και πώς τά ᾽χεις τ᾿ αρχοντόπουλα, κουμπάρα;

― Καλά. Τα δικά σας πώς πάνε;

― Τα δικά μας, πολὺ καλά. Τρέχουν ολημέρα στο βουνό, μες στον ήλιο, κοντά στα πράματα. Δε μου αρρώστησε κανένα, δόξα σοι ο Θεός. Μονάχα ο κουμπάρος σας δε λιανομπορούσε.

― Μπα! πως; Τι είχε;

― Κρυώματα παλιά κι αμαρτίες. Τώρα ζωντάνεψε πάλι.

―Ας είναι περαστικά, τι να γίνει; Και τα πράματα πώς πάνε, κουμπάρα;

―Όχι καλύτερα. Βοσκή έχουν πολλή, ο Θεός έβρεξε.

Γάλατα και τυριά, άλλο τίποτα. Όλα τα καλά τ᾿ Θεού τά ᾽χουμε κουμπάρα, δόξα σοι ο Θεός. Μοναχά… Αυτό το σκυλί, ο γαμπρός!…

― Ποιος;

Ο Δήμαρχος, ακούοντας τη συνδιάλεξη των δύο γυναικών, την περίμενε την παρέκβαση αυτή ή μάλλον την στο προκείμενο έλευση της στωμύλου γυναίκας.

― Κείνος ο Σταθαρός, ο γιος της Πατσούς, το σκυλί το παραδομένο. Ακούς εσύ, κουμπάρα, ένδεκα χρόνια αρραβώνας κι ο γαμπρός μες στο σπίτι, ποια χριστιανή το είδε αυτό το κακό, της καημένης της μάνας μου; Ένδεκα χρόνια να μπαίνει, να βγαίνει, να στρώνεται, να κειτιάζει, να ντιρλικώνει ένα περίδρομο, να μπεκρολογά, να νεκροκοιμάται, να μη ξεκουμπίζεται, να μην κουνιέται, ένδεκα χρόνια κειδὰ να βρίσκεται, να φαρμακώνει, να ψοφολογά, να κολλάει σαν την κολλιτσίδα, να μην πιάνεται σαν την κόνιδα, να τον διώχνεις και να μην ξεκουμπίζεται, να τον ξορκίζεις και να μη γκρεμοτσακίζεται.

Μάγια του έχουν καμωμένα, καλά κι ο ίδιος το λέει. Μήτε να θέλει, μήτε να μη θέλει, μήτε να στεφανώνεται, μήτε χέρι να τραβά, τρεις φορὲς τα πέταξε τα σημάδια, τρεις φορὲς πάλι τα πήρε πίσω, κάνει τον κακιωμένο ένα φεγγάρι και δεν ξεκολλάει όσο γυρίζει ο χρόνος.

Πότε θα στεφανωθείς Στάθη; Μη βιάζεσθε, έχει ο Θεός. Τι σφίξη είναι; Άλλα λόγια ν᾿ αγαπιόμαστε. Μήτε να νεκροβλογιέται, μήτε να χωρίζει, τ᾿ ακούς τουλόου σ᾿ αυτά, κυρ Κωσταντή μ᾿, δήμαρχέ μου… κουμπάρε, πατέρα μου;

Εδώ πήρε τον ανασασμό της η Γηρακώ. Ο Δήμαρχος δεν της υποσχέθηκε τίποτε, αλλά χαμογελούσε, εγκρίνοντας τα λεγόμενά της. Τέλος πήρε το κοφίνι της και έφυγε.

Ο Δήμαρχος είπε προς την συμβία του:

― Με τόσα ψέματα που ξέρει αυτή η Γηρακώ και να μην τον καταφέρνει εκείνον τον γαμβρό να τον στεφανώσει!

Πολὺ ζόρικος είναι αληθινά.

* * *

Καθώς βγήκε απὸ τη δημαρχιακή οικία, η Γηρακὼ η Μπόζαινα έστριψε μία γωνία κι έφθασε στο φούρνο της θεια-Μάρκαινας, τον οποίο διεύθυνε ο επὶ θυγατρὶ γαμβρός της, ο Φραγκούλης ο Σαρρής. Αφού ψιθύρισε λίγα γλυκά λόγια στην ακοή της γριά- Μάρκαινας, αυτή φώναξε το μικρό δεκαετή εγγονό της:

― Μαρκάκη! έλα δω, Μαρκάκη.

Η Μπόζαινα έβγαλε τότε, ένα-ένα απὸ το καλάθι τα γάλατα, τις μυζήθρες και τα τυριά και πρόσφερε εξ αυτών πρώτα στην πρόθυμη και καλόκαρδη γριά.

― Να πλιο θεια-Μάρκαινα, αυτό δα για τα παιδιά, τ᾿ αγγονάκια σ᾿… Αυτό για λόου σου. Τούτο δα, ας το πάει ο Μαρκάκης όμορφα όμορφα εδώ δίπλα, στο ρηνοδικείο… που κάθεται ο ρηνοδίκης, ξέρει το παιδί;

― Μάλιστα, είναι μουστερής μας. Εδώ του ψήνουμε τα γιουβέτσια του. Και ψωμὶ απὸ εμάς παίρνει.

― Και ο γραμματικός;

― Και αυτός μουστερής μας. Αγαπά πολὺ τα σπληνάντερα.

Έχουμε και καλό κρασί.

― Και αυτό, ποιος θα το πάει του νωματάρχη;

―Ο νωματάρχης εδώ τρώει, εδώ πίνει. Καλύτερα να μείνει η μυζήθρα εδώ. Τι θέλει στην καζάρμα;

―Όπως ξέρεις τουλόου σ᾿ για καλύτερα.

Ύστερα απὸ μία ώρα, αφού γέμισε η Γηρακὼ το καλάθι της απὸ μικρά ψώνια χρήσιμα στο βουνό - ρύζι, καφέ, ζάχαρη - επίσης δε τσίρους και μπακαλιάρο, καθώς ετοιμαζόταν να γυρίσει στο εξοχικό καλύβι της, πέρασε απὸ ένα παράμερο μαγαζάκι, στην άκρη του χωριού (το πρωί είχε φυλαχθεί να περάσει απὸ εκεί, είχε έλθει απὸ άλλο δρόμο) και ψώνισε κι από κει, «διὰ τον τύπον», λίγη ακόμη ζάχαρη και ρύζι.

Ήταν ένα πάλλευκο σπιτάκι, με προαύλιο που άστραφτε απὸ καθαριότητα, κτήμα του Νάσου Κοντοθανάση και της γυναίκας του Βαγγελιώς.

Το ανδρόγυνο ήταν άτεκνο, όλο δε τον καημό της, τον οποίο είχε διότι δεν απέκτησε παιδί, η Βαγγελιὼ τον ξεθύμαινε στην καθαριότητα. Ήταν δύο κλήματα, μικρές κρεβατίνες, στα μπαλκονάκια, πολλές γλάστρες με ευώδη φυτὰ και γαρούφαλλα.

Η αυλή είχε μεγάλο σωρό από καυσόξυλα, μαγείρευαν το φαγί τους στο ύπαιθρο.

Η πρόσοψη του σπιτιού, έβλεπε προς το βουνό και ήταν δροσερή εξοχική τοποθεσία.

―Ώρα καλή κολλήγα, καλώς σας βρήκα, είπε το Γηρακώ. Μοσκοβολάτε πάλι. Τι καλό φαί μαγειρεύει η κολλήγισσα, να με κάμετε μουσαφίρη;

― Καλώς την κολλήγισσα, είπε ο Νάσος. Πώς μας θυμήθηκες;

Το πρωί δεν πέρασες από δω.

― Δε μου ήρθε βολικά, είπε η Γηρακώ. Κατέβηκα απὸ άλλο δρόμο.

Η Βαγγελιὼ είχε ακούσει τη φωνή της ποιμενίδας και κατέβηκε στο μαγαζί.

― Καλώς την κολλήγισσα. Κάπου κι αριὰ μας θυμάσαι. Τι κάνετ᾿ σεις απάνω; Πώς περνάτε;

―Ας λέμε καλά και δόξα σοι ο Θεός.

― Πώς πάει το κοπάδι;

― Κάθε πέρσι καλύτερα, κολλήγισσα.

Η κολληγιά την οποία μεταχειρίζονταν ως προσηγορία, συνίστατο σε μία ή δύο προβατίνες ή κατσίκες, τις οποίες είχε εμπιστευθεί ο Νάσος στο κοπάδι του Τσιμπλιαράκη, του συζύγου της Γηρακώς.

― Λοιπόν, δεν θα δούμε μιαν οκά μαλλιά, κολλήγισσα, επανέλαβε η Βαγγελιώ. Ούτε λίγο τυρί, δυο μυζήθρες;

― Πώς πάνε τα πράγματα; επανέλαβε την ερώτηση ο Νάσος.

Εδώ άρχισε η ρητορεία της Γηρακώς.

Τα πράγματα; Μην τα ρωτάς κολλήγα. Τι τα θέλεις; Προκοπή δεν είναι. Φόροι, δοσίματα πολλά. Περιμένεις; Προστίματα. Οι αδραγάτες σε κυνηγούνε. Οι ταχτικοὶ σε παραφυλάνε. Οι γειτόνοι σε κατατρέχουνε. Άκαιρα, κάψες, κρύα, βαρυχειμασιά. Τόσα ψόφησαν απ᾿ τα χιόνια, τόσα αρρώστησαν. Άλλα έφαγαν άσχημο χορτάρι, και τά ᾽πιασε χλαμπάτσα. Δύο βοσκήματα δάγκωσε η οχιά. Τρία πράματα άρπαξε ο αετός στο βουνό, ψηλά στα βράχια. Το γεράκι…

―Αρπάζει και το γεράκι πρόβατα; διέκοψε απορώντας η Βαγγελιώ.

―Το γεράκι μου άρπαξε τις κότες, χριστιανή μου. Τρεις κλώσες, μια νοσσίδα, πουλάδα, πως τη λέτε σεις κι ένα κοκοράκι.

―Α! τις κότες; είπε η Βαγγελιώ.

― Κι η αλεπού; είπε ένας παρατυχὼν νέος, θέλοντας να ειρωνευτεί.

Ήταν γνωστός σε όλη την κοινωνία κι έκαμνε συνήθως τον αστείο.

― Δεν έχουμε αλεπούδες στο νησί μας, τίποτε άλλα ζ᾿λάπια μπορεί νά ᾽χουμε, είπε απτόητη η Γηρακώ.

Τέλος, ψώνισε όπως είπαμε, λίγα πράγματα για να καλοπιάσει το ανδρόγυνο, πήρε το κοφίνι της, έκαμε ένα σταυρό κι έστρεψε το πρόσωπο της προς δυσμάς κατὰ το βουνό. Ο ήλιος ήταν ψηλά ήδη, αλλά αυτή τον είχε πίσω της κι έφευγε ανεβαίνοντας τον ανήφορο με γοργό βήμα.

Β´

«Με τόσην ψευτικήν, είχεν ειπεί ο Δήμαρχος και να μη μπορέσει να καταφέρει το γαμβρό, αυτή η βουνίσια γυναίκα, να στεφανωθεί!»

Ο Δήμαρχος και πριν είχε σκεφθεί το πράγμα και είχε αποφασίσει ήδη μέσα του, να κατορθώσει ει δυνατόν το γάμο.

Αγνοώ αν ενσυνείδητα ή ασυνείδητα είχε υποστεί την υποβολή από τα λόγια της γυναίκας, της Μπόζαινας. Αλλά ήταν σαν να έλεγε:

«Αφού εμένα με επηρεάζει αυτή και πως δεν μπόρεσε να καταφέρει το βοσκό του βουνού;» Μάλλον αισθανόταν διάθεση να εξοφλήσει παλαιὰ κομματική υποχρέωση, κερδοσκοπώντας συγχρόνως «πολιτικώς» και για το μέλλον. Ακόμη περισσότερο, ήθελε να διεκδικήσει, όπως λέγομε, την αυταρχία εν τη δημοκρατία.

Γι’ αυτό το λόγο, είχε αποφασίσει να στεφανώσει διὰ της βίας το Στάθη τον Πατσογιάννη.

Ήταν νέος, μόλις υπερέβαινε το τριακοστό έτος, «η σπάθα του έκοβε», ήταν πλήρης φιλοδοξίας. Ήθελε να το κάμει σαν παλληκαριά.

Την εσπέρα του ίδιου Σαββάτου, ο Δήμαρχος παρήγγειλε δύο λογάκια στον παπα-Φραγκούλη, συγγενή του, που ήξερε ότι την επαύριο Κυριακή, θα πήγαινε να λειτουργήσει σε ένα ξωκλήσι στην κορυφή του βουνού, τον Άγιο Κωνσταντίνο. Άλλα δύο λόγια είπε στο σταθμάρχη της χωροφυλακής του τόπου (σημειώσατε ότι ο Δήμαρχος ήταν συγχρόνως και αστυνόμος), τον ενωμοτάρχη Αντώνιο Μαραγκάκη, Κρητικό, φίλο του γενναίο και καλόκαρδο.

Άμα νύχτωσε, κάλεσε το Δημήτρη το Μαυρονούρη, αγροφύλακα και του λέγει:

― Κουμπάρε, να πας απόψε απάνω στην Κλινιά, στο κατάμερο του γέρο-Πλιάκα.

Ο Δημήτρης ακουσίως συνοφρυώθηκε.

― Είσαι κουρασμένος κουμπάρε, το βλέπω, μόλις τώρα θα ήλθες απ᾿ έξω. Μα εδώ που σε στέλνω είναι εμπιστευτική υπηρεσία.

Αλλιώς, θα στείλω τον Κυριάκο ή τον Παναγιώτη και θα σου κακοφανεί.

Ο δραγάτης ήταν πράγματι νοικοκύρης, άνθρωπος με αξιώσεις, είχε πατρώα κτήματα, εκ των οποίων λίγα βρίσκονταν στην κατοχή του ακόμη. Ήξερε γράμματα, ώστε μόνος του να συντάσσει «πρωτόκολλα», σχεδόν χωρίς ανορθογραφίες, για τις αγρονομίες, τα οποία ο ίδιος υπεστήριζε έπειτα άνευ όρκου, ενώπιον του Πταισματοδικείου και τα οποία ίσχυαν χωρὶς να είναι ανάγκη άλλης μαρτυρίας. Νόμιζε τον εαυτόν του ζηλωτή και αρμόδιο σε όλα και ήταν δύσκολος και φιλύποπτος.

― Θα πάω, κουμπάρε, είπε τέλος.

― Θα βρεις τη Γηρακὼ την Τσιμπλιαράκαινα, η οποία μας ήλθε σήμερα το πρωί εδώ ή τον ίδιο τον Τσιμπλιαράκη. Θα της πεις να φωνάξει τ᾿ αδέλφια της, τους Πλιακαίους…

― Ναι.

― Και θα τους πεις, να μας καρτερούν αύριο το πρωί, θα ανεβούμε απάνω, εν συνοδεία.

― Καλά. Και τι άλλο;

― Να είναι έτοιμοι. Τον Πατσοστάθη, τον γαμπρό τους, να τον κρατήσουν στο καλύβι αύριο πρωί, όπως μπορέσουν.

― Και πώς; Αν δεν πάει;

―Αν δεν πάει, ας κάμουν τρόπο, να τον προσκαλέσουν. Ας του κάμουν χουσμερὶ να φάει… ή τυρόπιττες… ή ρυζόγαλο.

―Απ᾿ αυτό θα είναι χορτάτος.

―Τότε ας του μαγειρέψουν μπακαλιάρο ή ας του ψήσουν κεφαλόπουλα αρμυρά.

― Καλά. Τι άλλο;

― Τίποτε άλλο. Και μείνε απόψε εκεί στα μαντριά. Το πρωί θα σμίξουμε.

― Πολὺ καλά, κουμπ… κυρ-Δήμαρχε.

Είπε, αλλά δε στράφηκε να απομακρυνθεί. Στάθηκε για λίγο.

Αίφνης είπε:

― Μα δε μου λες κι εμένα, κουμπάρε, τι τρέχει;… Ίσως όταν ξέρω κι εγώ, κάτι θα συντελέσω.

― Θα το καταλάβεις μοναχός σου, κουμπάρε. Δεν είναι μυστικό. Αύριο θα το μάθουν όλοι.

― Θα το μάθουν… όταν θα έχει γίνει; επέμεινε ο αγροφύλακας.

―Αν σου το πω τώρα, θα σου φανεί παράξενο, είπε απότομα ο δήμαρχος. Κι ίσως να μου κοπεί κι εμένα το θάρρος.

Όταν επιτύχει όμως το πράγμα, θα μου πεις μπράβο, καλά έκαμες.

Ο νέος Δήμαρχος φαίνεται ότι ψυχολογούσε πράγματι ή σκεφτόταν ορθά. Ήταν ευφυής και σε ευρύτερο κύκλο θα διέπρεπε. Τη μικρή παρρησία συγχωρούσε στον αγροφύλακά του, αφ΄ενός από κομματική ανάγκη, αφ΄ετέρου λόγω οικογενειακών παραδόσεων και διότι ήσαν ομήλικοι και συνδεδεμένοι από παιδιά.

Εντούτοις, ο Μαυρονούρης ήταν λίγο πέραν του δέοντος φίλαυτος και ο Δήμαρχος υποπτευόταν ήδη, ότι μάταια έκαμνε τις θυσίες αυτές και δεν θα ήταν παράξενο αν ο κουμπάρος του τα γύριζε αίφνης με το άλλο κόμμα, όπως και στους ανώτερους κύκλους κάπως συνηθίζεται.

* * *

«Κόβ᾿ η σπάθα του, κόβει», έλεγε ο Δημήτρης ο Μαυρονούρης, καθώς ανέβαινε τη ρεματιά, κάτω από το φως της δρεπανοειδούς σελήνης. «Ωστόσο, έπρεπε να μου πει κι εμένα τι τρέχει, μπορώ να το καταλάβω και μονάχος μου, καθώς είπε, μα αν δεν το βρω;

Ο Δήμαρχος, ίσως θα θέλει να διαλύσει τις διαφορές τους στα σύνορα, στα κατάμερά τους που βόσκουν, ανάμεσα στους Πατσαίους και στους Πλιακαίους, ίσως κι ανάμεσα στο Στάθη του Πατσογιάννη και τα ξαδέλφια του… Αυτό θα είναι!… Εκτός αν θέλει να ταιριάσει το γαμπρό με τους κουνιάδους, για να κάμουν το προικοσύμφωνο, πριν γίνει ο γάμος…

Ανίσως γίνει ποτὲ αυτός ο γάμος…

Πόσες φορές συμβαίνει, να αναζητεί κάποιος ένα αντικείμενο που έχει χάσει και να μη το βλέπει, ενώ βρίσκεται σχεδόν μπροστά στα μάτια του, ενώ βρίσκεται δίπλα ακριβώς σε εκείνο το πράγμα ή το αντικείμενο, το οποίο ανασκαλεύει κανείς, λέγοντας με πεποίθηση: «εδώ χωρὶς άλλο θα είναι! αποκάτω θα βρίσκεται εδώ!»

Παρόμοιο συνέβαινε στο Δημήτρη το Μαυρονούρη. Ακούμπησε το αντικείμενο αυτό του γάμου και δεν υποπτευόταν ότι περὶ του γάμου ακριβώς επρόκειτο.

Ωστόσο, ανέβαινε σιγά το ρέμα-ρέμα. Πέρασε τα Βουρλίδια, βαθιά κοιλάδα με τις αμπελόφυτες πλαγιές, πέρασε το Μύλο της Γανωτίνας, ανέβηκε ως το Καλύβι του Κ᾿φαντώνη, έπειτα έφτασε στις Βίγλες, το βουνό προς δυσμάς, του οποίου η πολύδενδρος σκιά έπεσε επάνω του και η σελήνη, πριν βασιλέψει ακόμη, κρύφτηκε πίσω από την πυκνή λόχμη του.

Εκεί ακούει ελαφρό βήμα. Έπειτα στην ωχρή ανταύγεια, διακρίνει άνθρωπο να ανεβαίνει το μονοπάτι προς το βουνό. Από το πολὺ γοργό και ελαφρό βήμα, απὸ το ψηλό κυρτό ανάστημα, δεν δυσκολεύθηκε να τον αναγνωρίσει, επειδή ο δραγάτης γνώριζε καλά όλους τους ξωμερίτες, όλους τους ανθρώπους του βουνού.

Ω! σύμπτωση! Ήταν ο Στάθης, ο γιος του Πατσογιάννη.

― Στάθη! Φώναξε. Στάθη!

― Καλησπέρα κυρ Δημήτρη, απάντησε ο νέος, θέλοντας ίσως να δείξει ότι ήταν πολιτισμένος, αν και κατοικούσε στα βουνά.

Είχε αναγνωρίσει τη φωνή του αγροφύλακα, αφού πρώτα διέκρινε την κατατομή του όρθια, με το φέσι στην κεφαλή, με στενή περισκελίδα, χωρὶς πανωφόρι, με το σελάχι, με δύο κουμπούρες στη μέση και μαστίγιο στο χέρι.

―Έλα, κατέβα παρακάτω. Σε θέλω!

― Τι με θέλεις πάλε; Εγὼ δεν έκαμα καμιά ζημιά αυτὲς τις μέρες.

― Δεν πρόκειται για ζημιά. Κάτι καλύτερο!…

Ο Στάθης γρήγορα, με τρεις διασκελισμούς υπερέβη το μικρό χέρσο διάστημα, που χώριζε το πάνω μονοπάτι απὸ τον δρόμο κάτω κι έφθασε πλησίον του δραγάτη.

Αυτός είχε σκεφθεί μέσα του, ότι, ναι μεν, δεν θα πήγαινε ποτὲ επίτηδες να βρει τον Πατσοστάθη για να του ανακοινώσει τίποτε, θα ήταν προδοσία! αλλά όμως, αφού η δαιμόνια τύχη τον έφερε εμπρός στο δρόμο του, ίσως να ήταν θέλημα Θεού, πολὺ δύσκολο θα ήταν να κρατηθεί, να μην του πει τίποτε.

― Να τι είναι, ψιθύρισε με μυστηριώδη τρόπο ο Δημήτρης.

Ο Δήμαρχός μας θ᾿ ανεβεί πάνω στα τόπια σας, αύριο πρωί.

― Καλώς να ορίσει! είπε σείοντας τους ώμους ο Στάθης του Πατσογιάννη.

― Υποπτεύομαι… Τίποτε δε μου είπε, να σε χαρώ, μα μόνο υποψία έχω, υποψία πως… θέλει να σε βρει, να είσαι, αύριο το πρωί, κατάλαβες, να είσαι στο κατάμερο της νύφης, εκεί να σε βρει.

― Γιατί;

― Γιατί;… ίσως θέλει να σας βάλει να τα σιάξετε… να τα ταιριάσετε δηλαδή… με τα ξαδέρφια σου και με τους κουνιάδους σου… για τα σύνορά σας για τα κατάμερα… για να μη μαλώνετε, δικοί άνθρωποι.

Ο Μαυρονούρης παρ᾿ ολίγο θα έλεγε την άλλην του σκέψη, ότι ο Δήμαρχος θα ήθελε ίσως να τους βάλει να κάμουν τακτικό προικοσύμφωνο για το γάμο. Επειδή πολλές φορές είχε λεχθεί στο χωριό και την εξοχή, ότι ο Πατσοστάθης δεν είχε συμφωνήσει ακόμη με την πεθερά και τους γυναικαδέλφους του ως προς το κεφάλαιο της προίκας και για τούτο τάχα αναβαλλόταν επὶ τόσα χρόνια ο γάμος.

Αλλά την τελευταία στιγμή, μετά δεύτερη σκέψη, ο Δημήτρης δάγκασε τη γλώσσα του και δεν είπε τίποτα τέτοιο.

―Εγὼ με τα γυναικαδέρφια μου δε μαλώνω τίποτε, είπε ο Στάθης, που δυσκολεύθηκε να βγάλει ορθό συμπέρασμα ή και νόημα πλήρες απὸ τα λόγια του αγροφύλακα. Με τα ξαδέρφια μου, τους Πατσαίους, μαλώνω. Μακάρι να μας ταίριαζε. Ότι απόφαση βγάλει ο κουμπάρος ο Δήμαρχος, θα πω κι εγὼ αμήν.

― Και τότε, θα είναι καλό να μη βρεθείς στο καλύβι της πεθεράς σου… Μπορείς να προσκαλέσεις τον Δήμαρχό μας να ανεβεί στα μαντριά σας πέρα, πάνω κει.

―Ας κοπιάσει! όπου κι αν είμαι θα με βρει. Τι με μέλει εμένα γι΄ αυτά. Σα σ᾿ ακούω κι εσένα, Δημήτρη! πρόσθεσε αίφνης με άλλον τόνο φωνής.

―Δε σε μέλει; ρώτησε με έκπληξη ὁ άλλος.

―Εμένα με τρώγουν άλλες έννοιες, άλλα πράματα με χαλνούν!

Τα μάγια! τα μάγια! ξανάπε με αλλόκοτο ψίθυρο φωνής.

Κι έφυγε απότομα. Ανέβηκε, φυσικά με φτερωτό βήμα στο βουνό του κι έγινε άφαντος.

Ο Μαυρονούρης στάθηκε προς στιγμή και είπε:

―Ακόμα την έχει την τρέλα αυτή;… Κι εγὼ τον είχα για φρόνιμο!

Και διευθύνθηκε στην αντικρινή χαμηλότερη ράχη, προς την βορειοδυτική ακτή, για να βρει τους Πλιακαίους και τον Τσιμπλιαράκη.

Ο Πατσοστάθης, μετά όσα και αν είπε στον αγροφύλακα, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ότι δεν επιθυμούσε ειλικρινά τη διάλυση της διαφοράς με τα ξαδέλφια του. Με την πεποίθηση δε ότι, αφού περί διευθετήσεως των συνόρων ποιμενικών βοσκών επρόκειτο - ο Δήμαρχος το πρωί θα μετέβαινε μάλλον προς το μέγα βουνό με τις πολλές ράχες, όπου ήταν το εκτεταμένο κατάμερο της οικογένειας των Πατσογιανναίων, Πατσοδημητραίων και Πατσονικολαίων - αυτός βρέθηκε πολύ πρωί, καθώς συνήθιζε άλλωστε πάντοτε, στο καλύβι της αρραβωνιαστικιάς του.

Εντούτοις, ο αληθινός λόγος που δεν ήθελε να συναντήσει τον Δήμαρχο, ήταν η πτόηση εκείνη και το σκιάξιμο απὸ το οποίο έπασχε. Ήταν «σκιασμένος». Δεν επιθυμούσε να αντικρύσει αρχές, εξουσίες και ανθρώπους με αξιώματα. Τέτοια ήταν η «πετριά» από την οποία έπασχε.

Ο Μαυρονούρης, ενώ κοιμήθηκε τη νύκτα στη στάνη των Πλιακαίων, ούτε υποψία είχε, όταν ξύπνησε, ότι ο Στάθης είχε ξημερώσει πολύ πρωί στο καλύβι της πεθεράς του, που απείχε μία ντουφεκιά τόπο.

Τον θεωρούσε σαν ευρισκόμενο κοντά στο δικό του πολυάριθμο κοπάδι. Διότι, ένεκα της φιλαυτίας του, δεν αμφέβαλλε ότι ο Στάθης είχε πεισθεί στους λόγους του, όπως μείνει στο ίδιο κατάμερό του.

Και όλα αυτά, ίσως για να φαίνεται ότι κάτι κάμνει κι αυτός, αντιδρώντας εν μέρει στην απορροφητική απολυταρχία του προϊσταμένου του, του Δημάρχου.

* * *

Η νέα Κρατήρα, μία δειλή μελαχρινή, συλλογισμένη κόρη 28 ετών, ξύπνησε πριν την ανατολή του ήλιου. Η μάννα της, η γριά-Πλιάκαινα, ως ευλαβής τσομπάνισσα, είχε πάει στον Άι-Χαράλαμπο να λειτουργηθεί. Ο ένας των αδελφών της, κοιμόταν ακόμη έξω, κοντά στην πόρτα της οικίας. Η κόρη είδε τον αρραβωνιαστικό της να έρχεται και μετά την καλημέρα του είπε μυστηριωδώς:

― Καλά που ήρθες.

― Τι;

― Ο Δημήτρης ο δραγάτης κάτι μας είπε.

― Τι πράμα;

― Ο Δήμαρχος θέλει να σε μαλώσει.

― Εμένα;… Γιατί;

― Για το μπουλετί.

― Ποιο μπουλετί;

― Να, για τα προικιά μου.

―Έτσι σας είπε;

― Ναι.

―Εμένα μού ᾽πε πως ο Δήμαρχος θέλει να μας ταιριάσει με τα ξαδέρφια μου.

― Καλύτερα να σ᾿ εύρει εδώ να τα πείτε… να μην του κακοφανεί.

― Τι θα του κακοφανεί;

― Να! να μη σε φοβερίξει.

― Γιατί να με φοβερίξει;

― Να! ξέρω κι εγώ;

Έως εδώ τελείωσαν οι εκμυστηρεύσεις της μνηστής, αλλά και τόσες ήταν, ως φαίνεται, οι πληροφορίες ή και οι αντιλήψεις της. Ο Στάθης απομακρύνθηκε δύο βήματα, ψιθυρίζοντας με ανεπαίσθητη κίνηση τω χειλιών:

― Τι με μέλει εμένα;… Τα μάγια, τα μάγια!… οι μάγισσες!

― Τι μουρμουρίζεις; ρώτησε η Κρατήρα.

― Ξέρω κι εγώ; είπε ο Στάθης.

Και κάθισε πάνω σε ένα κούτσουρο, στο προαύλιο της καλύβας. Κάθισε ίσως για να δείξει ότι δεν ήθελε να φύγει. Αλλά απὸ τη στιγμή εκείνη άρχισε σφοδρά να ανησυχεί. Κοίταζε δεξιά και αριστερά και ήταν γεμάτος υποψίες. Ο νεαρός κουνιάδος του σηκώθηκε, νίφτηκε στον μικρό κρουνό του ρέματος, τον οποίο είχαν φέρει απὸ την πέρα του ζυγώματος του βουνού, πάνω από τη μικρή κοιλάδα, την Τρύπην, είπε καλημέρα στον γαμβρό του κι έτρεξε να πάει στο κοπάδι, να ανταμώσει τον αδελφό του. Αλλά πριν φύγει, κοίταξε κατὰ το δρομίσκο του βουνού να δει αν επιστρέφει η μάννα του απὸ τον Άγιο Χαράλαμπο και όταν την είδε να έρχεται, τότε μόνο απομακρύνθηκε.

Ο Στάθης σηκώθηκε και κοίταζε πότε εδώ και πότε κει, σαν να περίμενε να δει ή να ακούσει τίποτε. Άκουσε πράγματι κουδούνια και υπόκωφο βήμα φορτηγών ζώων, έπειτα φωνές ανθρώπινες ανερχόμενες από κάτω.

Προφανώς ερχόταν ο Δήμαρχος με συνοδεία. Ο Στάθης δοκίμασε να το στρίψει, αλλά ήταν αργά πλέον.

Γ´

Η επίσημη συνοδεία, ανέβαινε το βουνό με βήμα αργό.

Πρώτος ο Δήμαρχος, καβάλα σε φοράδα, έπειτα ο ενωμοτάρχης Μαραγκάκης, καθισμένος πάνω σε ημίονο. Τρίτος ερχόταν πάνω σε γαϊδούρι ο Σωτηράκης του Νταντού, δεκαπενταετής, απόφοιτος του Σχολείου, ανεψιὸς του Δημάρχου, τον οποίο ο θείος του είχε ως βοηθό γραφέα στο Δημαρχείο.

Κατόπιν ακολουθούσαν πεζοί, ένας χωροφύλακας, στις διαταγές του ενωμοτάρχη, ο δραγάτης Παναγιώτης ο Άλλαξης, γυναικάδελφος του Δημήτρη του Μαυρονούρη και ο κλητήρας της δημαρχίας μπάρμπα-Κυριάκος, ωραίος υδραίος με βράκα και φέσι, με υπερήφανη κοντή φούντα ή γαλίπα. Είχε αποκατασταθεί προ χρόνων στον τόπο και διέπρεπε για αυστηρότητα και ακρίβεια στην υπηρεσία.

Ο Δημήτρης ο Μαυρονούρης, άμα ξύπνησε, έσπευσε να κατέβει παρακάτω σε προϋπάντηση του Δημάρχου και της συνοδείας του. Αφού είπε καλημέρα με κατηφή όψη, φώναξε:

― Κυρ-Δήμαρχε!… δεν είν᾿ εδώ ο μουστερής.

― Ποιός;

―Ο Στάθης του Πατσογιάννη.

― Δεν τους είπες να τον κρατήσουν;

― Τους είπα, αλλά δεν ήρθε απεδώ.

Ο κυρ Κωνσταντὴς ο Μωραΐτης θύμωσε.

― Να πάτε να τον βρείτε, όπου κι αν είναι… Εσύ, ο Κυριάκος κι ο χωροφύλακας… με την άδεια του κυρίου νωματάρχη (έσπευσε να προσθέσει). Και να μου τον φέρετε δεμένο εδώ, ακούς;

―Άκουσα, είπε χωρὶς να σαλέψει απὸ τη θέση του ο Μαυρονούρης.

―Δεν μου έκαμες τίποτε κουμπάρε, είπε με τόνο ήπιας μομφής ο Δήμαρχος.

― Τι φταίω εγώ;

― Λοιπόν δεν είν᾿ εδώ; ανέκραξε άμα άκουσε την ομιλία ο νωματάρχης.

― Δεν είναι.

― Διάολε τ΄ς αποθαμένοι του! έκαμε ο Μαραγκάκης, χτυπώντας το σπαθί του στο σαμάρι της ημιόνου.

― Ταΐτε χωριάτε! είπε ο μπαρμπα-Κυριάκος, κτυπώντας ένα ξερόκλαδο με την κοντή ράβδο του.

― Μάλιστα, να πάτε! ξανάπε ο κυρ Αντώνης ο Μαραγκάκης. Χωροφύλακα! να συνοδεύσεις τους ανθρώπους της Δημαρχίας, όπου σας στείλει ο κύριος Δήμαρχος.

Την ιδία στιγμή, σαν για να βγάλει ψεύτη το Δημήτρη τον αγροφύλακα, φάνηκε από μακριά ένας «διακαμός», μία σκιά ανθρώπου. Ήταν ο Στάθης ο Πατσογιάννης, τρέχοντας ανάμεσα στο πυκνό δάσος, σε απόσταση τριακοσίων περίπου βημάτων, προς το μέρος της ακτής. Προφανώς κατέβαινε απὸ την κορυφή της δειράδας και είχε μείνει προς στιγμή ασκέπαστος, εξ ανάγκης, σε κάποιο σημείο του δάσους, ενώ προσπαθούσε να αποφύγει τη συνάντηση της συνοδείας.

Πρώτος ο Δήμαρχος τον είδε και τον υπέδειξε στον Μαραγκάκη.

― Λοιπόν, νά τος! είπε ο Δήμαρχος. Τι μου έλεγες Δημήτρη;

Ο Μαυρονούρης μάσησε πνιγμένη βλασφήμια.

― Δεν ήξερα πως ήταν απάνω. Εγὼ κοιμήθηκα στο μαντρί, αυτός θα έρχεται από το καλύβι.

― Και μας άκουσε που ερχόμαστε και το στρίβει! Αρκεί να μην του είπες τίποτα.

―Εγώ;

― Τρέξετε, λοιπόν! πρόσταξε ο δημοτικός άρχων.

Ο Μαυρονούρης, θέλοντας να δείξει ζήλο, έτρεξε πρώτος προς το μέρος όπου είχε φανεί η σκιά, που κρύφτηκε και πάλι πίσω από τα δένδρα.

Κατόπιν έτρεξαν ο Κυριάκος, ο χωροφύλακας κι ο Παναγιώτης.

Αλλά ο Κυριάκος, που έπραττε ανεπιφύλακτα και χωρὶς ενδοιασμό ή υστεροβουλία, προσπέρασε το Δημήτρη, έπειτα φώναξέ προς τους άλλους δύο:

― Τρεχάτε σεις να του κόψετε το δρόμο απ᾿ την άλλη μεριά!.. Ταΐτε.

Αλλά ήδη, ο Στάθης ο Πατσογιάννης, που φαινόταν ότι έπραττε όλα τα πράγματα με αμφιβολία, έτοιμος να μετανοήσει σε κάθε στιγμή, κάτι σκέφτηκε, φαίνεται ότι ήταν μάταιο να τρέχει, αφού δεν καταδιώκεται ούτε καν για κάποιο έγκλημα.

― Τι με μέλει; θα είπε μέσα του. Ανίσως δεν ήταν τα μάγια! τα μάγια!

Και στάθηκε.

Έπειτα μετά μία στιγμή, έστρεψε το πρόσωπο προς τα εδώ και ήλθε, με κάποιο πικρό χαμόγελο, ανάμεσα στα δύο μάγουλά του, τα ισχνά που είχαν όψη χορταριασμένου και μουσκλιασμένου βράχου, ήλθε, λέγω, σε προϋπάντηση του Κυριάκου και του Δημήτρη.

―Εμένα γυρεύει ο κουμπάρος ο Δήμαρχος; είπε, εγὼ δεν φεύγω, είμαι εδώ.

Του Δημάρχου το πρόσωπο, κατόπιν προσπάθειας, γαλήνεψε αμέσως. Ένευσε προς τους άλλους να πάψει κάθε περιττός λόγος και φώναξε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, προς το Στάθη:

―Είναι κανεὶς στο καλύβι της πεθεράς σου, Στάθη;

―Εκεί είναι η γριά, κύριε Δήμαρχε, τώρα ήρθα από κει.

―Πάμε μαζὶ ως εκεί, Στάθη;

Ο νεαρός βοσκός προπορεύτηκε και οι άλλοι ακολούθησαν.

Μετά λίγα λεπτά έφθασαν στο προαύλιο της λευκής ασβεστωμένης καλύβας, στο ψηλό οροπέδιο, που είχε μεγαλοπρεπή θέα προς το πέλαγος του βορρά και προς το πέραμα ανατολικά μεταξὺ των κήπων. Εκεί ανέπνεε κανείς τόσο αγνά και άφθονα, ώστε ήταν απορίας άξιον πως βρίσκονταν άνθρωποι τόσο μελαγχολικοί, απὸ την αιώνια μανία του ανθρώπου, εν ελλείψει δυστυχίας πραγματικής, να γίνεται δυστυχής με την ίδια του φαντασία.

Ο Δήμαρχος και η συνοδεία του πέζεψαν. Βρήκαν εκεί όχι μόνο τη γριά-Πλιάκαινα και τη θυγατέρα της Κρατήρα, αλλά και την άλλη κόρη της, την Τσιμπλιαράκαινα και το σύζυγό της, το Θανάση.

Μετά λίγες στιγμές έφθασαν κι οι δύο γιοι της γριάς, οι Πλιακαίοι, αφήνοντας τα κοπάδια στη φύλαξη των παραγιών τους.

Όλοι είχαν έλθει σαν από σύνθημα.

Ο γέρο-Τσιμπλιαράκης, ο σύζυγος της Γηρακώς, έμοιαζε σχεδόν με Μαλτέζο, εκτοπισμένο παρ᾿ ελπίδα στην  κορυφή του ερημικού βουνού εκεί, στην απόκεντρη μικρή νήσο. Κάπνιζε κοντή πίπα ακοίμητη, είχε μισόκλειστα τα βλέφαρα και μασούσε τις σύντομες αποκρίσεις που έδινε στο Δήμαρχο - ρωτώντας αυτόν περὶ της καταστάσεως των αγροτικών κτημάτων και των ποιμνίων - μεταξὺ της πίπας, του μουστακιού και των δοντιών του.

Η Γηρακὼ ήταν ευδιάθετη ν᾿ αρχίσει τη συνήθη ρητορεία.

― Καλώς ήρθατε, κουμπάρε κι αφέντη μας, κυρ Δήμαρχε. Η Παναγιά σας έφερε. Απ᾿ τα ψες το πουρνό, όπως και πάντα, δεν έπαψα να σας έχω στο νου μου. Το είπα εγώ της γριάς - δεν σου τό ᾽λεγα, μάννα; - πως κάτι μου έλεγε πως θα μας θυμηθεί, ο κουμπάρος, ο Δήμαρχός μας. Όλη νύχτα σας έβλεπα στ᾿ όνειρό μου.

― Καλώς ήρθατε, κυρ Κωνσταντίνε, κουμπάρε, παιδάκι μου, είπε μόνο η γριά-Πλιάκαινα. Καλά είν᾿ η κουμπάρα, τα παιδιά;

― Τα είπαμε ψες εμείς με την κουμπάρα, διέκοψε ακράτητη η Γηρακώ. Ούλα τα καλά τ᾿ Θιού τά ᾽χουμε, τίποτα δε μας λείπει, δόξα να ΄χει ο Μεγαλοδύναμος. Μα δεν πας να φορέσεις κι εσὺ τη φ᾿στάνα σ᾿, μάννα; Έτσι δα με την κόκκινη μαλλίνα θα είσαι, μπροστά στον κουμπάρο και τ΄ς μ᾿σαφιραίοι… ας είναι καλά, που μας θυμηθήκανε.

Έπειτα σκύβοντας πλησιέστερα της είπε, κρυφά τάχα, αλλά με φωνή που αρκούσε για να ακουστεί από όλους τους παρόντες:

―Έχομε γάμο εδώ, μάννα! γάμο και χαρά. Για κοίταξε κει πέρα.

Της έδειξε μακριά στη ράχη, αλλά η γριά δεν έβλεπε αρκετά.

― Τι είναι;

―Ο παπα-Φραγκούλης! που σ᾿ αυτόν τον κόσμο;… Έμαθα πως ήταν να λειτουργήσει στον Αι-Κωνσταντίνο, πέρα. Και τι δουλειά έχει από δω;

Η Μπόζαινα (έφερε το όνομα τούτο από τον πατέρα της, επειδή ήταν προγονή του Πλιάκα, γεννηθείσα από τον πρώτο γάμο της μητέρας της ) έλεγε όλα αυτά με μεγάλη φαιδρότητα.

Ο κυρ Κωσταντὴς ο Δήμαρχος, ακουσίως πως, επένευσε στο πλάγιο ερώτημα της και τότε η Μπόζαινα βεβαιώθηκε.

Τότε στραφείσα προς τους αδελφούς της:

― Τι κάθεσθε, παιδιά; Δε σφάζετε κανένα βιτούλι;

― Αυτό είναι δουλειά που γίνεται, είπε  ένας απ΄τους Πλιακαίους.

Άργητα δεν έχει.

― Τώρα ψήνεται και το κοκορέτσι, πίσω απ᾿ το μαντρὶ εκεί, βεβαίωσε ο άλλος.

―Αλήθεια; Μπράβο!

―Μα πως; Μπορούσαμε να μη φιλέψουμε τον κυρ Δήμαρχο, τον κουμπάρο, στα τόσα χρόνια που μας θυμήθηκε; Μα, αν είναι έτσι, να σφάξουμε κι ένα δεύτερο.

* * *

Ο κυρ Κωσταντὴς ο Μωραΐτης, είχε πει στον κλητήρα του, αφού του έκανε νόημα να πλησιάσει:

―Τα μάτια σου τέσσερα! να μη μας φύγει ο Πατσοστάθης.

―Έννοια σου, κυρ Δήμαρχε, μπήκα στο νόημα εγώ, απάντησε ο Κυριάκος.

Ήδη είχε πλησιάσει από την αντικρινή ράχη που ερχόταν ο παπα-Φραγκούλης, πάνω σε γαϊδουράκι, με ένα μικρό γιο του, που ακολουθούσε πεζός από πίσω.

― Να, έφθασε ο παπάς, είπε ο κυρ Κωσταντής.

Και στραφείς προς τους Πλιακαίους:

― Τι κάθεστε, παιδιά; Δεν κόβετε δύο κληματσίδες; Θα χρειαστούν για τα στέφανα. Τα καταφέρνεις, κουμπάρα Γηρακώ;

Και προς τον ανεψιό του:

― Σωτηράκη, θυμήθηκες να πάρεις το βαράκι που σου είπα, με τις μεταξωτές κορδέλες;

Ο μικρός νέος έβγαλε από τον κόρφο του ένα τυλιγμένο χαρτί, μέσα στο οποίο υπήρχαν χρυσόχαρτα και χρωματιστές ταινίες, που συνηθίζονταν προς διακόσμηση των στεφάνων και τα έδωσε στη Μπόζαινα, που τα δέχθηκε χαμογελώντας γλυκά.

Εντωμεταξὺ ο παπάς πέζεψε, χαιρέτισε τη συνοδεία, η οποία προσηκώθηκε, καθότι ερχόταν από λειτουργία και ήπιε μαζί με τους άλλους το ρακί, το οποίο προσφέρθηκε από τους βοσκούς στους επισκέπτες. Ο ένας των δύο Πλιακαίων είχε φέρει ήδη το κοκορέτσι, το οποίο άχνιζε και είχε θεσπέσια κνίσα.

― Φέρετε το μπουλετί παιδιά, είπε ο κυρ Κωσταντής.

Δεν είχατε καμωμένο προικοσύμφωνο, όταν ζούσε ο πατέρας σας;

― Μάλιστα, κυρ Δήμαρχε.

―Απάνω στ᾿ αραφάκι τό ᾽χω, κοντά στα Κονίσματα, είπε η γριά-Πλιάκαινα.

Ο νέος έφερε το χαρτί και το παρουσίασε στο Δήμαρχο.

Αυτός ένευσε προς τον ανιψιό του να το διαβάσει.

«Εις τ᾿ όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνέματος - διάβασε εις επήκοον πάντων ο Σωτηράκης - πανδρεύω το σήμερον την δυχατέρα μου Κρατήρα, με τον Στάθη, γιον του Πατσογιάννη και της δίνω πρώτα την ευχή μου, εγὼ κι η φαμίλια μου η μάννα της, από τα είκοσί μας νύχια και της δίνω, δεύτερο το καλύβι στην Κλινιά, στην κορφὴ της ράχης, μαζὶ με την αυλή του και το φούρνο και την περιοχή το χωράφι στην Κλινιά, σύμπλια (δείνα και δείνα) και τ᾿ αμπέλι δίπλα (με τα σύνορα), άλλο χωράφι στα Καμπιά, σύμπλια (…), κι άλλο κοντὰ στ᾿ Αγαλλιανού το ρέμα, σύμπλια (…), και τον ελιώνα στην Κεχρεά, με σύνορα (…) κι άλλον ελιώνα στα Λεχούνια (με τόσα δένδρα και τόσα θηλιάσματα)… Και της δίνω εβδομήντα πέντε γίδια απ᾿ το κοπάδι μας… και της δίνω όλα τα τίποτε και τα εντύματα του σπιτιού (ακριβής κατάλογος φορεμάτων, σεντονιών, κτλ.), πέντε χαλκώματα, ένα ρακοκάζανο, τρία πιθάρια, δύο βαρέλια, τηγάνια… πυροστιά… σκαφίδα… σήττα… κόσκινο».

Τίποτε δεν έλειπε.

― Λοιπόν, τα προικιά είναι αρκετά, είπε σοβαρός ο Δήμαρχος. Φρόντισες για την άδεια που σου παράγγειλα, παπά;

Ο Δήμαρχος φυλάχθηκε να ρωτήσει τους οικείους της νύφης, αν συμφωνούσαν στην προίκα την οποία είχε ορίσει ο πατέρας τους ή αν ήθελαν να κάμουν συμβόλαιο. Ο ένας εκ των δύο γυναικαδέλφων φάνηκε ότι κάτι ήθελε να πει, αλλά συναρπαγεὶς απὸ τη βία του Δημάρχου, «αποδακώθηκε» και σιώπησε.

Ο παπά-Φραγκούλης έβγαλε απὸ τον κόρφο του διπλωμένο χαρτόσημο, το ξεδίπλωσε, έβαλε τα γυαλιά του και διάβασε:

«Ο Αρχιερατικός επίτροπος… προς τον εφημέριο, τον Σκευοφύλακα Φραγκούλην Αλεξάνδρου.

Επιτρέπεται σοι ίνα στεφανώσεις τον Ευστάθιο Ιωάννου Πατσά, ετών 34, μετά της Κρατήρας Κωνσταντίνου Πλάκα, ετών 27, εις πρώτον γάμον αμφοτέρους, τηρουμένων… κτλ. κτλ.»

― Λοιπόν, έχεις αντίρρηση, Στάθη; ρώτησε αίφνης ο Δήμαρχος το γαμπρό, όλα δεν είναι εντάξει;

―Εγὼ ήθελα να σ᾿ πω ένα λόγο κρυφούτσικο, κυρ Κωνσταντίνε, κουμπάρε, είπε ο Στάθης. Ας τ᾿ ακούσει κι ο παπάς, ιερέας άνθρωπος είναι!

―Έλα, λέγε.

Ο νέος πλησίασε, στάθηκε μεταξὺ του Δημάρχου και του παπά, οι οποίοι κάθονταν σε ένα μεγάλο κορμό άγριου δένδρου, ριγμένου εκεί, καταντικρὺ στη θύρα της μικρής οικίας. Έσκυψε προς αυτοὺς και άρχισε να λέει:

―Εγώ, κουμπάρε, ήθελα να στεφανωθώ και θα ήμουν στεφανωμένος από χρόνια τώρα. Μα φοβάμαι, φοβάμαι…

― Τι φοβάσαι;

― Τα μάγια! είπε μυστηριωδώς.

― Και τα πιστεύεις αυτά; είπε ο κυρ Κωσταντής.

― Τα πιστεύω, λέει;… Δύο μάγισσες, δύο κακὲς γυναίκες, τις ξέρω, δεν τις ξέρω, μου κάμανε… ναι, μου κάμανε μάγια, να μην ιδώ προκοπή.

― Και πώς δίδεις αξία στου Σατανά τα έργα, Στάθη; είπε παίρνοντας το λόγο ο παπάς. Δεν ξέρεις ότι ο διάβολος δεν έχει εξουσία επάνω στους δούλους του Θεού να μπορεί να τους βλάψει;

― Μα τις είδα σας λέω, με τα μάτια μου, παπά! Νύχτα, φεγγάρι ήτανε. Τις είδα που έκαναν τα μάγια. Τις γνώρισα, δεν τις γνώρισα, μα ωστόσο… μου έδεσαν κόμπο να μη μπορώ να τον λύσω.

― Φαντασία σατανική ήταν, Ευστάθιε, είπε σοβαρά ο ιερεύς.

Και αν έκαναν τίποτε, το έκαναν διὰ να σε φοβίσουν.

Μην το πιστεύεις, να μην έχει ισχύν.

― Και δε μου λες ένα πράγμα, Στάθη, ξανάπε ο Δήμαρχος, με φωνή ώστε να ακούσουν κι οι άλλοι τριγύρω. (Είναι αλήθεια ότι μεγάλο μέρος των λεχθέντων όλοι είχαν ακούσει.)

―Ορίστε, κυρ Δήμαρχε.

―Γιατί, ενόσω μένεις αστεφάνωτος, δεν φοβάσαι μήπως δεν κάμεις προκοπή κι άμα στεφανωθείς, φοβάσαι μήπως δεν κάμεις;

― Γιατί; Ξέρω κι εγώ;

― Τότε, έπρεπε να είχες χωρίσει.

― Ας με χώριζαν!

― Δεν ήθελε να χωρίσει, κυρ Δήμαρχε! διαμαρτυρήθηκαν με μια φωνή η γριά και οι δύο γιοι της.

― Τότε, ας στεφανωθεί, συμπέρανε ο παπάς. Ας βάλει το στεφάνι και είμαι βέβαιος ότι θα χαλάσουν τα μάγια.

― Πράγματι!… Πολὺ καλά λέει ο παπάς, φώναξε εγκάρδια, μη μπορώντας να κρατηθεί από τον ενθουσιασμό του, ο μπαρμπα-Κυριάκος. Την ευχή σου νά ᾽χω, Λαλ-Πρίφτη!

* * *

Εντωμεταξύ, το Γηρακὼ η Μπόζαινα, χαμογελαστή πάντοτε με το γλυκό μειδίαμα, είχε διέλθει σε κάποια απόσταση, με τα στέφανα τα οποία είχε κατασκευάσει, κρατώντας τα και κρύβοντάς τα δήθεν, ακριβώς ώστε να τα επιδεικνύει.

― Λοιπόν, όλα καλά, έκραξε ο Δήμαρχος εις επήκοον της Μπόζαινας, ας στολισθεί η νύφη!

― Κι έπειτα, είπε ακόμη μετά κάποια σκέψη ο παπα-Φραγκούλης, έχουμε κι άλλο μεγαλύτερο αντιμαγικὸ εδώ. Να σου πω, Γηρακώ!

Σηκώθηκε, έψαξε στο δισάκκι, το οποίο είχε ξεφορτώσει από το γαϊδουράκι του και ανέσυρε από κει μικρό χρυσοδεμένο βιβλιάριο, με Σταυρούς στολισμένο και το έδωκε στη Μπόζαινα.

― Ιδού, λάβε το Τετραβάγγελο. Ας το βάλει στον κόρφο του ο γαμπρός, την ώρα που θα τελείται το μυστήριο, για να μην τον πιάνουν τα μάγια.

― Μου βρίσκεται κι εμένα ένα Τετραβάγγελο παπά.

Να το βάλω στον κόρφο της νύφης;

― Ακόμη καλύτερα.

― Λοιπόν, τίποτα δε μας λείπει, είπε ο Δήμαρχος.

― Σύντεκνος;… Του λόου σ᾿ κυρ Δήμαρχε; ρώτησε (αυτός ήταν ο δεύτερος λόγος τον οποίο είπε) ο γέρο-Τσιμπλιαράκης.

― Στάθη, είπε ο Δήμαρχος, δεν σ᾿ έχει βαπτίσει ο γέρο-Νταντός, ο γαμπρός μου;

― Ναι.

― Να ο γιος του ο Σωτηράκης. Αυτός θα κρατήσει τα στέφανα.

― Εγώ κουμπάρος; είπε με παιδική χαρά ο Σωτηράκης.

― Εσύ.

― Και δεν ήξερα, μπάρμπα να βάλω τα καλά μ᾿ τα ρούχα! μόνο ήρθα μ᾿ αυτά που φορώ. Κυριακή είναι, μα θα πάτε σε εξοχή, μου λέει η μάννα μου, να μην τα χαλνάς και στρώνεσαι όπου φτάσεις… και τα χαλνάς, λέει, τα ρούχα σ᾿. Κρίμας!

― Δεν πειράζει, είπε γελώντας ο Δήμαρχος. Μα γιατί σε πήρα θαρρείς, για γραμματικό; Για κουμπάρο σ᾿ ήθελα. Κι έπειτα δε σου είπα να πάρεις βαράκια και κορδέλες;

― Που να καταλάβω;

Έπειτα, ο Δήμαρχος, με μαλακότερη φωνή προς τους συγγενείς:

―Ο γαμβρός, ωστόσο… αν και φορεί τα κυριακάτικα… για να μην το έχει παράπονο, καλό θα ήταν…

― Πως είπες, κυρ Δήμαρχε; μουρμούρισε πίσω από την πίπα του, εν μέσω μικρού νέφους καπνού, ο Τσιμπλιαράκης.

― Να σαλτάρει ένας, επανέλαβε ο Δήμαρχος, να του φέρει τα λαμπριάτικα τα ρούχα του… πέρ᾿ απὸ το καλύβι το πατρικό του. Πας, Γιώργη;

― Εγώ, κύριε Δήμαρχε, είπε ο νεώτερος εκ των Πατσαίων.

― Και για καλύτερα, ας σε συνοδεύσει ο Παναγιώτης. Τρεχάτε.

Κι άκουσε! όποιον βρεις από τους συγγενείς του γαμβρού, κάλεσέ τον στο γάμο.

― Να μη μας πουν πως τον κάμαμε τάχα κρυφό το γάμο, ξανάπε γελώντας ο Δήμαρχος. Πηγαίνετε. Έχουμε καιρό ακόμα… Όσο να στολισθεί κι η νύφη.

― Πάμε… κι έφτασα! έκραξε τρέχοντας εμπρός ο νέος.

Ο Παναγιώτης ο Άλλαξης, ο δραγάτης, ακολούθησε πίσω του με βάδισμα και τρόπο χασομέρη, στον οποίο επέβαλε κανείς αγγαρεία. Άμα κρύφτηκαν πίσω από την πρώτη συστάδα των δένδρων, φώναξε προς το νεαρό βοσκό:

― Στάσου, τι βιάζεσαι έτσι, Γιώργη; να κάμουμε κι ένα τσιγάρο δα!

Και ξεκρέμασε τη δερμάτινη καπνοσακούλα του από το σελάχι, όπου την είχε κρεμασμένη με ιμάντα.

Ο Γιώργης εξακολούθησε να τρέχει εμπρός.

Μετά μία ώρα, φάνηκε πρώτος ο Παναγιώτης, που φαίνεται, δεν είχε περπατήσει όλο το δρόμο, αλλά είχε στήσει καραούλι αντίκρυ από την έπαυλη του Πατσογιάννη, προς τη ράχη τη νοτιανατολική.

―Έρχονται, είπε.

Πράγματι, μετά λίγα λεπτά, έφθασε ο Γιώργης, φέροντας τα λαμπριάτικα ρούχα του γαμβρού. Μαζί του ήλθαν από το καλύβι το Πατσογιανναίικο, η γριά-Πατσού, η μάννα του γαμβρού, ένας νεανίσκος αδελφός του, μία αδελφή του χήρα με δύο ανήλικα παιδιά και ένας εξάδελφός του, ο Πατσοδημήτρης.

Η νύφη στολισμένη, με χαμηλωμένα τα μάτια, με τα βλέφαρα κατεβασμένα, τους περίμενε μέσα στην καλύβα. Της είχαν φορέσει πορφυρό υποκάμισο μεταξωτό, με λεπτά κεντήματα περὶ την τραχηλιά και τις χειρίδες, φουστάνι «κερμεσούτι» βαθιού Κόκκινου χρώματος, αλέμι λεπτοϋφές, διαφανές, περί την κεφαλή και βαβουκλί βελούδινο περί τους βραχίονες και τους ώμους. Αληθινά, ως τσομπανοπούλα του βουνού, ήταν πολὺ καλά ενδεδυμένη.

Αλλά η οικογένεια ήταν εύπορη και άλλωστε η Μπόζαινα, η αδελφή της, ήταν επιδέξια όσο και κάθε γυναίκα της πολίχνης.

Μέσα στην καλύβα, που πρόχειρα ευπρεπίσθηκε, στάθηκαν απέναντι από το μικρό εικονοστάσιο, ο γαμπρός και η νύφη. Λαμπάδες αλήθεια, είχαν ξεχάσει να φέρουν ο Δήμαρχος και η συνοδεία του, αλλά ο παπα-Φραγκούλης έψαξε στο δισάκκι και βρήκε δύο από καθαρό κερί, οι οποίες είχαν περισσέψει από τον Άγιο Κωνσταντίνο. Είχαν αναφθεί για λίγο, αλλά επειδή ήταν λειτουργημένες, ο Παπάς το έκρινε ως καλό οιωνό για το ανδρόγυνο.

Αφού είπε ο ιερέας τις ευλογίες του και ανέφερε όλα τα ζεύγη των Πατριαρχών, όσα λέγει «η ευχή» και ευχήθηκε επ᾿ αυτοὺς «την δρόσον του ουρανού και την ποιότητα της γης», τους έβαλε τα στέφανα - τότε οι δραγάτες έριξαν δύο κουμπουριές κι ο χωροφύλακας εκκένωσε το όπλο του - έφεραν τους τρεις γύρους με το «Ησαΐα χόρευε» κι έραναν όλοι τους νεόνυμφους με ρύζι και με σιτάρι (σαν να ήξερε κάτι η Μπόζαινα χθες και είχε αγοράσει διπλάσιο ρύζι από την πόλη), ο Σωτηράκης, σε όλο το διάστημα, ήταν ανεβασμένος επάνω σε ένα κούτσουρο και έφθανε το χέρι του ακριβώς στην κορυφή του γαμπρού.

Έπειτα, όλη η συνοδεία το έστρωσε έξω, στη σκιά δύο μεγάλων πλατάνων, σιμά στη βρυσούλα κι επέπεσε με ακράτητη πλέον πείνα στα δύο σφαχτά, τα οποία είχαν ψήσει οι παραγιοί - τα κοπέλια των αιγοβοσκών - στις σούβλες.

Οι καλεσμένοι, συγγενείς, γείτονες και οι παρατυχόντες, ανέρχονταν σε δύο δωδεκάδες και πλέον. Είχαν έλθει από άλλες γειτονικές επαύλεις ο Γιώργης τ᾿ Παναγιώτη κι η Κυπαρισσού, η γριά σύζυγός του και δύο ή τρεις άλλοι βοσκοί με τις γυναίκες τους.

Ο μπαρμπα-Γιώργης, ήταν ο πατέρας του αγροφύλακα Παναγιώτη, και πεθερός του Μαυρονούρη. Ήταν παλαιός πολύ και είχε φθάσει το πρώτο κίνημα στις αρχές του αιώνα, την αποστασία του Νικοτσάρα και Βλαχάβα και άλλα αρχαιότερα συμβάντα. Επίκαιρο βρήκε (ίσως σε άλλους να φάνηκε άκαιρο και να θύμισε την παροιμία) από τις παλιές αναμνήσεις του να διηγηθεί πως γίνονταν τον παλαιό καιρό μερικοί γάμοι.

― Ξέρετε, βρε παιδιά, τους Καραχμεταίους, αυτό το παλαιό σόι που βρίσκετε ακόμα, κάτω στη χώρα; Ο Καραχμέτης, μη θαρρείτε πως ήταν Τούρκος, ήταν ρωμιός, Κουμπὴς του Νικολέτου, έτσι τον λέγανε. Και τα είχε καλά με τον Καπεταν Πασά, τον Καρά-Αχμέτ και γι αυτό τον είπανε κι αυτόν Καραχμέτη. Και χώρισε την πρώτη γυναίκα του, επειδή έτσι ήθελε, γιατί δεν έκανε παιδιά. Και πήγε απάνω στη φρεγάδα την Τούρκικη, που ήταν αραγμένη εκεί κάτω, στα Μέγα-Γιαλό και πήρε έναν παπά με το στανιό να τον στεφανώσει με άλλην κι ο παπάς θέλησε να τους γελάσει κι άρχισε να διαβάζει τη Μεγάλη Παράκληση, αντί να διαβάζει τα γράμματα του Γάμου, μα ο Κουμπής, αγκαλά κι αγράμματος, σαν εμένα, το κατάλαβε και τότε ο Πασάς φοβέριζε τον παπά… κι ο παπάς, ζὸρ-ζουρνά, τους στεφάνωσε κι από το φόβο του αρρώστησε και πέθανε ύστερα από λίγο καιρό.

Έχεις φλέβα απ᾿ τους Καραχμεταίους, κουμπάρε, κυρ- Κωνσταντίνε; ρώτησε αίφνης με αρχαϊκή αφέλεια, στραφείς προς το Δήμαρχο.

― Εγώ, όχι, απάντησε γελώντας ο Δήμαρχος, συμπεθεριά μόνον έχω.

― Να με συμπαθάς, κουμπάρε, είπε ο γέροντας, βλέποντας ότι και άλλοι γέλασαν… θα πιω στην υγειά σου, το διπλό.

Ο μπαρμπα-Γιώργης ύψωσε τη φλάσκα και άρχισε να προσφωνεί:

― Ευλοητό, παπά! να χαίρεσαι το πετραχήλι σου! Την ευκή σου νά ᾽χει, το νέο ανδρόγυνο. Στερεωμένοι! καλορίζικοι! να ζήσουν! με γιους. Γειτόνισσα Πλιάκαινα και συ γριά-Πατσού! να τους χαίρεστε! με αγγονάκια. Γεια μας! καλή γεια! διάφορο! καλή καρδιά! Χαρούμενοι! και στα δικά σας, παιδιά! Κουμπαρόπουλο, παιδί μου, που τους στεφάνωσες, να ζήσεις, να λαδώσεις, να μυρώσεις, να αγιάσεις!

Και πάλι να τρέξεις με το κλήμα, κατά πως έτρεξες. Να χαίρεστε! καλόκαρδοι! Κουμπάρε, κυρ Δήμαρχε, στεριωμένος, καλορίζικος, να σε χαρούμε! να προκόψεις, σιδεροκέφαλος!

Κυρ Νωματάρχη, να χαίρεσαι το σπαθί σου! Να χαρείτε, παιδιά, εβίβα όλοι, πέρα-πέρα! Γριά Κυπαρισσού, να χαίρεσαι το γέρο σου (εννοούσε τον εαυτό του). Εβίβα, Τέπερτε!

Ρούφηξε γερά και μισοάδειασε τη φλάσκα.

Έπειτα άρχισε να τραγουδάει:

Σαν πεθάνω, να με κλαίτε,

Κρίμα στο βοσκό, να λέτε.

Και μετά μία στιγμή:

― Δεν θα φέρετε και καμιά γύρα, παιδιά; Τι κάθεσθε;

Σηκώθηκε και με την αριστερά προσέφερε το μαντήλι στη νύφη.

―Εγώ θα την βγάλω στον κάβο πρώτα-πρώτα, είπε.

Η Κρατήρα, κοιτάζοντας κάτω, σηκώθηκε μηχανικά και τον ακολούθησε.

Ο γέρος άρχισε να τραγουδά παλαιό αιπολικὸ άσμα:

Τσόμπανος ελάλησε·

Βασιλοπούλα τ᾿ άκουσε…

(Και η βασιλοπούλα ερωτεύθηκε, εννοείται, το βοσκό, μαγευθείσα από το γλυκόλαλο τραγούδι του.)

Και ο γέρος εξακολούθησε επὶ ώρα πολλή να οδηγεί ακμαίος το χορό.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Α´

Ο Αγάλλος είχε αποκοιμηθεί, κατά την διάρκεια της μακράς αυτής ιστορίας του Σταμάτη και με ελαφρό ρογχαλισμό, σαν υπόκρουση, συνόδευε τη διήγηση.

Ο Πατσοστάθης, σαν να επρόκειτο περί τρίτου προσώπου, απαθής και χωρὶς να κοιτάζει τον αφηγητή, άκουε την ιστορία, μόνο δε μία φορά, καθ᾿ όλο το διάστημα - όταν έφθασε ο Σταμάτης στην εξιστόρηση αυτού του γάμου - τον άκουσα να υποψιθυρίζει, αντί παντὸς άλλου σχολίου, μία δημώδη παροιμία:

Άκουτα, σακκὶ δεμένο…

Όσο για μένα, επειδή ο ένας απ΄τους ακροατές κοιμόταν και ο άλλος δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται, εδέησε να φορτωθώ το μέρος του προσεκτικού ακροατή, αν και φυσικά, ήμουν ο περοσσότερο κουρασμένος από τους τρεις άλλους και να παρακολουθώ την αφήγηση με τα μάτια, αν όχι με τα αυτιά.

Τέλος, περί το λυκαυγές, όταν τελείωσε η διήγηση, με κατέλαβε σύντομος ύπνος. Όταν ξύπνησα, ο ήλιος ήταν δύο κοντάρια ψηλά. Μόνο ο Σταμάτης βρισκόταν πλησίον μου, στο στόμιο του σπηλαίου, ασχολούμενος να επιδιορθώσει κάποια αλιευτικά σύνεργα.

― Καλημερούδια σου, είπε. Θέλεις καφέ; ρακί;

― Ότ᾿ είναι.

― Θα πάμε το βράδυ στο πυροφάνι, με τον Αγάλλο.

Ελπίζω, δεν θα μας φύγεις… Αν θελήσεις να μας συνοδεύσεις, θα διασκεδάσεις πολύ.

― Ευχαριστώ.

―Ο Πατσοστάθης πήγε στο χωριό σύνταχα, όταν σε είχε πάρει ο ύπνος. Του έδωκα εντολή να πει είδηση στο σπίτι, πως είσαι καλά και βρίσκεσαι μαζί μας. Για όλα βλέπεις, φρόντισα.

―Άξιος ο μισθός σου.

―Ο Αγάλλος πήγε προς το παρόν στο μύλο, για να βγάλει μια αλεσιά. Το ξάγι θα μας το φέρει εδώ, να μας ζυμώσει πίττα.

Είναι πολὺ επιδέξιος, από τον καιρό που ήταν παιδί. Τον είχε αναθρέψει σαν κορίτσι η γριά Αγάλλαινα. Ο Πατσοστάθης, όπου είναι, τώρα-τώρα θα φανεί, να μας φέρει και χλωρή μυζήθρα.

Δεν τό ᾽χει για τίποτε να θυσιάσει κι ένα κατσίκι προς χάριν μας. Ελπίζω ότι θα γευθούμε θαυμάσιο κοκορέτσι.

― Αλλάβερσιν, (ο Θεός να δώσει).

― Πιες τον καφέ σου και να τραβήξεις και μια τσιπουριὰ με το παγούρι, που το έχω στη βρύση για να κρυώσει. Είναι θείον πράγμα. Σ᾿ αρέσει το μελόρρακο;

― Δηλαδή, ρακί από μέλι;

― Ναι.

― Προτιμώ το καθαυτό, το σταφυλόρακο.

― Να ᾽ν᾿ ευλογημένο.

Ο Σταμάτης, είχε κάποτε ένα από πατέρα θείο, τον παπα-Διονύσιο, που ήταν μέγας και πολύς, Προηγούμενος στη Μονή του Δοχειαρίου, στο Άγιο Όρος. Από το στόμα του μακαρίτη εκείνου, που είχε κατέβει κάποτε για να επίσκεφθεί τους συγγενείς του και είχε καταλύσει στην πατρώα οικία, ο κοσμογυρισμένος τώρα νέος θυμάται ακόμη όσες είχε ακούσει λίγες φράσεις καλογηρικές.

Ω! ποιος μπορούσε να προβλέψει ότι οι μικρές αυτές αναμνήσεις έμελλαν να χρησιμεύσουν στο τέλος ως κλωστή λεπτή και στερεά, για να οδηγήσουν τον πολύπαθο και πολυπλάνητο ναυτικό έξω από το μάταιο κόσμο!

Πήγε κάτω προς τη βρύση, στο μικρό ρέμα που χυνόταν στη θάλασσα, στον πυθμένα της στενής κοιλάδας. Μετά δύο λεπτά επέστρεψε και μου προσέφερε το παγούρι. Ήταν φυσικό πλατὺ από στόμα μεγάλης καραβίδας, τεχνουργημένο με στόμιο και κοχλίο από μέταλλο.

Σηκώθηκα, αφού είχα αισθανθεί λίγο δύναμη κι έφερα λίγους γύρους περί τον αιγιαλό και τη μικρή κοιλάδα, βλέποντας πόσο η ζωή ήταν γλυκιά, στα ωραία, τα έρημα ακρογιάλια της πτωχής νήσου μου. Αύρα φυσούσε στους θάμνους τους μυρωμένους, το κύμα έπαιζε μαλακά στην άμμο ή χτυπούσε με φλοίσβο τους χαμηλούς βράχους, πουλιά κελαηδούσαν στα δένδρα και τρυγόνια ερημικά έφευγαν με ταχύ θρόισμα ανάμεσα στις πυκνές λόχμες. Μετά ένα τέταρτο της ώρας, με φώναξε ο Αταίριαστος.

― Μας ήρθε, είπε, η μυζήθρα, μυρωδάτη, αχνιστή. Την έφερε πεσκέσι το Ξενιώ, η μικρή τσούπα του Πατσοστάθη. Ύστερα από λίγο θά ᾽ρθει, λέει, ο αφέντης της - δηλαδή ο πατέρας της, αν έχεις ξεχάσει τη γλώσσα μας ή αν δεν την έμαθες ποτέ καλά - να μας φέρει, λέει, το κοκορέτσι, ψημένο, έτοιμο. Όσο για τα δύο μπούτια, θα μας τα φέρει, λέει, ωμά, για να τα ψήσουμε αργότερα εδώ.

― Μπερεκέτβερσιν, (ο Θεός να τα πληθύνει).

― Το άλλο το μισό κατσίκι, το κράτησε, λέει, για τη φαμίλια του, την οποία του έδωκε ο Θεός κι ο Δήμαρχος, επειδή θα μας ήταν πολὺ να μας το έφερνε όλο, επτά οκάδες πράμα… Τώρα θα μας έρθει κι ο Αγάλλος, να μας ζυμώσει την πίττα.

Σ᾿ αρέσει η τυρόπιττα με χλωρό τυρί και με δέκα αυγά;

― Βεβαίως.

― Και πάλι τα δύο μπούτια, ο ίδιος ο Στάθης θα μας τα ψήσει εδώ, για να έχουμε να δειλινίσουμε. Θα λάβουμε καιρό να σου διηγηθώ και «τα επίλοιπα της αναγνώσεως».

― Έχει και συνέχεια η ιστορία;

― Πως! Μήπως βαριέσαι να ακούς;

― Κατά κάποιον τρόπο.

― Το βράδυ, θα πάμε με τη βάρκα να γιαλέψουμε… Θα είναι απόλαυση για σένα το μελαγχολικό και γλυκό πυροφάνι.

― Ποιος ξέρει;

Β´

― Δε μου λες, Στάθη, είπε ο Σταμάτης, αφού φάγαμε το κοκορέτσι κι εδευτερώσαμε κι ετρισσεύσαμε τους γύρους του παγουριού στο μέσον της συντροφιάς μας.

Ο Αγάλλος, προ ολίγου είχε έλθει από το μύλο και ο Πατσοστάθης είχε φθάσει, φέροντας μέσα στον τορβά το μισό κατσίκι με το κεφάλι. Η μικρή Ξενιώ καθόταν χαριτωμένη με το φουστανάκι της το κόκκινο, κοντά στη ρίζα ενός σκίνου, κοιτάζοντας προς το γιαλό, αλλά στρέφουσα πλαγίως την κατατομή της, με το χλωμό νευρώδη λαιμό της προς τον Αγάλλο, τον οποίο δε χόρταινε να θαυμάζει και δικαιολογημένα, γιατί δεν είχε δει ποτέ της ωραίο ψαρομάλλη άνδρα, ξυραφισμένο, ροδοκόκκινο, με βελούδινο κούκο και με ψηλά υποδήματα που έφταναν πάνω από το γόνατο.

― Δεν μου λες, Στάθη, πώς τα κατάφερες στη Χαλκίδα, με τις μάγισσες, Εβραίισσες και Τούρκισσες, όταν πήγαινες πεζός από την Αγία Άννα, από τον Αι-Βασίλη ή από τον Κοτσικιά και τους κουβαλούσες πεσκέσια, για να σου χαλάσουν τα μάγια;

Θα σου κόστισαν πολλά όλες οι επιχειρήσεις αυτές.

Κι ως πόσα ταξίδια να έκαμες;

Ο Πατσοστάθης χαμογέλασε πικρά και άργησε να απαντήσει.

― Μην ενοχλείς τον άνθρωπο, Σταμάτη, είπα εγώ.

―Τα όσα έπαθε είναι ανεκδιήγητα, είπε ὁ Σταμάτης, χωρὶς να απαντήσει απευθείας στην παραίνεσή μου.

―Έπαθα τά ᾽παθα, είπε με στεναγμό ο βοσκός. Το κεφάλι μου τα φταίει όλα. Τι ήθελα, τι γύρευα εγὼ να μπλέξω από εξαρχής με μάγισσες; Ο Γεραμπὴς τα ξέρει αυτά (έδειξε τον ουρανό νεύοντας με τα φρύδια και ανασηκώνοντας το μέτωπο). Είναι τα γραφτὰ της μοίρας. Το τι είναι γραφτὸ τ᾿ ανθρώπου, δεν μπορεί να γλυτώσει κανεὶς απ᾿ αυτό. Ωστόσο άμα μπλέξει κανείς, πώς να κάμει;

Ζόρ-ζουρνά, πρέπει να λιβανίσει τον τρισκατάρατο. Οι ίδιες όπου φτιάνουν τα μάγια, οι ίδιες μπορούν και να τα χαλάσουν. Καλός Χριστιανός δεν ανακατεύεται σ᾿ αυτές τις δουλειές.

Τα ψώνια τ΄ς αμαρτίας θάνατος.

― Τι λογής μπλέξιμο είχες κάμει εσύ, Στάθη; ρώτησε ο Αγάλλος.

― Θέλει να πει για την πεθερά του και την κουνιάδα του, πως του έκαμαν μάγια για να τον πανδρέψουν, είπε ο Σταμάτης.

― Α, λοιπόν, με τα μάγια σε κατάφεραν; είπε γελώντας ο Αγάλλος.

― Με τα μάγια ζερ, απάντησε ο Στάθης.

― Και χωρὶς τα μάγια, πάλι δε θα πανδρευόσουν;

― Δεν ήμουν εγώ για να μπω στον κόσμο, ήμουν για να καλογηρέψω, είπε ο Στάθης.

― Είχες κανένα τάξιμο;

― Πριν γεννηθώ, με είδε στην ύπνο της, όντας με είχε στην κοιλιά, η μάννα μου.

― Σαν τι σε είδε;

― Είδε, πως έμελλε να γεννοβολήσει έναν τράγο μαύρο, κατάμαυρο, με μακριά μαλλιά και μακριά γένια. Κι όταν με σπαργάνωσε, την πρώτη βραδιά, της φάνηκε πως ήρθε στην ύπνο της ο πάτερ Σισώνης, απ᾿ το μοναστήρι και πήρε απ᾿ το μανδρὶ τη μεγάλη ψαλίδα, που κούρευε ο αφέντης μου τα γίδια και με κούρεψε.

Η μικρή Ξενιώ, έσκυψε το πρόσωπο στην ποδιά της, για να κρύψει τα γέλια της, άμα άκουσε τα λόγια αυτά του πατέρα της, αλλά μικρός κρυστάλλινος ήχος την πρόδωσε. Ο αφέντης της στράφηκε προς αυτήν και της είπε αυστηρά:

― Σύρε κάτω στο ρέμα, Ξενιώ, να παίξεις. Θα βρεις και καβουράκια που βόσκουν μες στην άμμο του ρυακιού.

Η Ξενιώ υπάκουσε, χωρὶς να δείξει την ελάχιστη δυσθυμία.

― Λοιπόν, δεν μας είπες, επανέλαβε ο Σταμάτης, ως πόσα ταξίδια έκαμες κατά τη Χαλκίδα, πόσες μυζήθρες και πόσα τυριά και βούτυρα κουβάλησες κι αν είχες και τίποτε σκουρολίρες παραχωμένες πουθενά… είχαν τύχη να τις φάγουν οι Εβραιοπούλες κι οι Χανούμισσες… Αυτές βέβαια, δεν προσκυνούσαν κούτσουρα… όπως λέγει η παροιμία.

― Είχα ακουστά μου, άρχισε ο Πατσοστάθης, πως αυτές οι άπιστες είναι πολὺ μαστόρισσες στα μάγια, για να τα λύνουν και να τα δένουν… Τον τουρβὰ στον ώμο εγώ και μπάρκα στου Παϊκέλα… Έτσι τον έλεγαν, θαρρώ, τον καραβοκύρη, που είχε το ταχύπλοο, για την Αγία Άννα, πέρα (έδειξε προς νότον). Φτάνουμε στο Γριπονήσι, αρωτώ, πούθε πάει ο δρόμος για την Έγριπο. Μού ᾽παν πως είναι δεκαπέντε ώρες δρόμος. Εγώ τον πήρα, θαρρώ, την πρώτη φορά, για οχτώ ώρες. Τη δεύτερη και την τρίτη φορά θα έκαμα ως εννιὰ-δέκα ώρες, κάπου εμποδίστηκα κι αργοπόρησα.

―Είναι φοβερός στα πόδια, μου είπε με χαμηλή φωνή ο Αταίριαστος.

―Το πιστεύω.

Κοίταζα την ισχνότητα, το μελαψό και το νευρώδες των μελών του πενηντάχρονου βοσκού και είχα δει κάπως την ευκινησία του.

― Τι λογής εμπόδια ηύρες; ρώτησε ο Σταμάτης.

― Κάτι γυφτοχαρατζήδες, που τους λέγανε τον παλιό καιρό, κάτι ταχτικοί, δασοφύλακοι και τέτοιοι, ήθελαν να μου κάμουν τον άγριο, πως δεν ήταν τάχα ταχτικό το διαβατήρι μου. Τους φίλεψα μυζήθρα και μ᾿ άφησαν ελεύθερο. Ντουγρού για την Έγριπο.

― Λοιπόν, τις αντάμωσες τις μάγισσες;

― Πως!

― Και σου τα χάλασαν τα μάγια;

― Είπαν πως θα μου τα χαλάσουν. Μόνε μ᾿ αποχρέωσαν να ξαναπάω και δεύτερη φορά και τρίτη, επειδὴς και δεν ήταν ακόμη ούρμα (ώριμα) για να χαλάσουνε.

― Ποιά δεν ήταν ούρμα;

― Τα μάγια.

― Μήπως είναι σύκα ή άλλο τίποτε;

―Έτσι μού ᾽λεγαν. Μα όποιος πέσει σε μάγισσας χέρια ή σε γιατρού ή σε δικηγόρου… αυτά παθαίνει.

― Αυτό το είπες πολὺ σωστό, είπε με καγχασμό ο Σταμάτης. Εγώ μάλιστα έχω ακούσει, πως ένας κάποιος δικηγόρος, με μία υπόθεση ενός πελάτη, την οποία είχε επὶ χρόνια στα χέρια του, πάντρεψε πέντε θυγατέρας κι έδωκε την ίδια υπόθεση προίκα στην έκτη και τελευταία κόρη του, την οποία πάντρεψε μ᾿ ένα δικηγόρο.

Και όταν μετά λίγο καιρό, ο νέος γαμβρός του ήλθε περιχαρής να του αναγγείλει, ότι αυτός κατόρθωσε επιτέλους να τελειώσει την ατελείωτη υπόθεση, ο πεθερός σήκωσε τα δύο του χέρια και τον φασκέλωσε λέγοντας:

―Βρε στραβέ, πήγες να βγάλεις απ᾿ τα χέρια σου αυτό το μεταλλείο!

―Αυτή η ιστορία πρέπει να είναι σωστή και πιστεύω να έχει γίνει, συμπέρανε ο Σταμάτης.

―Βέβαια, ως καθώς όλα τα όσα λέουνται, επιβεβαίωσε ο Πατσοστάθης.

―Λοιπόν, στο τέλος, τι απόγινε; ξανάπε ο Σταμάτης, θαρρώ πως δε σου τά ᾽λυσαν τα μάγια,… σου τά ᾽φησαν δεμένα;

Ο Στάθης έσεισε τους ώμους.

― Σου τά ᾽φησαν δεμένα, επανέλαβε ο νέος και γι αυτό στο ύστερο πήγες και σ᾿ άλλες στράτες… καθώς και στη Μαριὼ της Σουσάννας;

Ο Πατσοστάθης έκαμε κίνημα αποτροπιασμού.

―Πήγες, καθώς έχω μάθει, επέμεινε ο Σταμάτης, στην Μαριώ της Σουσάννας, όπου υπέφερες κάτι άλλα σκοντάμματα.

― Τι σκοντάμματα; ρώτησε ο Στάθης.

― Αυτή σ᾿ έγδυσε, καθώς μου είπαν. Μήπως οι άλλες δεν σε είχαν γδύσει; θα πεις, αλλά αυτή σε κατάφερε να βγάλεις την κάπα σου και το πουκάμισό σου και σ᾿ έβγαλε έξω στο χαγιάτι, τη νύχτα με το φεγγάρι;…

― Σώπα, για όλους! είπε ικετευτικά ο Στάθης.

Ο Σταμάτης έπαψε προς στιγμή. Έπειτα έσκυψε προς εμένα κι ενώ ο Πατσοστάθης σηκώθηκε κι έκαμε τρία βήματα έξω, σαν για να αναπνεύσει αέρα, με χαμηλή φωνή με πληροφόρησε:

― Αυτή η μαστόρισσα, τον είχε κάμει να πιστέψει ότι δεν θα πιάναν οι εξορκισμοί της, αν αυτός δε γδυνόταν τσιτσί, τον έβγαλε έξω στο λιακωτό ολόγυμνο, τη νύκτα στο φεγγάρι, ύστερα τον έκλεισε έξω και τον άφησε να γυρίζει στα σοκάκια γυμνός.

―Αρκεί πλέον, άφησέ τα Σταμάτη, είπα εγώ…

―Ε! Στάθη, έλα δω, κάθισε, είπε ο Αταίριαστος, έλα να πιεις ένα τσίπουρο, να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Σώνουν πλέον τα σκοντάμματα.

Ο βοσκός επέστρεψε, και κάθισε στη θέση του.

―Εβίβα παιδιά! Γεια μας. Διάφορο! Καλή καρδιά! Καλώς να σ᾿ εύρω, κυρ Σταμάτη! Καλώς να σ᾿ εύρω, καπετὰν Αγάλλο!

― Καλώς νά ᾽ρθεις!

―Άλλο δεν έχουμε να πούμε, ξανάρχισε πάλι ο Σταμάτης, μόνο για το γέρο-Μουστάκα - για θυμήσου, Στάθη! - που σου διάβαζε τη Σολομωνική.

Εγώ δυσχέρανα πολύ την υποτροπίαση αυτής της ομιλίας, αλλά παραδόξως ο Πατσοστάθης γέλασε καλόκαρδα και είπε:

― Α, ναι. Μ᾿ την εδιάβαζε, λέει.

― Ήξερε καλά γράμματα;

― Μα δεν ξέρουν γράμματα, παρατήρησε ο Αγάλλος, όσοι διαβάζουν τη Σολομωνική.

― Εγώ εννοώ αν ήξερε της Σολομωνικής τα γράμματα.

― Πρέπει να τά ᾽ξερε, είπε ο Στάθης.

― Κι αν δεν τά ᾽ξερε αυτός, τά ᾽ξερε η Δεσποινού, η γυναίκα του, ξανάπε ο αδιόρθωτος Σταμάτης.

― Τι έκαμε η Δεσποινού η γυναίκα του στην υπόθεση αυτή; ρώτησε ο Αγάλλος.

― Θαρρώ πως έπαιξε το κυριότερο μέρος, απάντησε ο Αταίριαστος.

Ιδού. Αφού είχε χηρέψει ο Γιάννης ο Μουστάκας, όταν έπαψαν πλέον τα διάφορα αντάρτικα κινήματα, τα πετσώματα και κλεφτολογήματα, στα οποία είχε λάβει μέρος, μη βρίσκοντας πλέον πουθενά πλιάτσικο, ανίκανος να δουλέψει, κατάφερε με φοβέρες τη Δεσποινού του Παρισάκη, μαζί με την προίκα της, να τον νυμφευθεί, ενώ θα ήταν εικοσιπέντε χρόνια νεότερή του, υποσχόμενος σ’ αυτήν, ότι θα ήταν ικανός να καλλιεργεί τ᾿ αμπέλια και τους ελαιώνες της.

Σαν έγινε ο γάμος την Αποκριά και μπήκε η Σαρακοστή, πήγαν μαζί στο αμπέλι να δουλέψουν. Η Δεσποινού μοναχή της και κλάδευε και έσκαβε. Ο καπετὰν Γιάννης, πρωτοπαλίκαρο του Τσάμη Καρατάσου, όπως καυχιόταν μόνος του, είχε μαζί του μία τσάπα, ένα κλαδευτήρι, κι ένα τουφέκι. Έκαμε πως άρχιζε να σκάβει, αλλά κάθε τέταρτο της ώρας, κάθε πέντε λεπτά, αυτιαζόταν, ακροόταν κατά το δάσος κι έξαφνα άφηνε την τσάπα, έδραχνε το τουφέκι, κι έτρεχε στ᾿ ορμάνι να κυνηγήσει τ᾿ αγρίμια.

Έριχνε πολλές τουφεκιὲς στο βρόντο και δε σκότωνε κανένα πουλί. Τέλος η Δεσποινού το κατάλαβε, ότι δηλαδή ο σύζυγός της, ως πρωτοπαλίκαρο κι αρχικλέφτης, δεν ήταν άνθρωπος για δουλειά και πήρε την απόφασή της, να δουλεύει και να τον τρέφει. Όταν ο Στάθης εδώ, ο φίλος μας, απελπίστηκε από τις μάγισσες της Χαλκίδας κι από τη Μαριὼ της Σουσάννας, ο γέρο-Γιάννης τον κατάφερε και τον έκαμε να πιστεύει πως αυτός μόνος, μπορούσε να του χαλάσει τα μάγια με τη Σολομωνική.

Τον πήρε μία νύκτα στο σπίτι, άνοιξε κάτι παλιόχαρτα με κάτι παλιά γράμματα κι άρχισε να μουρμουρίζει και να κάνει πως διαβάζει. Τώρα, σαν ακούσεις, του είπε, πέτρες να πέφτουν στα κεραμίδια μας, να καταλάβεις πως μας άκουσαν τα Τζίνια κι ήρθαν και τότε θα είναι η στιγμή που θα τα παρακαλέσουμε να μας χαλάσουν τα μάγια.

Εξακολουθούσε ο Γιάννης τους εξορκισμούς και πράγματι, ακούστηκαν μικρά χαλίκια να κτυπούν πάνω στη σκεπή του σπιτιού. Σημείο, ότι ήρθαν τα πνεύματα - τα Τζίνια - τα οποία επικαλείτο ο γέρο-κλέφτης. Αλλά αυτός, ως καλός μηχανικός, είχε προβλέψει για το σκηνικό τούτο.

Δηλαδή, απλούστατα, είχε δασκαλέψει τη Δεσποινού, τη γυναίκα του και της είχε ειπεί: Τώρα που θά ᾽ρθει αυτός ο τσόμπανος, να του διαβάσω τη Σολομωνική, εσύ να βρεθείς έξω από το σπίτι και σε λίγο ν᾿ αρχίσεις να ρίχνεις χαλάζι τα χαλίκια απάνω στη σκεπή του σπιτιού μας. Η Δεσποινού, αν και λυπόταν τα κεραμίδια του σπιτιού της, που θα έσπαζαν, αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και με την απαίτηση αυτή του γέρο-κλέφτη του ανδρός της. Αφού τα είχε κάμει όλα γυαλιὰ-καρφιά, αφού είχε φάγει ελαιώνες και χωράφια, τι την έμελε πλέον για τα κεραμίδια της σάπιας καλύβας της;

Έτσι λοιπόν, με όλες αυτές τις τόσες επιχειρήσεις και τα πειράματα, προσπάθησε ο Στάθης εδώ ο φίλος μας, να κατορθώσει να του χαλάσουν τα μάγια και τα μάγια έμειναν αχάλαστα.

Έπειτα στράφηκε προς εμένα και πρόσθεσε με χαμηλή φωνή:

―Εκτός αν δεν υπήρχαν μάγια για χάλασμα.

―Ποιος ξέρει; είπε, αυτή τη φορά, ο Αγάλλος.

Γ´

Καθώς έφεγγε το πυροφάνι στο γιαλό και κατέλαμπε όλο το βυθό στα ρηχά κύματα και τη μαύρη ακτή και τους θάμνους τους πυκνούς που έστεφαν γύρω τους βράχους και τις ξέρες και τα νησάκια τα μικρά που ξεχώριζαν μακριά προς το πέλαγος και άφηνε τον ουρανό αόρατο και κάπνιζε μαυρίζοντας τ᾿ αστέρια, ο Αγάλλος ορθός στην πλώρη της βάρκας, ψηλός, επιβλητικός, βαθυγόνατος, με τα υποδήματα ως πάνω σχεδόν στους βουβώνες, με το μακριό του γάντζο, με τον οποίο εξερευνούσε σαν Ποσειδώνας τη θάλασσα, δεν έπαυε να στέλνει με βραχεία φωνή προστάγματα στο Σταμάτη, που κρατούσε με άκρα υπομονή τα κουπιά.

― Σία!… Άλα!… Γιαλό… Όλο γιαλό… Δούλευέ τα!… Γιομάτα!

― Συ με παρασάστισες με τα παραγγέλματά σου, Διαμαντή, έλεγε με γέλια ο Σταμάτης. Τι να πρωτοθυμηθείς απ᾿ όλα αυτά;… Ορίστε, τώρα, παρακαλώ… «Σία! Άλα! Δούλευέ τα! Γιομάτα!» Μωρέ, τι κουμάντα είν᾿ αυτά; Αυτά συγκρούονται μεταξύ τους, όπως αυτή η βάρκα, αν μου κατεβεί έξαφνα να τη ρίξω πάνω σε κείνη την ξέρα… Τότε θα κάμουμε όλοι από ένα λουτρό κι ο Αγάλλος δε θα έχει πλέον βάρκα, όπως δεν έχω εγώ κανένα μύλο κληρονομιά, ούτε από τη μητρυιά μου λόγου χάριν, ούτε από τη συμπεθέρα μου.

―Όλο λόγια είσαι! είπε ο Αγάλλος. Κοίταξ᾿ εδώ, δάγκασε αυτό το χταπόδι!… Πλάκωσε εκείνη την καβούρα με την κόφα επίστομα, μη μας φύγει! Και τότε τι θα ψήσουμ᾿ επάνω στα κάρβουνα!

Εγώ ήμουν ξαπλωμένος κατά πλάτος της πρύμνης, νανουριζόμουν από τους μαλακούς λικνισμούς της βάρκας, ανέπνεα τον καπνό του δαδιού και προσπαθούσα να διακρίνω τα άστρα στον άνω βυθό.

― Πιο ευτυχισμένος κι από σένα, μου είπε αίφνης ο Σταμάτης, σαν να μάντευε το κενό της σκέψεώς μου, είναι ο Πατσοστάθης, που ροχαλίζει χωμένος σε ένα σκίνο, τυλιγμένος με την κάπα του και, στοιχηματίζω, πως ακούει στα όνειρά του το αναχάρασμα των γιδιών, που βρίσκονται πλαγιασμένα τριγύρω του.

Έδειξε ένα μαύρισμα στην ακτή. Ήταν πράγματι ο βοσκός πλαγιασμένος εκεί, ανάμεσα στο κοπάδι του. Τον είχε μεθύσει την ημέρα ο Σταμάτης και τον είχε πείσει, ότι έπρεπε να μείνει να κοιμηθεί εκεί παραθαλάσσια, αν ήθελε να χαλάσουν τα μάγια.

― Λόγω ότι οι εχθρές του, όσες τον κακομελετούσαν τη νύκτα, θα υπέθεταν ότι κοιμάται στη στάνη του, αλλά πλησίον της θάλασσας της πικροκυματούσας δεν θα ήταν δυνατόν ποτέ να τον βρουν τα μάγια.

* * *

― Βαριέσαι να σηκώσεις το κεφάλι να κοιτάξεις τον Πατσοστάθη, μου είπε ο Αταίριαστος. Τόσο βαριά σε κυρίευσε το ραχάτι!…

Και που να σ᾿ έβλεπε τώρα, από πουθενά, η Περμαχούλα!

― Ποια Περμαχούλα; είπα ξαφνιασμένος εγώ.

― Εκείνη που ξέρεις… Η λατρευτή σου!

― Δεν είναι καμία… λατρευτή μου! είπα με δυσφορία.

― Α! την αρνείσαι; Από τώρα! είπε με αλλόκοτο ήθος ο Σταμάτης.

― Μην τρελάθηκες, φίλε μου;

― Εγώ;… Και τι σου φταίω; Εσύ γνωρίζεις τον τρόπο…

Μπορείς να την καταραστείς να ασχημίσει κι αυτή, όπως η άλλη.

― Ποιά άλλη;

― Τουλάχιστον έτσι έγραφες τα παλαιό χρόνια, σ᾿ ένα ποίημά σου. Δε θυμάσαι;

― Πότε;

― Τον καιρό που έγραφες στίχους… Όταν κατοικούσαμε μαζί, κάτω από την Ακρόπολη, στο Ριζόκαστρο… Όταν εγώ είχα τρία χρόνια στην πρώτη του Γυμνασίου.

Εγώ έκλεισα τα μάτια μου και σιώπησα.

―Θυμούμαι κάτι στίχους σου… Μα πολὺ ρομαντικούς…

Μήπως εμιμείσο τον Αχιλλέα τον Παράσχον, τότε; Άκουσε:

Εις ένα μνήμ᾿ αγνώριστον, μικρού κοιμητηρίου,

δεν θέλω να το βλέπωσιν ακτίνες του ηλίου,

μηδὲ κυπάρισσος σκαιά, μηδ᾿ απεχθής ιτέα

να το σκιάζει, καταιγὶς ας το κτυπά βιαία.

Και δεν ποθώ θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν,

να έλθεις μόνον σε ζητώ μίαν θαμβὴν πρωίαν,

να βρέξεις μ᾿ ένα δάκρυ σου το διψασμένο χώμα,

κι ας σβήσει με το δάκρυ σου και τ᾿ όνομά μου ακόμα.

Τους θυμάσαι αυτούς τους στίχους; ρώτησε ο Σταμάτης.

― Δεν ξέρω.

―Έτσι ετελείων᾿ ένα ποίημά σου. Έν᾿ άλλο άρχιζε ως εξής:

Δεν έχω πλια παράπονο σ᾿ εσέ, δεν έχω, κόρη,

τον πόνον που το στήθος μου εξέρνα, δεν εχώρει,

θα τον χωρέσ᾿ η άβυσσος, η γη θα τον χωρέσει,

είναι βαθὺ το πέσιμο που η φτέρνα μου θα πέσει.

Κι αυτούς τους εξέχασες;

― Βέβαια, είπα.

― Θυμάσαι τουλάχιστον τη συνέχεια αυτών των στίχων που έγραφες έναν καιρόν;

Συ που θάμπωσες τον ήλιο,

που σ᾿ εζήλεψ᾿ η αυγή,

σπέρμα ουράνιο, ριχμένο,

που σ᾿ εβλάστησε στη γη…

Θυμάσαι;

―Όχι.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου