Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1896

➖ ➖ ➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

 

Στην ταβέρνα του Πατσόπουλου, ενώ ο βοριάς φυσούσε και ψηλά στα βουνά χιόνιζε, ένα πρωί, μπήκε να πιει ένα ρούμι να ζεσταθεί, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από τη γυναίκα του, υβρισμένος από την πεθερά του, δαρμένος από τον κουνιάδο του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίνα τη σπιτονοικοκυρά του και φασκελωμένος από το μικρό τριετή γιο του, τον οποίο ο προκομμένος ο θείος του δίδασκε επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν στα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνει, να βρίζει, να βλασφημεί και να κατεβάζει κάτω Σταυρούς, Παναγίες, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα.

Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Ο προβλεπτικός κάπηλος, για να έρχονται ασκανδάλιστα να ψωνίζουν οι καλές νοικοκυράδες, οι γειτόνισσες, είχε κοντά στα βαρέλια και τις φιάλες, για επίδειξη μάλλον, λίγο σαπούνι, κόλλα, ρύζι και ζάχαρη, είχε δε και μύλο, για να κόβει καφέ.

Αλλά έβλεπε κανείς, πρωί και βράδυ, να βγαίνουν ατημέλητες και μισοκτενισμένες γυναίκες, φέρνοντας το ένα χέρι κάτω από την πτυχή του πανωφοριού τους, κοντά στην ισχιακή χώρα και τούτο σήμαινε, ότι τα ψώνια δεν ήταν σαπούνι, ούτε ρύζι ή ζάχαρη.

Ερχόταν πολλές φορές την ημέρα η γριά-Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, η οποία δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της.

Ερχόταν και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, η οποία βοηθούσε το κατά δύναμιν στην εκκλησία, στεκόμενη κοντά στο μανουάλι, για να κολλά τα κεριά και όσες πεντάρες έπαιρνε την Κυριακή, όλες τις έπινε, με ευσυνείδητη ακρίβεια, τη Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη.

***

Ερχόταν κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, που φώναζε στην αυλόπορτα, στο δρόμο και στο καπηλειό όλα τα μυστικά της, δηλαδή τα μυστικά των άλλων και μέρος μεν απ΄αυτά έμεναν στην αυλή, μέρος δε έπεφταν στο καπηλειό και τα περισσότερα χύνονταν στο δρόμο κι ξενομάτιζε τον κόσμο, ποια νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποιος οφειλέτης της χρωστάει τον τόκο, ποια γειτόνισσα της πήρε ένα είδος, δανεικό κι αγύριστο.

Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκοράφτης, της χρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε και το μήνα που έτρεχε, έξι.

Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δεύτερη υποθήκη με δόλο στο σπίτι και τώρα ήταν ανάγκη να τρέχει σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους, για να εξασφαλίσει τα δίκαιά της.

Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτο άνδρα της, της είχε αφήσει ένα αμανάτι για να τη δανείσει δέκα δραχμές και τώρα, κατά την εκτίμηση δύο χρυσοχόων, αποδείχτηκε, ότι το ασημικό ήταν κάλπικο και δεν άξιζε ούτε όσα άξιζαν τα δύο φυσέκια με τις σκουριασμένες μπακίρες, που, αφού, κατά τη συνήθειά της (αυτό δεν το έλεγε, αλλά ήταν γνωστό), έβγαλε έξω το γέρο-Στρατή, τον άνδρα της, την κόρη της, τη Μαργαρίτα και την εγγονή της, τη Λενούλα, άνοιξε την κρύπτη, απόθεσε εκεί το ενέχυρο, έβγαλε το κομπόδεμα, πήρε τα φυσέκια και τα έδωσε με τρόπο, που σήμαινε να τα δώσει και να μην τα δώσει και φαινόταν σαν να κολλούσαν τα χέρια της, στην πτωχή την Κατίνα.

Η Ασημίνα, η παλιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρια το επάγγελμα, όταν ξεκουμπίστηκε κι έφυγε, της χρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρες.

Και τα μεν έπιπλα, που έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα παραχωρήσει στη σπιτονοικοκυρά, τα παρέδωσε στον κούκο της, τον τελευταίο αγαπητικό της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ…

Και σ΄ αυτήν δεν έδωκε άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτό εκεί, λιγδιασμένο και της είπε εμπιστευτικά, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον…

Σαν γκρεμοτσακίστηκε και έφυγε, το ανοίγει και αυτή από περιέργεια και αντί Τιμίου Ξύλου, τι βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάμματα, μαγικά, χαμένα πράματα…

Τ’ ακούτε σεις αυτά;

***

Μπήκε στο καπηλειό, ριγώντας, ο μαστρο-Παυλάκης και ζήτησε ένα ρούμι.

Το παιδί του καπηλειού, που τον ήξερε καλά, του είπε:

–Έχεις πεντάρα;

Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους, με τρόπο διφορούμενο.

–Βάλε συ το ρούμι, είπε.

Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά.

Καλύτερο απ' όλα όμως η ραστώνη, το ν τ ό λ τ σ ε φ α ρ ν ι έ ν τε των αδελφών Ιταλών.

Αν σ΄ αυτόν ανέθεταν να συντάξει τον κανονισμό της εβδομάδας, θα όριζε την Κυριακή για σχόλη, τη Δευτέρα για χουζούρι, την Τρίτη για σουλάτσο, την Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή για εργασία και το Σάββατο για ξεκούρασμα.

Ποιος λέει, ότι οι γιορτές είναι πάρα πολλές για τους ορθόδοξους Έλληνες και οι εργάσιμες είναι πολύ λίγες;

Αυτά τα λένε όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματική εργασία και ξέρουν μόνο για τους άλλους να θεσμοθετούν.

Ακριβώς την ώρα αυτή, ήρθε απ’ αντίκρυ ο Δημήτρης ο φραγκοράφτης, για να πιει το πρωινό του.

Μόνη παρηγοριά είχε, να κάνει αυτά τα συχνά ταξιδάκια, καθώς τα ονόμαζε. Διέκοπτε επί πέντε λεπτά την εργασία του, δέκα φορές την ημέρα και ερχόταν να πίνει ένα κρασί.

Έπαιρνε εργασία από τα μαγαζιά και δούλευε ως κάλφας στο δωμάτιό του.

Μπήκε και παρήγγειλε ένα κρασί.

Μετά βλέποντας τον Παύλο.

–Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπε.

Σαν από Θεό σταλμένος, για να λύσει το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτη και του υπηρέτη, κάθισε πλάι στον Παύλο και άρχισε τέτοια ομιλία, η οποία ήταν μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, στον δε Παύλο φάνηκε σαν συνηγορία υπέρ των δικών του παραπόνων.

–Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπε.

Ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Αϊ-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Αϊ-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα και θαρρώ πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα…

Ο Παύλος κούνησε το κεφάλι.

–Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε.

Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία, πολύ κακά έχουνε διορισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονόπαντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες και ύστερα χασομερούμε βδομάδες και μήνες τις καθημερινές.

–Είναι και η τεμπελιά στη μέση, είπε με πονηρή αυθάδεια το παιδί του καπηλειού, επωφελούμενο από μία στιγμή, κατά την οποία το αφεντικό του είχε συζήτηση στο κατώφλι της θύρας και δεν μπορούσε να ακούσει.

–Ας είναι, τι να σου κάμει η προκομμάδα και η τεμπελιά;

Είπε ο Δημήτρης.

Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και λίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε ή ο Παύλος ή ο Πέτρος ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γιος μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρά-Στρατίνας.

Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για το μπακάλη, για το μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο.

Η κόρη θέλει το λούσο της, ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.

–Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπε ο Παυλέτος, αποκρινόμενος στους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζεις τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε…

–Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλι ο υπηρέτης, υπαινισσόμενος ίσως τις μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνές.

Έπειτα μπήκε ο κάπηλος.

Ο μαστρο-Δημήτρης έφυγε, να επαναλάβει την εργασία του και η ομιλία έπαψε.

***

Ο μαστρο-Παύλος αφέθηκε στις φαντασίες του.

Σάββατο σήμερα, μεθαύριο παραμονή, την άλλη Χριστούγεννα.

Να είχε τουλάχιστον λεπτά για να αγοράσει ένα γαλόπουλο, να κάμει και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι!

Μετανοεί τώρα πικρά, γιατί δεν πήγε τις τελευταίας μέρες στα βυρσοδεψεία να δουλέψει και να βγάλει λίγα λεπτά, για να περάσει φτωχικά τις γιορτές.

«Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά. Κόπιασε να αργάζεις τομάρια! Το δικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!»

Είχε ακούσει το λαϊκό μύθο για τον τεμπέλη, που πήγαιναν να τον κρεμάσουν και ο οποίος συγκατένευσε να ζήσει υπό τον όρο να είναι «βρεμένο το παξιμάδι».

Γνώριζε και την άλλη διήγηση για το τεμπελχανιό, το οποίο ίδρυσε, λένε, ο Μεχμέτ Αλής στην πατρίδα του την Καβάλα.

Εκεί, επειδή το κακό είχε παραγίνει, ο επιστάτης σοφίστηκε να στρώνει μία ψάθα, πάνω στην οποία ανάγκαζε τους άεργους να ξαπλώνονται.

Έπειτα έβαζε φωτιά στην ψάθα.

Όποιος προτιμούσε να καεί, παρά να σηκωθεί από τη θέση του, ήταν σωστός τεμπέλης και δικαιούταν να φάει δωρεάν το πιλάφι.

Όποιος σηκωνότανε και έφευγε από τη φωτιά, δεν ήταν σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα.

Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, σκεπτόταν ο μαστρο–Παύλος και κανείς απ΄ αυτούς να μην ιδρύσει κάτι παρόμοιο και στην Αθήνα!

***

Ο μαστρο-Παυλάκης τριγύρισε εδώ και κει ακόμα δύο μέρες και την άλλη ήταν παραμονή.

Το γαλόπουλο δεν έπαψε να το ονειροπολεί και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτεί;

Αφού νύχτωσε, διωγμένος καθώς ήταν από το σπίτι, αποτόλμησε και ήρθε από ένα πλάγιο δρομίσκο και ήταν έτοιμος να χωθεί στο καπηλειό.

Ο νους του ήταν αναπόσπαστα προσηλωμένος στο γαλόπουλο.

Θα χρησίμευε τούτο, εάν το είχε και σαν μέσο για να συμφιλιωθεί με τη γυναίκα του.

Εκεί, καθώς στράφηκε να μπει στο καπηλειό, βλέπει ένα παιδί της αγοράς, με μία κοφίνα στον ώμο, η οποία φαινόταν ακριβώς να περιέχει ένα γάλο, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρο και άλλα καλά πράγματα.

Το παιδί κοίταζε δεξιά και αριστερά και φαινόταν να αναζητά κάποιο σπίτι.

Ήταν έτοιμο να μπει στο καπηλειό για να ρωτήσει. Έπειτα είδε τον Παύλο και στράφηκε προς αυτόν.

–Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιόπουλου;

–Του κυρ-Θανάση του Μπε…

Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψε στο μυαλό του Παύλου.

–Μού΄πε τον αριθμό και τον ξέχασα, τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ’ αυτόν το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστήτερα καθότανε πάρα πέρα, στο Γεράνι.

–Του κυρ-Θανάση του Μπελιόπουλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος, να, εδώ είναι το σπίτι του.

Να φωνάξεις την κυρά–Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πως να πω; είναι η γενιά του… την έχει λύσε-δέσε, σ όλα τα πάντα… οικονόμισσα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του… μαθές θέλω να πω, ανιψιά του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.

Και βαδίζοντας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την πόρτα της αυλής, έκαμε πως φώναξε.

–Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρεις τα ψώνια που σου στέλνει ο κύριος… ο αφέντης σου.

*** 

Καλά ήλθαν τα πράγματα ως τώρα.

Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τα χέρια και αισθανόταν στη μύτη του την κνίσα του ψητού κούρκου.

Και δεν τον έμελλε τόσο για τον κούρκο, αλλά θα φιλιωνόταν και με τη γυναίκα του.

Τη νύκτα την πέρασε σε ένα ολονύκτιο καφενείο και το πρωί πήγε στην εκκλησία.

Όλη τη μέρα προσκολλήθηκε σε μία συντροφιά, έπειτα σε μία άλλη παλαιών γνωρίμων του, στο καπηλειό που έμεινε τις περισσότερες ώρες ανοικτό, με τα παράθυρα κλεισμένα και πέρασε με λίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.

Το βράδυ, αφού νύχτωσε, πήγε με τόλμη από τα πολλά ποτά και από την ενθύμηση του κούρκου και χτυπούσε την πόρτα της οικογένειάς του.

Η πόρτα ήταν κλεισμένη από μέσα.

–Καλησπέρα κυρά-Παύλαινα, φώναξε απ’ έξω, χρόνους πολλούς.

Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;

Αλλά ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.

Όλη η αυλή ήταν ήσυχη.

Τα ισόγεια, οι τρώγλες, τα κοτέτσια της κυρά-Στρατίνας, όλα κοιμόνταν.

Ο σκύλος μόνο γνώρισε το μαστρο-Παύλο, έγρουξε λίγο και πάλι ησύχασε.

Υπήρχαν εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριών ή τεσσάρων οικογενειών, που κατοικούσαν στα ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσερις γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστεριών.

Οι δύο γίδες αναχάραζαν βαθιά στο σκεπασμένο μανδράκι τους, οι όρνιθες έκλωζαν υπόκωφα στα κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχτεί στους περιστερώνες περίτρομα από το κυνήγι, που άρχιζαν εναντίον τους τη νύχτα οι γάτοι.

Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήταν το ροχάλισμα της κοιμώμενης αυλής.

*** 

Την ίδια στιγμή ακούστηκε κρότος βημάτων στο σπίτι.

–Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάζοντας η κυρά-Στρατίνα, να΄χουμε και καλό ρώτημα… Τι γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μού΄χεις, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθεί το σπίτι… Εκείνος που ήταν δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό και μας φοβέριζε όλους κι η φαμίλια σου, επειδή τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες στην κάμαρα και δεν ήξευρε τι να κάμει… Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και πέρασε η φαμίλια σου όλη τη μέρα κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβο μην ξαναέλθει εκείνος πού΄χε το γάλο και μας φέρει και την αστυνομία… ήταν φόβος να μην προσβαλθεί κι εμένα το σπίτι μου.

Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνεις, μαστρο-Παυλάκη.

Τέτοια προσβολή να λείπει από το σπίτι μου εμένα, τ’ άκουσες;

Ο μαστρο-Παύλος ρώτησε δειλά.

–Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;

–Είναι μέσα όλοι τους κι έχουνε κλειδωμένα καλά και το φως κατεβασμένο, για το φόβο των Ιουδαίων.

Κοίταξε, μη σε νοιώσει από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε…

–Είναι μέσα;

–Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε… να, κάπου ακούω τη φωνή του.

Ακούστηκε, πράγματι, μία φωνή εκεί κοντά, η οποία δεν υποσχόταν καλά για τον νυκτερινό επισκέπτη.

–Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…

Ποιος ήταν αυτός που μίλησε, άγνωστο. Ίσως να ήταν ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτονας. Δυνατόν να ήταν και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο–Παύλου.

–Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παραπονέθηκε ως τόσο ο άνθρωπός μας.

Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; Επανέλαβε η Στρατίνα.

Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφ΄σε τα αυτά.

Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια.

Ότι έγινε, έγινε, να πας να δουλέψεις, να μου φέρεις εμένα τα νοίκια μου.

- Τ’ ακούς;

- Τ’ ακούω.

–Φέρε μου εσύ τον παρά κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.

Ακούστηκε από μέσα βραχνός μουρμουρισμός, έπειτα φωνή μικρού παιδιού είπε.

–Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε κι άλλα πέντε, δέκα!

Προφανώς ήταν μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζει αυτά.

–Μη στέκεσαι στιγμή μαστρο-Παυλέτο, είπε η Στρατίνα, το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!…

Ακούσθηκε κρότος, σαν να σηκώθηκε κάποιος από μέσα και να πλησίαζε με βαρύ βήμα προς την πόρτα.

–Δρόμο, επανέλαβε μηχανικά ο Παύλος, συμμορφούμενος έμπρακτα με τη λέξη… δρόμο και δουλειά!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου