Σάββατο, 01 Οκτωβρίου 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Οι Δύο δράκοι

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

Δύο κοριτσάκια κι ένα αγόρι, είχε μέχρι τώρα η κυρά-Αχιλλέινα.

Η Βαγγελίτσα, η μεγαλύτερη, επτά ετών, ερχόταν πολύ συχνά το πρωί, όταν ήθελα να ξυπνήσω, στην πόρτα μου και μου γύρευε πεντάρες. Δεν έφταιγε, γιατί την είχα κακομάθει εγώ. Η Δώρα, η μικρή, επίσης ερχόταν και μου γύρευε κοκά. Θυμόταν ακόμη, με τη μικρή μνήμη της, από τον περασμένο χρόνο, όταν είχα γυρίσει από την πατρίδα και είχα φέρει ένα κοφίνι γεμάτο από μοσχοκύδωνα και μήλα φιρίκια και μη βρίσκοντας ευχαρίστηση να τα τρώγω, τα μοίραζα επί ημέρες κάθε πρωί στα παιδιά της γειτονιάς.

Είχα πιάσει δωμάτιο τότε, για λίγους μήνες, μέσα στη γειτονική αυλή - παραπλεύρως της οικίας που κατοικούσα τώρα - την οποία κατείχε, νοικιάζοντας τα διάφορα δωμάτια, η κυρά-Αχιλλέινα.

Τη χρονιά εκείνη, καθόσον καιρό κατοικούσα εκεί μέσα, είχε γεννήσει αυτή το τέταρτο τέκνο της, αγόρι.

Ήταν ψηλή, μαυριδερή, σκελετώδης, το πρόσωπό της έμοιαζε με σκυλίσιο, κατά γράμμα, ίσως ένεκα της άκρας ισχνότητάς της.

Ο μάστρο-Αχιλλέας, μοιάζοντας σαν αδελφός με αυτήν κατά τη φωνή και το είδος, εργαζόταν ως σκυτοτόμος λίγο παραπέρα, σιμά στο σταυροδρόμι.

Συνήθως, δούλευε από το πρωί έως το απόγευμα. Περί το δειλινό, σχεδόν τακτικά, δύο ή τρεις φίλοι του, άεργοι, παρακολουθούσαν την εργασία του και αφού υπολόγιζαν ως πόσα λεπτά θα είχε πιάσει, τον πλησίαζαν, κολλούσαν επάνω του, του γίνονταν φόρτωμα, τον ερέθιζαν και τότε αυτός, έως το βράδυ χαλνούσε τα λίγα λεπτά κι έπινε μαζί τους στην πρώτη γειτονική ταβέρνα.

Συνήθως τον δελέαζαν με ένα πρώτο κέρασμα εκ μέρους τους και τότε εκείνος ελκυόταν, κουρδιζόταν κι επειδή αυτοί δεν κερνούσαν πλέον, αυτός και μόνος ως το βράδυ είχε «το πρόσταγμα».

Ένα πρωί, εκείνη τη χρονιά, όταν η Αχιλλέινα ήταν έγκυος στο μήνα της, μου έστειλε την Ευαγγελίτσα, ενώ μόλις είχα ανοίξει την πόρτα μου. Η μικρή, κρατώντας χαμηλωμένο το βλέμμα κάτω στο λιθόστρωτο της αυλής, μου λέει.

― Είπε η μαμά, να της δώσεις ένα τάλιρο δανεικό και το σφαλάτε στο νοίκι.

― Καλά…

Έδωκα ένα χάρτινο πεντάφραγκο. Την άλλη μέρα, η Αχιλλέινα ήλθε μέχρι την πόρτα του δωματίου μου και με ευχαριστούσε.

― Α! τι καλοί άνθρωποι που βγαίνουν από τον τόπο σας! μου λέγει (διότι είχε μάθει κατά συγκυρία το όνομα της πατρίδας μου).

Είχα ένα νοικάρη πριν από χρόνια, εξακολούθησε, σε ένα άλλο σπίτι, κυρ Γιώργη τον λέγανε. Είχε μαγαζάκι εδώ πάνω, στον πλαγινό δρόμο. (Περιέγραψε το πρόσωπο, ώστε εγώ τον αναγνώρισα πράγματι).

Τι γίνεται τώρα; Είναι φευγάτος από την Αθήνα; Ξέρεις τι απόγινε;

― Νομίζω, στο Λαύριο πήγε, είπα εγώ. Ως φαίνεται, τα εμπόριά του δεν πρόκοψαν και τώρα εργάζεται στα μεταλλεία.

― Έτσι; Α! κρίμα, τι καλός άνθρωπος! Είχε φέρει και τη φαμίλια του απ᾿ την πατρίδα. Μια γυναικούλα καλή, φρόνιμη, όμορφη δεν ήταν, μα η γνώμη της, ένα κομμάτι μάλαμα.

Μα έτρωγε ξύλο, αλήθεια!…

Α, Θεέ μου, τι θυμός ήταν εκείνος τ᾿ ανδρός της! Τι τουρκογένατο! Δαιμόνιο, άλλο πράμα! Την έδερνε, την εστουμπούσε, καθώς ήταν γερμένη στο κρεβάτι, άρρωστη, ύστερα την έριχνε κάτω στο πάτωμα και τη χτυπούσε με τα χέρια, την κλωτσούσε με τα πόδια, την αφάνιζε, την έλιωνε.

Και θαρρώ πως ήταν και γκαστρωμένη, δύο-τριών μηνών.

Πως εβαστούσε η χριστιανή, τόσο ξύλο!… Κρίμα! ζήλεια ήταν τάχα, τι να ήταν; Τι δαιμόνιο τον έπιανε;… Τέτοιος καλός άνθρωπος!

Στην αρχή του άλλου μήνα και του μεθεπόμενου ακόμη, εννοώντας εγώ, ότι η γυναίκα υπέφερε πολύ, καθότι ο μάστρο-Αχιλλέας πολύ λίγα λεπτά έφερνε ως φαίνεται στο σπίτι, θέλησα να ξεχάσω το πεντάδραχμο κι έδωκα ολόκληρο το ενοίκιο.

Εντωμεταξύ, η Αχιλλέινα είχε γεννήσει και μάλιστα είχε σαραντίσει ήδη. Εκείνες τις μέρες, ενώ άνοιγα ένα πρωί την πόρτα μου για να βγω, η μικρή Δώρα ήλθε και στάθηκε στο κατώφλι.

― Είπε μαμά νά ᾽θεις πίτσι, μου λέγει.

Κλείδωσα την πόρτα μου καθώς βγήκα, γύρισα προς το βάθος της αυλής κι έφθασα μέχρι την πόρτα του οικήματος που κατοικούσε αυτή, στάθηκα και είπα «καλημέρα».

― Κόπιασε παραμέσα, μου λέγει γυναικεία φωνή. Επήρα ευχή, μη φοβάσαι δε θα κολλήσεις τίποτε.

Έκαμα δύο βήματα προς τα μέσα. Η Αχιλλέινα ορθή, στεκόμενη στη σκοτεινότερη γωνία προς το κλειστό παράθυρο, φορούσε πουκάμισο κολοβό, χωρίς χειρίδες και είχε τους βραχίονες γυμνούς μέχρι τους ώμους.

Οι βραχίονες αυτοί ήσαν αρκετά λευκοί, στρογγυλοί και αντιτίθονταν προς την ασχήμια του προσώπου.

Η γυναίκα, κινώντας τους βραχίονες αυτούς και κάνοντας ικανές χειρονομίες προς το στέρνο, μου εξήγησε με ταχείες θερμές λέξεις, ότι είχε τρομερή ανάγκη από χρήματα και κατέκρινε το σύζυγό τηςγια ασωτία και αστοργία.

Έβγαλα ένα πεντάδραχμο από το ισχνό θυλάκιο και της το έδωσα, αποστρέφοντας τα μάτια από τους βραχίονες τους γυμνούς και κοιτάζοντας επίμονα το μούτρο το σκυλίσιο, σαν αντίδοτο βεβαίως κατά της γοητείας, σαν αποκρουστικό κατά της έλξεως. Και αμέσως έφυγα.

Την άλλη χρονιά, όταν επανήλθα και πάλι από την πατρίδα μου, η Αχιλλέινα είχε γεννήσει εντωμεταξύ και άλλο αγόρι.

Η κατοικία μου βρισκόταν τώρα στην ίδια γειτονιά, όπως είπα, παραπλεύρως της αυλής, την οποία κατείχε η γυναίκα του σκυτοτόμου.

Αυτή τη φορά τη συνάντησα στο δρόμο.

Μου ευχήθηκε το «καλώς όρισες», έπειτα μου λέγει.

― Έχουμε για την ώρα, να μην αβασκαθούμε, δύο Δράκους στο σπίτι μας. Δράκος ο περυσινός, δράκος ο φετινός.

― Καλλίτερα, να σας φυλάνε κιόλα, είπα εγώ.

Έπειτα, αισθάνθηκα αμέσως το ψυχρό του λογοπαίγνιου και ξανάπα,

― Κα πώς; Δεν τους εβαφτίσατε;

― Μα έχουμε νουνό; είπε εκείνη, τα βαφτίσια θέλουν έξοδα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου