Παρασκευή, 20 Μαϊος 2022

Η ΣΤΕΝΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Η Φόνισσα

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1903

➖➖➖

Τη μετατροπή του κειμένου στην

καθομιλουμένη δημοτική

έκανε ο

Ιωάννης Δ. Γιαννούκος

⭐⭐⭐

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Μισοπλαγιασμένη κοντά στην εστία, με σφαλιστά τα μάτια, το κεφάλι να ακουμπά στο κράσπεδο της εστίας, το λεγόμενο «φουγοπόδαρο», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν κοιμόταν, αλλά θυσίαζε τον ύπνο κοντά στο κρεβατάκι της ασθενούσας μικρής εγγονής της. Όσο για τη λεχώνα, τη μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αυτή προ ολίγου είχε αποκοιμηθεί στο χαμηλό, φτωχικό κρεβάτι της.

Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, τρεμόσβηνε κάτω από το φάτνωμα της εστίας. Έριχνε σκιά αντί φωτός στα λίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία φαίνονταν καθαρότερα και κοσμιότερα τη νύκτα.

Οι τρεις μισοκαμμένοι δαυλοί και το μεγάλο ορθό κούτσουρο της εστίας, έριχναν πολλή στάχτη, λίγη ανθρακιά και σπάνια τρέμουσα φλόγα, κάνοντας τη γριά να θυμάται μέσα στη νύστα της, την απούσα μικρότερη κόρη της, την Κρινιώ, η οποία αν βρισκόταν τώρα μέσα στο δωμάτιο, θα ψιθύριζε σε κάτι μεταξύ πεζού και ποιήματος:

«Αν είναι φίλος, να χαρεί, αν είν' εχθρός, να σκάσει...»

Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα ή αλλιώς Φραγκογιαννού, ήταν γυναίκα σχεδόν εξήντα ετών, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρες, με ήθος ανδρικό και με δύο μικρές άκρες μύστακος πάνω απ΄ τα χείλη της. Στους λογισμούς της, συγκεφαλαιώνοντας όλη τη ζωή της, έβλεπε, ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε, παρά να υπηρετεί τους άλλους. Όταν ήταν παιδίσκη, υπηρετούσε τους γονείς της. Όταν πανδρεύτηκε, έγινε σκλάβα του συζύγου της. Και όμως, ως εκ του χαρακτήρα της και της αδυναμίας εκείνου, ήταν συγχρόνως και κηδεμόνας αυτού. Όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της, όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλι δουλεύτρα των εγγόνων της.

Το νεογνό είχε γεννηθεί προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαριά λεχωσιά. Ήταν αυτή που κοιμόταν στο κρεβάτι της της, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθεί να το βαπτίσουν τη δέκατη ημέρα, επειδή έπασχε δεινώς, είχε κακό βήχα, κοκίτη, συνοδευόμενο με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Καθώς βαπτίσθηκε το νήπιο, φάνηκε να καλυτερεύει λίγο την πρώτη βραδιά και ο βήχας κόπασε για λίγο.

Επί πολλές νύκτες, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνο στους οφθαλμούς της, ούτε στα βλέφαρά της νυσταγμό, αγρυπνούσε πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίο ούτε φανταζόταν ποιους κόπους προξενούσε στους άλλους, ούτε πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρει, εάν επιζούσε και αυτό. Και δεν ήταν ικανό να αισθανθεί καν την απορία, την οποία μόνο η μάμμη διατύπωνε κρυφά μέσα της: «Θε μου, γιατί να έλθει στον κόσμο κι αυτό;»

Η γριά το νανούριζε και θα ήταν ικανή να πει «τα πάθη της τραγούδια» από πάνω από την κούνια του μικρού.

Κατά τις προηγούμενες νύκτες, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολώντας όλα αυτά τα πάθη της στο πεζό.

Σε εικόνες, σε σκηνές και σε οράματα, της είχε επανέλθει στο νου όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.

Ο πατέρας της ήταν οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. Η μάννα της ήταν κακή, βλάσφημη και φθονερή. Ήταν μία από τις στρίγγλες της εποχής της. Ήξερε μάγια. Την είχαν κυνηγήσει δύο-τρεις φορές οι κλέφτες, τα παλληκάρια του Καρατάσου και του Γάτσου και των άλλων οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Έπραξαν τούτο για να την εκδικηθούν, επειδή τους είχε κάμει μάγια και δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές τους. Επί τρεις μήνες σχόλαζαν εν αργία και δεν μπόρεσαν να κάμουν τίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από χριστιανούς. Ούτε η Κυβέρνηση της Κορίνθου τους είχε στείλει κανένα βοήθημα.

Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορο, από την κορυφή τ' Άι-Θανασού, στο οροπέδιο του Προφήτη Ηλία, με τους πελώριους πλάτανους και την πλούσια βρύση κι απ΄ εκεί στο Μεροβίλι, στο πλάγι του βουνού, ανάμεσα στα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή δοκίμασε να κρυφθεί σε μία λόχμη βαθιά, αλλά εκείνοι δε γελάστηκαν. Ο θρους των φύλλων και των κλαδιών, ο ίδιος τρόμος της, που μετέδιδε τρομώδη κίνηση σε κλώνους και θάμνους, την πρόδωσε.

Άκουσε τότε άγρια φωνή:

— Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!

Αυτή αναπήδησε τότε μέσα από τους θάμνους κι έτρεξε σαν φοβισμένη τρυγόνα, με το φτερούγισμα των λευκών πλατιών χειρίδων της. Δεν ήταν πλέον ελπίδα να γλυτώσει. Άλλοτε, την πρώτη φορά όταν την είχαν κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθεί κάτω στο Πυργί, επειδή το μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια.

Εδώ, στο Μεροβίλι, δεν υπήρχαν δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνο συστάδες δένδρων και λόχμες απάτητοι.

Η τότε νεαρή Δελχαρώ, η μητέρα της Φραγκογιαννούς, πηδούσε σα ζαρκάδι από θάμνο σε θάμνο, ξυπόλυτη, επειδή προ πολλού είχε πετάξει τα παπούτσια από τα πόδια της, πίσω της, - το ένα των οποίων είχε αναλάβει σαν λάφυρο ο ένας από τους διώκτες - και τα αγκάθια χώνονταν στις φτέρνες της, της έσχιζαν και της μάτωναν τους αστραγάλους και τους ταρσούς.

Τότε, στην απελπισία, της ήλθε μια έμπνευση.

Από κει από το λόγγο, στο πλάγι του βουνού, ήταν ένας και μόνος καλλιεργημένος ελαιώνας, καλούμενος ο Πεύκος του Μωραΐτη.

Ο γέρο-Μωραΐτης, ο παππούς του κτήτορα, είχε μεταναστεύσει από το Μιστρά στον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνα - κατά την εποχή της Αικατερίνης και του Ορλώφ. - Ο φημισμένος πεύκος στεκόταν στο μέσον των ελαιών, σαν γίγαντας μεταξύ νάνων.

Το χιλιετές δένδρο, ήταν σκαφιδιασμένο κοντά στη ρίζα, κάτω στο γιγαντιαίο κορμό, τον οποίο δεν μπορούσαν να αγκαλιάσουν πέντε άνδρες. Οι βοσκοί και οι αλιείς τον είχαν σκαφιδιάσει, του είχαν σκάψει την καρδιά, του είχαν κοιλάνει τα έγκατα, για να πάρουν από κει άφθονο δαδί. Και με τη φοβερή πληγή στις ίνες, στα σπλάχνα του, ο πεύκος επέζησε άλλα τρία τέταρτα αιώνος, μέχρι το 1871.

Κατά τον Ιούλιο του έτους εκείνου, μεγάλο τοπικό σεισμό αισθάνθηκαν αυτοί που κατοικούσαν, σε απόσταση μιλίων, κάτω στα παραθαλάσσια.

Τη νύκτα εκείνη κατέρρευσε ο γίγαντας.

Στο κοίλωμα εκείνο, μέσα στο οποίο μπορούσαν να καθίσουν άνετα δύο άνθρωποι, έτρεξε να κρυφτεί η τότε νεόνυμφη Δελχαρώ, η μητέρα της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το μέσον ήταν χωρίς ελπίδα και σχεδόν παιδαριώδες. Εκεί δεν κρυβόταν αλλιώς, ειμή κατά φαντασία, με παιδικό τρόπο, όπως παίζουν το κρυφτό.

Οι διώκτες βεβαίως θα την έβλεπαν, θα ανακάλυπταν το καταφύγιό της. Μόνο εκ των νώτων ήταν αόρατη, αλλά όχι κατά πρόσωπο.

Άμα οι τρεις κλέφτες έφταναν πέραν του πεύκου, θα την έβλεπαν σαν καρφωμένη εκεί.

Οι τρεις άνδρες έτρεξαν, το προσπέρασαν κι εξακολούθησαν να τρέχουν. Οι δύο απ’ αυτούς ούτε εστράφησαν πίσω να ιδούν. Φαντάζονταν ότι η «τσούπα» έτρεχε εμπρός. Μόνο την τελευταία στιγμή, ο τρίτος στράφηκε, κάπως σκοτισμένος προς τα πίσω και κοίταξε παντού αλλού, όχι όμως στον κορμό του πεύκου. Έβλεπε και τον πεύκο συλλήβδην, με τα άλλα αντικείμενα, χωρίς να φαντάζεται ότι ο κορμός του είχε κοιλιά και ότι μέσα στην κοιλιά κρυβόταν άνθρωπος. Και αν γνώριζε και αν αγνοούσε το κοίλωμα του γιγαντιαίου κορμού, εκείνη τη στιγμή δεν πέρασε από το νου του. Κοίταζε να ιδεί μην ανακαλύψει κάπου το χάσμα της γης, το οποίο θα την είχε καταπιεί εξάπαντος, διότι καμία πτυχή γης ορατή δεν υπήρχε όπου να κρυφτεί κανείς. Οι Δρυάδες, οι νύμφες των δασών, τις οποίες αυτή ίσως επικαλείτο στις μαγείες της, την προστάτευσαν, τύφλωσαν τους διώκτες της, έριξαν πρασινωπή αχλή, χλοερό σκότος, στους οφθαλμούς τους και δεν την είδαν.

Η νεαρή γυναίκα σώθηκε από τα νύχια τους. Και όλο τον καιρό ύστερα εξακολούθησε να κάνει μάγια, μάγια εναντίον των κλεφτών και να φέρνει σ΄ αυτούς πολλά «κεσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν υπήρχε πλιάτσικο. έως ότου, έδωκε ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα και ο Σουλτάνος Μαχμούτ, χάρισε, καθώς λέγουν, τα «Διαβολονήσια» στην Ελλάδα κι έκτοτε έπαψαν να είναι ασύδοτα.

Την πλιατσικολογία διαδέχθηκε η φορολογία και έκτοτε όλος ο περιούσιος λαός, εξακολουθεί να δουλεύει για τη μεγάλη κεντρική γαστέρα, την «ώτα ουκ έχουσαν».

* * *

Η Χαδούλα η Φράγκισσα, αν και πολύ μικρή, ήταν γεννημένη τότε και τα θυμόταν όλα αυτά, τα οποία διηγείτο αργότερα η μάννα της. Ύστερα, όταν μεγάλωσε κι έγινε δεκαεπτά χρόνων και ειρήνευσαν κάπως τα πράγματα, κατά τους χρόνους του Κυβερνήτη, την πάνδρεψαν οι γονείς της και της έδωκαν άνδρα το Γιάννη το Φράγκο, εκείνον τον οποίον η σύζυγος του επονόμασε αργότερα, «τον Σκούφον» και «τον Λογαριασμόν».

Τα δύο τούτα παραγκώμια, δεν του τα είχε δώσει χωρίς λόγο η σύζυγός του, η Χαδούλα. "Σκούφο" τον είχε ονομάσει, ακόμη πριν τον πανδρευτεί, όταν τον ειρωνευόταν συνήθως, με την παρθενική πονηρία της - χωρίς να προγνωρίζει, ότι αυτός θα ήταν η τύχη της και ο καλός της - επειδή, αντί για φέσι, φορούσε είδος μακριού σκούφου, τεφροκόκκινου, με κοντή φούντα. "Λογαριασμό" τον ονόμασε αργότερα, αφού τον πανδρεύτηκε, επειδή συνήθιζε πολλές φορές τη φράση, «αυτός, είν' ο λογαριασμός» και διότι, αλλιώς, δεν μπορούσε σωστά να λογαριάσει ούτε ποσό για λίγους παράδες, ούτε δυο μεροκάματα. Αν έλειπε αυτή, θα τον γελούσαν καθημερινά, ποτέ δεν θα του έδιδαν σωστό τον κόπο του στα πλοία, στο καρνάγιο ή στον αρσανά, όπου εργαζόταν ως μαραγκός ή ως καλαφάτης.

Είχε υπάρξει επί πολύ χρόνο μαθητής και κάλφας του πατέρα της, που εξασκούσε την ίδια τέχνη.

Όταν τον είδε ο γέρος τόσο απλοϊκό, ολιγαρκή και μετριόφρονα, τον εξετίμησε και αποφάσισε να τον κάμει γαμβρό. Ως προίκα του έδωκε ένα σπίτι έρημο, ετοιμόρροπο, στο παλαιό Κάστρο, όπου κατοικούσαν ένα καιρό οι άνθρωποι, προ του ΄21.

Του έδωκε κι ένα ονόματι Μποστάνι, το οποίο βρισκόταν ακριβώς έξω από το έρημο Κάστρο, πάνω σε μια κρημνώδη ακτή και απείχε τρεις ώρες από τη σημερινή πολίχνη. Ομοίως κι «ένα πινάκι χωράφι», ένα αγριοχώραφο, το οποίο αμφισβητούσε ο γείτονας ως δικό του, οι δε άλλοι γείτονες έλεγαν, ότι και τα δύο χωράφια για τα οποία μάλωναν οι δύο ήταν καταπατημένα και ήταν «καλογερικά», που ανήκαν σε μία διαλυθείσα Μονή.

Τέτοια προίκα έδωκε ο γέρο-Σταθαρός στη θυγατέρα του. Άλλωστε αυτή ήταν μοναχοκόρη. Για τον εαυτό του, τη συμβία και το γιο του, είχε κρατήσει τις δύο νεόδμητες οικίες στη νέα πόλη, τα δύο αμπέλια πλησίον αυτής, δύο ελαιώνες και λίγα χωράφια και όσα μετρητά είχε.

* * *

Έως εδώ είχαν φθάσει οι αναμνήσεις της Φραγκογιαννούς, τη νύκτα εκείνη. Ήταν η ενδέκατη νύκτα από τον τοκετό της κόρης της.

Το θυγάτριο είχε υποτροπιάσει πάλι κι έπασχε δεινώς. Είχε έλθει άρρωστο στον κόσμο. Από την κοιλιά της μητέρας του, η φθορά το είχε παρακολουθήσει... Τη στιγμή εκείνη, σπασμωδικός βήχας ακούσθηκε και τα ξυπνητά όνειρα, οι αναμνήσεις, διεκόπησαν.

Κινήθηκε προς την πενιχρή στρωμνή, όπου ήταν ξαπλωμένη, έσκυψε πάνω απ΄ το παιδί και προσπάθησε να δώσει σ΄ αυτό πρόχειρη βοήθεια. Πλησίασε στο φως του λύχνου, μικρή φιάλη. Δοκίμασε να δώσει μία κουταλιά στα χείλη του μωρού. Το μικρό γεύτηκε το ρευστό και μετά μία στιγμή πάλι το ξέρασε.

Η λεχώνα κινήθηκε πάνω στο χαμηλό και στενό κρεβάτι της. Φαίνεται ότι δεν κοιμόταν καλά. Ήταν μόνο ναρκωμένη και είχε κλειστά τα βλέφαρα. Άνοιξε τα μάτια, ανασηκώθηκε δυο ή τρία δάκτυλα πάνω από το προσκέφαλο και ρώτησε:

— Πώς πάει, μάννα;

— Πως να πάει!... είπε αυστηρά η γριά, ησύχασε τώρα και συ!...

Τί θα κάμει!... δε θα βήξει;

— Πώς το βλέπεις, μάννα;

— Πως να το ιδώ;... Μωρό παιδί είναι... να, που ήρθε στον κόσμο κι αυτό!... πρόσθεσε με στρυφνό και αλλόκοτο ύφος η γριά.

Και μετά από λίγο, η λεχώνα αποκοιμήθηκε ησυχότερα.

Η γριά, μόλις έκλεισε λίγο τα μάτια την ώρα του όρθρου, μετά το τρίτο λάλημα του πετεινού.

Ξύπνησε από τη φωνή της κόρης της, της Αμέρσας, η οποία ήλθε πολύ πρωί από το μικρό σπίτι το γειτονικό, ανυπομονώντας να μάθει πώς είναι η λεχώνα και το μωρό και πως είχε περάσει τη νύκτα η μάννα της.

Η Αμέρσα, η δευτερότοκος, ήταν ανύπανδρη, γεροντοκόρη ήδη, αλλά προκομμένη πολύ, «μορφοδούλα», ονομαστή δε υφάντρια. Ήταν μελαψή, υψηλή, ανδρώδης και τα προικιά της και τα στολίδια τα κεντητά, τα οποία μόνη της είχε κατασκευάσει, βρίσκονταν κλεισμένα από χρόνων πολλών σε μεγάλη άκομψη κασέλα, και τα έτρωγε ο σκόρος και το σαράκι.

— Καλημέρα!... Πώς είστε;... Πώς περάσατε;

— Εσύ ΄σαι, Αμέρσα;... Να, πέρασε κι αυτή η νύχτα.  

Η γριά μόλις είχε ξυπνήσει κι έτριβε τα μάτια τραυλίζουσα.

Ακούσθηκε θόρυβος στο πλαγινό μικρό χώρισμα. Ήταν ο Νταντής ο Τραχήλης, ο σύζυγος της λεχώνας, που κοιμόταν πίσω από το λεπτό ξυλότοιχο, παραπλεύρως ενός άλλου κοριτσιού κι ενός παιδιού μικρής ηλικίας και είχε ξυπνήσει τη στιγμή εκείνη.

Μάζευε τα εργαλεία του, σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια και ετοιμαζόταν να πάει στον ταρσανά, να αρχίσει το μεροκάματο.

— Ακούς, τι σαμαντά κάνει! είπε η γριά. Δε μπορεί να μαζώξει τα σιδερικά του, χωρίς ν' ακουστεί. Όποιος τον ακούει, θαρρεί τι γίνεται!...

— «Γύφτικο σπίτι καίεται», είπε γελώντας ειρωνικά η Αμέρσα.

Ο θόρυβος των εργαλείων, τα οποία ο Νταντής, χωρίς να φαίνεται, πίσω από τον ξυλότοιχο, έριχνε ανά ένα μέσα στο ζεμπίλι του –σκεπάρνια, πριόνια, τριβέλια, κτλ.– ξύπνησε και τη λεχώνα, τη γυναίκα του.

— Τι είναι, μάννα;

— Τί να είναι!... Ο Κωνσταντής ρίχνει τα σύνεργά του μες στο ζεμπίλι!... είπε με στεναγμό η γριά.

— «Και βιο λογαριάζεις;»... συμπλήρωσε την παροιμία η Αμέρσα.

Ακούσθηκε τότε η φωνή του Κωνσταντή πίσω από το μικρό διάφραγμα.

— Ξυπνήσατε, πεθερά;... έλεγε, πώς περάσατε;

— Πώς να περάσουμε!... «Σαν την κότα στο μύλο...»

Έλα να πιείς το ρακί σου.

Ο Νταντής φάνηκε στην πόρτα του χειμερινού δωματίου. Ήταν ευρύστερνος, με άχαρο το κορμί, «αΐσκιωτος», όπως έλεγε η γριά πεθερά του και σχεδόν σπανός. Η γριά έδειξε στην Αμέρσα τη μικρή φιάλη με το ρακί, στο μικρό ράφι πάνω απ’ την εστία και της ένευσε να βάλει στο ποτηράκι, για να πιεί ο Κωνσταντής.

— Δεν έχει κανένα σύκο;... ρώτησε αυτός, άμα πήρε το ρακοπότηρο από το χέρι της γυναικαδέλφης του.

— Που να βρεθεί τέτοιο πράμα!... είπε η γριά Χαδούλα. «Σαράντα σταχτοκούλουρα» μας χρειάζοντ' εδώ, πρόσθεσε, εννοώντας τη σπατάλη η οποία συνήθως γίνεται και στα πτωχότερα σπίτια, εν καιρώ ενσκήψεως τέτοιου «αισίου γεγονότος», το οποίο είναι και η γέννηση κόρης.

— Θέλεις εσύ γαμπρό με μάτια; είπε ενθυμούμενη άλλη παροιμία η γυναικαδέλφη του, η Αμέρσα.

— Τουλόου σ' μην τον θέλεις τον σαστικό σου να' ναι στραβός; είπε χωρίς να πειραχθεί, ο Νταντής...

Εβίβα! Καλή σαράντιση!

Κι ήπιε απνευστί το μικρό ποτήρι.

— Καλό σας βράδυ!

Φορτώθηκε τη ζεμπίλα και πήγε για τον ταρσανά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η φωτιά λιγόστευε στο τζάκι, ο λύχνος τρεμόφεγγε στο μικρό φάτνωμα, η λεχώνα λαγοκοιμόταν στο κρεβάτι, το βρέφος έβηχε στην κούνια του και η γριά Φραγκογιαννού, όπως και τις προηγούμενες νύχτες, αγρυπνούσε στο στρώμα της.

Ήταν περί το πρώτο λάλημα του πετεινού, οπότε οι αναμνήσεις έρχονται σαν φαντάσματα.

Αφού την πάντρεψαν και την «εκουκούλωσαν» και την προίκισαν, με το σπίτι το ετοιμόρροπο, στο παλαιό ακατοίκητο Κάστρο και με το μποστάνι το χέρσο στην άγρια βορεινή εσχατιά και με το αγριοχώραφο το διαφιλονικούμενο από το γείτονα και από το Μοναστήρι, η νεόνυμφη με το σύζυγό της, κατοίκησε στο σπίτι της ανδραδέλφης της, της χήρας και άνοιξε νοικοκυριό με μικρά πράγματα.

Το προικοσύμφωνό της, ως τόσο, έγραφε λεπτομερώς ότι της είχαν δώσει τόσες φορεσιές ρούχα, τόσα πουκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες, όπως και δύο χαλκώματα, ένα τηγάνι, μία πυροστιά, κ.τ.λ. Ακόμη και μαχαιροπίρουνα και κουτάλια ανέγραφε το προικοσύμφωνο.

Η ανδραδέλφη, αμέσως τη Δευτέρα, την επομένη του γάμου, τα έλεγξε όλα και βρήκε ότι έλειπαν απ΄ τα γραμμένα στον κατάλογο δύο σεντόνια, δύο μαξιλάρια, ένα χάλκωμα, καθώς και μία πλήρης φορεσιά. Αυθημερόν δε παρήγγειλε της πεθεράς να φέρει αυτά που λείπουν. Η ιδιοτελής γριά απάντησε ότι «τα όσα έδωσε, είναι καλώς δοσμένα και είναι αρκετά». Τότε η ανδραδέλφη έβαλε στα λόγια τον αδελφό της, αυτός παραπονέθηκε στη νεόνυμφη, εκείνη δε του απάντησε: «Αν αγροικούσε το συφέρο του, δε θα δεχόταν να του γράψουν σπίτι στο Κάστρο, όπου μόνον τα στοιχειά κατοικούν και τι τον ωφελούν τα σεντόνια και τα πουκάμισα, αφού δεν ήταν ικανός να πάρει σπίτι κι αμπέλι κι ελιώνα;»

Κατά την εποχή του αρραβώνα, η Χαδούλα είχε δοκιμάσει πράγματι να σφυρίξει κάτι τέτοιο στ' αυτιά του γαμβρού. Αν και νέα πολύ ήταν, αλλά, χάρις στη φύση και στα μαθήματα της μητέρας της, τα εκούσια και τα ακούσια, είχε γίνει πολύ πονηρή, αναλόγως την ηλικία της. Αλλά η μάννα της, μυρίσθηκε το πράγμα και φοβούμενη μήπως αυτή, η μικρή Στριγλίτσα, καθώς ονόμαζε συνήθως την κόρη της, του σηκώσει τα μυαλά του γαμβρού, ώστε να πονηρέψει αυτός να ζητεί προικιά περισσότερα, εξάσκησε τυραννική επιτήρηση επί της κόρης και του αρραβωνιαστικού, μη επιτρέποντας την ελάχιστη ιδιαίτερη συνομιλία μεταξύ των δύο.

Τούτο το έκανε, προσχηματικά μεν για τη σεμνότητα:

— Δεν έχω.... να μου σκαρώσει κανένα πρωιμάδι... αυτή η Στριγλίτσα! είχε ειπεί.

Βλέπετε, τη μεταφορά του ρήματος τη λάμβανε από το επάγγελμα της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»), αλλά πράγματι το έκανε, για να μη αναγκασθεί να δώσει μεγαλύτερη προίκα.

Μία εσπέρα, την παραμονή του αρραβώνα, όταν ο γαμβρός με την αδελφή του είχαν έλθει στην οικία να συζητήσουν τα περί προικός, ενώ ο γέροντας ναυπηγός υπαγόρευε το προικοσύμφωνο στον Αναγνώστη το Συβία, ψάλτη της εκκλησίας, ο οποίος είχε βγάλει το ορειχάλκινο καλαμάρι του από τη ζώνη, την από πτερό χήνας πέννα από τη μακριά θήκη του καλαμαριού, που έμοιαζε πολύ με πιστόλα και βάζοντας στα γόνατά του το βιβλίο του Αποστόλου κι επάνω στο βιβλίο τεμάχιο χονδρού χαρτιού, είχε γράψει καθ' υπαγόρευση του γέροντα.

«Εις τ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος... υπανδρεύω την κόρην μου Χαδούλαν με τον Ιωάννην Φράγκον και της δίνω πρώτον την ευχήν μου...», η Χαδούλα στεκόταν αντίκρυ απ΄την εστία, δίπλα στην τέμπλα - τη στήλη δηλαδή των στρωμάτων, παπλωμάτων και προσκέφαλων, τη σκεπαστή με μεταξωτό σεντόνι και επιστρεφόμενη με δύο τεράστιες προσκεφαλάδες - ακίνητη και καμαρώνοντας, κατά το φαινόμενο, όπως η τέμπλα... αλλά όμως ένευε κρυφά, ανυπόμονα, καίτοι με μεγάλη προφύλαξη, ένευε στον αρραβωνιαστικό, ένευε στην ανδραδέλφη, να μη δεχθούν ως προίκα «σπίτι στο Κάστρο» και «χωράφι στο Στοιβωτό», αλλά να απαιτήσουν σπίτι στη νέα πόλη και αμπέλι κι ελαιώνα, στην περιοχή της νέας πόλης.

Μάταια. Ούτε ο γαμβρός, ούτε η ανδραδέλφη είδαν τα απελπισμένα νεύματα. Μόνο η γριά, η μητέρα της, η οποία, αν και ήταν αναγκασμένη να στρέφει τα νώτα προς την κόρη, για να αντιμετωπίζει φιλοφρόνως τη συμπεθέρα και το γαμβρό, είχε καθίσει όμως με τέτοιον τρόπο, ώστε να έχει μόνο τη μία πλάτη γυρισμένη προς τη νέα, αίφνης, σαν να την πληροφόρησε αόρατο πνεύμα ότι κάτι έτρεχε, στράφηκε απότομα προς την θυγατέρα της και είδε τα απαγορευμένα «καμώματά» της.

Αμέσως εκτόξευσε βλέμμα φοβερής απειλής προς αυτήν.

— Ε! μωρή Στριγλίτσα! ψιθύρισε μέσα της. Έννοια σου!... κι εγώ σε σώζω.

Ευθύς όμως κατόπιν, σκέφθηκε ότι δεν θα συνέφερε να κάμει λόγο γι' αυτό το πράγμα στην κόρη της, γιατί φοβήθηκε μην της δώσει αφορμή να παραπονεθεί στον πατέρα της. Και τότε τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα βεβαίως. Ο γέρος πιθανώς θα εκάμπτετο στις ικεσίες και τα κλάματα της μοναχοκόρης και θα έδιδε περισσότερη προίκα. Οπότε σιώπησε.

Η Χαδούλα θαύμασε, πως ενώ η μητέρα της ολοφάνερα την είχε ιδεί να κάνει τα ριψοκίνδυνα εκείνα νεύματα, για πρώτη φορά στη ζωή της, όταν βρέθηκαν μόνες, δεν της έδωκε ούτε νυχιές, ούτε τσιμπιές, ούτε δαγκωματιές, πράγμα το οποίο, άλλωστε, συχνά συνήθιζε. Σημειωτέον ότι η προικοδοσία της οικίας στο παλαιό ακατοίκητο χωριό, είχε τούτο το ευλογοφανές, ότι πολλές οικίες σώζονταν ακόμα στο Κάστρο, ότι μερικές οικογένειες συνήθιζαν να διαμένουν το καλοκαίρι εκεί και ότι στη φαντασία των ανθρώπων υπήρχε προκατάληψη υπέρ του «Παλαιού Χωριού», το οποίο πονούσαν οι γεροντότεροι και δεν είχαν συνηθίσει ακόμα ούτε στη νέα τάξη

των πραγμάτων, ούτε σε βίο ειρηνικό, χωρίς επιδρομές κλεφτών και πειρατών και της Τουρκικής αρμάδας και η εγκατάσταση στη νέα πόλη δεν ενομίζετο οριστική, αλλά υπήρχε προσδοκία ότι οι άνθρωποι θα βιάζονταν και πάλι να επανέλθουν στα παλαιά, τα «μαθημένα» τους. Κι ενώ όλο το Κάστρο αναπολούσαν και το Κάστρο λυπόνταν και το ρέμβαζαν και το είχαν στο στόμα, δεν έπαυαν όμως να κτίζουν οικοδομές στο νέο συνοικισμό. Όπως αποδειχτεί για μυριοστή φορά ότι οι άνθρωποι συνήθως άλλα σκέπτονται και άλλα κάνουν και ότι μιμούνται ο ένας τον αλλον μηχανικά.

Έτσι λοιπόν, μετά δύο εβδομάδες από τον αρραβώνα τελέσθηκε ο γάμος. Έτσι θέλησε η πεθερά. Δεν της άρεσκε, όπως έλεγε, να έχει γαμβρό αστεφάνωτο να συχνάζει στο σπίτι, αφού είχε θάρρος από πριν, ως συντεχνίτης και παραγιός του ανδρός της.

Και η ανδραδέλφη, χήρα, ηλικιωμένη, με ένα παιδί έφηβο, εργαζόμενο επίσης στο ναυπηγείο και ένα άλλο παιδί κι ένα κορίτσι ανήλικα, δέχθηκε στο σπίτι το νέο ανδρόγυνο. Έπειτα, μετά ένα έτος, γεννήθηκε το πρώτο παιδί, ο Στάθης και δεύτερη η Δελχαρώ, ακολούθως ο Γιαλής, κατόπιν ο Μιχάλης, ακολούθως η Αμέρσα, μετά απ΄ αυτήν ο Μητράκης, και τελευταία η Κρινιώ. Κατά τους πρώτους χρόνους φαινόταν να βασιλεύει ειρήνη στο σπίτι. Έπειτα, όταν άρχισαν να μεγαλώνουν τα δύο πρώτα παιδιά της νύφης, είχαν δε μεγαλώσει αρκετά και τα δύο τελευταία της ανδραδέλφης, άρχισε πόλεμος μέσα στο σπίτι.

Τότε η Φραγκογιαννού, που με την ηλικία και την πείρα του κόσμου γινόταν πολύ σοφότερη, είχε αξιωθεί, όπως έλεγε μετριόφρονα, να αποκτήσει κι αυτή ένα σπιτάκι δικό της, χάρη στην επιδεξιότητά της και την οικονομία της. Τη μία χρονιά μπόρεσε μόνο να κτίσει τέσσερις τοίχους λασπόκτιστους, μικρούς και χαμηλούς και να τους στεγάσει, τη δεύτερη χρονιά κατόρθωσε να πετσώσει κατά τα τρία τέταρτα το σπίτι, δηλαδή να κατασκευάσει μικρό πάτωμα, με διάφορα σανίδια, ανόμοια παλαιά και νέα και, χωρίς να χάσει καιρό, ανυπομονώντας, πότε να «ξελευθερωθεί» από την τυραννία της ανδραδέλφης, η οποία γέραζε και γινόταν παράξενη, κουβαλήθηκε κι επήγε να εγκατασταθεί, μαζί με το σύζυγο και τα τέκνα, στην «γωνίαν» της, στην «φωλιάν» της, στην «άκρην» της.

Την ημέρα εκείνη, όπως έλεγε η ίδια, αισθάνθηκε τη μεγαλύτερη χαρά στην «ζήσην» της.

Όλα αυτά τα θυμόταν και κατά κάποιον τρόπο τα ξαναζούσε η Φραγκογιαννού, κατά τις μακρές εκείνες άυπνες νύκτες του Ιανουαρίου, ενώ ο βοριάς ακουγόταν κατά διαλείμματα να συρίζει έξω, χτυπώντας τα κεραμίδια και κάνοντας να ηχούν τα παράθυρα, όποτε αγρυπνούσε πλάι το λίκνο της μικρής εγγονής της. Ήταν ήδη τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυκτα και ο πετεινός λάλησε και πάλι.

Το κορίτσι, το οποίο μόλις είχε ησυχάσει προ μικρού, άρχισε να βήχει εκ νέου οδυνηρά. Είχε έλθει ασθενικό στον κόσμο και επίσης, φαίνεται ότι είχε κρυώσει την τρίτη ημέρα, στα «κολυμπίδια», όταν το είχαν λούσει μέσα στη σκάφη και κακός βήχας το είχε κολλήσει.

Η Φραγκογιαννού άπληστα από ημερών, παραμόνευε να ιδεί συμπτώματα σπασμών στο μικρό ασθενές πλάσμα - επειδή τότε ήξερε, ότι αυτό δε θα σωζόταν - πλην ευτυχώς τέτοιο πράγμα δεν έβλεπε. «Είναι για να βασανίζεται και να μας βασανίζει», είχε σιγοψιθυρίσει, χωρίς κανείς να την ακούσει, μέσα της.

Τη στιγμή αυτή, η Φραγκογιαννού άνοιξε τα κλειστά αγρυπνούντα μάτια και κούνησε το κρεβατάκι. Συγχρόνως θέλησε να δώσει το σύνηθες ρευστό στο πάσχον μωρό.

— Ποιος βήχει; ακούσθηκε μία φωνή πίσω από το μεσότοιχο.

Η γριά δεν απάντησε. Ήταν Σάββατο βράδυ και ο γαμβρός της είχε πιει ένα ρακί παραπάνω, πριν δειπνήσει, ομοίως είχε πιει, μετά το δείπνο κι ένα μεγάλο ποτήρι από λάκυρο κρασί, για να ξεκουραστεί από τα μεροκάματα όλης της εβδομάδας. Λοιπόν, ο Νταντής, επειδή είχε πιει αρκετά, αναλόγως, μιλούσε μέσα στον ύπνο του ή μάλλον παραμιλούσε.

Το μωρό δε δέχθηκε τη ρανίδα του ρευστού στο στόμα, αλλά την έδιωξε με τη γλωσσίτσα του και την ορμή του βήχα, που είχε αυξηθεί πάρα πολύ.

— Σκασμός!... είπε πάλι ο Κωνσταντής, ο πατέρας του βρέφους, μέσα στον ύπνο του.

— Και πλαντασμός!... πρόσθεσε   με ειρωνεία η Φραγκογιαννού.

Η λεχώνα ξαφνίστηκε μέσα στον ύπνο της, ακούγοντας ίσως το βήχα του μικρού και συγχρόνως τον αλλόκοτο σύντομο διάλογο, που διαμείφθηκε μέσω του ξυλότοιχου μεταξύ του κοιμώμενου και της αγρυπνούσας.

— Τι είναι, μάννα; Είπε, αφού ανασηκώθηκε η Δελχαρώ.

Δεν είναι καλά το παιδί;

Η γριά μειδίασε στρυφνά στο τρομώδες φως του μικρού λύχνου.

— Σα σ' ακούω, δυχατέρα!...

Αυτό το «σα σ' ακούω, δυχατέρα», ελέχθη με τόνο πολύ αλλόκοτο. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά, κατά την οποία η νεαρή μητέρα άκουγε κάτι τέτοιο εκ μέρους της μητέρας της. Θυμόταν ότι και άλλοτε συνέβη, η γριά μεταξύ γυναικών και γραϊδίων της γειτονιάς, να εκφράσει, μετά από εκφραστικό σείσιμο της κεφαλής, σε ώρες κατά τις οποίες γινόταν λόγος περί της μεγάλης πληθώρας των νεαρών κοριτσιών, περί της σπανιότητας, περί του ξενιτεμού και των υπέρμετρων απαιτήσεων των γαμβρών, περί των βασάνων όσα υπέφερε μία χριστιανή για να αποκαταστήσει «τ' αδύνατα μέρη», δηλαδή τα θήλεα, να εκφράσει, λέγω, παραπλήσια αισθήματα.

Όταν μάλιστα η μητέρα της άκουγε περί αρρώστιας μικρών κορασίδων είχε ακουσθεί, σείοντας την κεφαλή, να λέγει:

— Σα σ' ακούω γειτόνισσα!... «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» επειδή συνήθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίες πολύ εκφραστικές. Και άλλοτε πάλι, την άκουσαν να δογματίζει ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάνει πολλά κορίτσια και ότι το καλύτερο είναι να μη πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθης ευχή της προς τα μικρά κορίτσια ήταν «να μη σώσουν!... Να μην πάνε παραπάνω!»

Και άλλοτε είχε πει:

— Τι να σας πω!... Έτσι του 'ρχεται τ' ανθρώπου, την ώρα που γεννούνται, να τα καρυδοπνίγει!...

Ναι μεν το είπε, αλλά βεβαίως δεν θα ήταν ικανή να το κάμει ποτέ... Και η ίδια δεν το πίστευε.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Έτσι, είχαν περάσει πολλές νύκτες από τον τοκετό της Δελχαρώς της Τραχήλαινας. Αφού το μικρό βαπτίσθηκε και ονομάστηκε Χαδούλα, με τ' όνομα της μάμμης του - το οποίο έκαμε εκείνη να μορφάζει σείοντας την κεφαλή και να ψιθυρίζει «μην τύχη και χαθεί τ' όνομα!» - πάλι η γριά αγρυπνούσε, αν και το μωρό φαινόταν να είναι κάπως καλύτερα. Άλλωστε η αγρυπνία ήταν στη φύση και την ιδιοσυγκρασία της Φραγκογιαννούς, η οποία σκεπτόταν χίλια πράγματα και είχε τον ύπνο δύσκολο. Οι λογισμοί και οι αναμνήσεις της, μαύρες εικόνες του παρελθόντος, έρχονταν αλλεπάλληλες σαν κύματα μέσα στο νου της, μπροστά στα μάτια της ψυχής της.

Είχε καρπογονήσει λοιπόν η Χαδούλα τόσα τέκνα και είχε κτίσει μικρό σπίτι για να κατοικήσει. Όταν αύξανε η οικογένεια, τόσο αύξαναν και τα «φαρμάκια». Ναι, από τις ίδιες οικονομίες της είχε αποκτήσει το μικρό σπίτι η Γιαννού και όχι από τα περισσεύματα του συζύγου της. Ο μαστρο-Γιάννης ο "Σκούφος" ή ο "Λογαριασμός", δεν ήξερε, πράγματι, να λογαριάσει καλά ούτε πόσα μεροκάματα είχε δουλέψει, ούτε πόσα κάνουν τέσσερα ή πέντε ή έξι μεροκάματα της εβδομάδας προς μία και 75 ή μία και 80, διότι τόσα έπαιρνε ως τρίτης τάξεως μαραγκός. Όταν ενίοτε, ως καλαφάτης, πληρωνόταν προς 2.35 ή 2.40, πάλι δεν ήξερε να τα λογαριάσει.

Μόνο του άρεσε να τα πίνει, σχεδόν όλα, την Κυριακή. Αλλά ευτυχώς η σύζυγός του είχε λάβει τα μέτρα της κι έπαιρνε αυτή τα λεπτά στα χέρια της το Σάββατο το βράδυ. Ή τα εισέπραττε κατ' ευθείαν από τον πρωτομάστορη, όχι χωρίς τσακωμούς και δυσκολίες, επειδή ο πρωτομάστορης δεν ήθελε να της τα δώσει προτιμώντας να τα δώσει στο μαστρο-Γιάννη τον ίδιον, από τον οποίο μάλιστα κρατούσε, καθώς και απ' όλους τους άλλους, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά ως έκτακτα ποσοστά, λέγοντας «έχω κορίτσια, βρε αδερφέ, έχω κορίτσια!». Αλλά η Φραγκογιαννού που να γελαστεί! Αυτή του έδιδε τη μόνη λογική και τη μόνη πρέπουσα απάντηση:

«Εσύ μονάχα έχεις κορίτσια μάστορη; Ο άλλος κόσμος δεν έχουν;»

Ή, αν δεν κατόρθωνε να τα πάρει η ίδια από τον αρχιναυπηγό, η Γιαννού τα άρπαζε, «σα χωρατά, σαν αλήθεια», από τα χέρια του συζύγου της, αφού φρόντιζε πρώτα να τον «καλοκαρδίσει» και να τον φέρει στην κατάλληλη ψυχολογική θέση. Ή, τέλος, τον άφηνε να κοιμηθεί μισοζαλισμένος και τα έκλεβε από τα ρούχα του, τη νύκτα του Σαββάτου. Μόνο την Κυριακή πρωί, του έδινε για «χαρτζιλίκι» σαράντα ή πενήντα λεπτά.

Λοιπόν είχε κτίσει το σπιτάκι από τις οικονομίες της, αλλά ποια ήταν η πρώτη βάση του μικρού εκείνου κεφαλαίου; Την ώρα αυτή, κατά τη νύκτα της αγρυπνίας, για πρώτη φορά το εξομολογείτο στον εαυτό της. Ποτέ δεν το είχε ειπεί ούτε στον πνευματικό της, στον οποίον άλλωστε πολύ μικρά πράγματα έλεγε, ακριβώς εκείνα μόνο τα συνήθη αμαρτήματα, όσα εκείνος ήξερε προτού να τα ειπεί αυτή, δηλαδή κακολογία, θυμούς, γυναικείες κατάρες και τα τοιαύτα.

Ποτέ δεν το είχε ομολογήσει στην μητέρα της, εφ' όσον ζούσε εκείνη, η οποία άλλωστε ήταν η μόνη που το υποπτευόταν και το ήξερε χωρίς να της τα ειπεί αυτή. Ναι, είναι αλήθεια, ότι μελετούσε και είχε απόφαση να της τα πει κατά τις τελευταίες στιγμές της.

Αλλά δυστυχώς η γριά, πριν πεθάνει, συνέβη να βουβαθεί και να κουφαθεί και να μείνει αναίσθητη «σαν πράμα», όπως περιέγραφε την κατάσταση αυτήν η κόρη της κι έτσι δεν δόθηκε ευκαιρία να της ομολογήσει το πταίσμα της.

Ακόμη λιγότερο, δεν το είπε ποτέ στον πατέρα της, ούτε στο σύζυγό της. Ιδού ποιο ήταν το μυστικό τούτο.

Προ του γάμου της η Χαδούλα, είχε αρχίσει να κλέβει από λίγα-λίγα από τα χρήματα του πατέρα της, από λίγους παράδες, από μισό γρόσι. Τόσο λίγα, ώστε σχεδόν δεν το αισθάνθηκε ούτε το υποπτεύθηκε εκείνος. Μόνο δύο φορές είχε εννοήσει ο ίδιος, ότι είχε κάμει εσφαλμένο το λογαριασμό του μικρού θησαυρού του.

Το θησαυρό τούτο τον απέθετε σε μία κρύπτη, την οποία προ πολλού είχε ανακαλύψει η γριά, μετά καιρό δε ανακάλυψε και η κόρη. Τότε προσωρινά, η Χαδούλα διέκοψε τις κλοπές, για να μη δώσει λαβή μεγαλύτερης υπόνοιας στον πατέρα της. Αργότερα, πάλι ξανάρχισε να κλέβει περισσότερα, αλλά δεν «έπιανε χαρτωσιά» εμπρός στις κλοπές της μητέρας της.

Αυτή είχε κλέψει πολλά, αλλά με τέχνη και μέθοδο. Έκλεβε τα περισσότερα από τις άλλες επιχειρήσεις, στις οποίες είχε κατά μεγάλο μέρος τη διαχείριση, καθώς από πώληση ελαίου και οίνου, προϊόντων των κτημάτων της οικογένειας και λίγα, σχεδόν όσα και η κόρη τους, από τα μεροκάματα του γέρου. Μετά χρόνους, όταν άνοιξαν οι δουλειές κι ο γέρο-Στάθης έγινε μικροαρχιναυπηγός - σκάρωνε βάρκες και καΐκια μοναχός του, βοηθούμενος από το γιο και από τον παραγιό του, στο προαύλιο του σπιτιού - τότε η γριά μπόρεσε να κλέψει αρκετά και από τα κέρδη της ναυπηγικής τέχνης.

Τελευταία, λίγους μήνες προ το γάμο της, η Χαδούλα είχε κατορθώσει να ανακαλύψει την κρύπτη όπου είχε το κομπόδεμα η μητέρα της. Σε μία τρύπα του κατωγιού, ανάμεσα στα πιθάρια τα μισογεμάτα και τα βαρέλια τ' αδειανά, βρισκόταν μία πλατιά και μακριά λωρίδα μαύρης μαντήλας, όπου η γριά είχε δεμένα «σαν σκυλιά» εκατόν εβδομήντα τόσα αργυρά τάλιρα, άλλα κολονάτα, άλλα ρηγίνες και άλλα τουρκικά, όλα κλεμμένα από τα κέρδη του γέρου και τα προϊόντα των κτημάτων. Η κόρη, με ευχάριστη έκπληξη και με συγκίνηση τρομώδη, μέτρησε τα τάλιρα, τα σκυλοδεμένα και έπειτα τα έβαλε πάλι στην τρύπα, χωρίς να τολμήσει να τα πειράξει.

Αλλά την παραμονή του γάμου, το βράδυ, την ώρα που νύχτωνε - όταν είδε την επιμονή των γονέων της, να μη θέλουν να της δώσουν αρκετή προίκα και είδε την απονιά της μητέρας της - παραφύλαξε την ώρα που η γριά βγήκε προς στιγμήν από την οικία για ένα θέλημα, κατέβηκε με παλμό καρδιάς κρυφά στο κατώγι, έψαξε και βρήκε το κομπόδεμα το σκυλοδεμένο και το έλυσε. Αυτή τη φορά της φάνηκαν σαν λίγα. Καιρό δεν είχε να τα μετρήσει. Ίσως η γριά να είχε αφαιρέσει μερικά από τα τάλιρα και είχε κάμει χρήση για άγνωστους σκοπούς.

Της ήλθε η ιδέα να πάρει το κομπόδεμα όλο, αυτούσιο μαζί με τη λωρίδα της παλιάς μαντήλας της μητέρας της, αλλά φοβήθηκε, πήρε μόνο οκτώ ή εννέα τάλιρα καταρχάς, τόσα, όσα φανταζόταν ότι η απουσία τους δε θα επέφερε μεγάλη διαφορά στον όγκο και δε θα ήταν αμέσως αισθητή, έπειτα έκαμε να το δέσει, ακολούθως πάλι το άνοιξε, πήρε άλλα πέντε ή έξι, το όλον δεκαπέντε. Κατόπιν πάλι, ενώ το έδενε, εκ νέου έκαμε κίνημα να το λύσει, με σκοπό να πάρει άλλα δύο ή τρία ακόμη. Αίφνης τότε άκουσε το βήμα της μητέρας της έξω. Βιαστικά έδεσε το κομπόδεμα και το έβαλε στη θέση του.

Λίγες μέρες μετά το γάμο, η γριά ανακάλυψε την κλοπή. Αλλά δεν θέλησε να πει τίποτε στην κόρη της. Έμεινε ευχαριστημένη διότι εκείνη δεν τα πήρε όλα. «Στραβωμάρα είχε!» είπε ανάμεσα στα δόντια της.

Το ποσό εκείνο, το οποίο η Χαδούλα είχε κλέψει κατά καιρούς από τους γονείς της, ανερχόμενο περίπου σε τετρακόσια γρόσια, το νόμισμα της εποχής εκείνης, έκρυβε επί τόσα χρόνια επιμελώς. Αλλά για να κτίσει το σπίτι, το αύξησε με την ικανότητά της. Ήταν βεβαίως εργατική και επιδέξια. Όσο της επέτρεπαν οι μέριμνες της ανατροφής τόσων αλλεπάλληλων τέκνων, ξενοδούλευε. Αλλά στους μικρούς τόπους «δεν υπάρχουν ειδικοί, αλλά πολυτεχνίτες» και όπως ένας μπακάλης κωμοπόλεως είναι συγχρόνως και έμπορος ψιλικών και φαρμακοπώλης, αλλά και τοκογλύφος, έτσι και μία καλή υφάντρια, όπως ήταν η Φραγκογιαννού, τίποτα δεν την εμπόδιζε να κάνει συγχρόνως και τη μαμή ή την ψευδογιάτρισσα και άλλα επαγγέλματα ακόμη να εξασκεί, αρκεί να είναι επιτήδεια. Και η Φραγκογιαννού ήταν πολύ επιτήδεια μεταξύ όλων των γυναικών.

Έδινε βότανα, έκανε κηραλοιφές, έκανε εντριβές, θεράπευε τη βασκανία, παρασκεύαζε φάρμακα για τις πάσχουσες, για τις χλωρωτικές και αναιμικές κόρες, για τις εγκύους και τις λεχώνες και τις από μητρικές αλγηδόνες πάσχουσες. Με το καλάθι υπό τον αγκώνα του αριστερού χεριού, ακολουθούμενη από τα δύο τελευταία τέκνα της, το Δημητράκη, οκτώ ετών και την Κρινιώ, έξι ετών, έβγαινε στους αγρούς, ανέβαινε στα όρη, διέτρεχε φαράγγια, κοιλάδες και ρέματα, έψαχνε να βρει τα βότανα, όσα αυτή γνώριζε - την αγριοκρομμύδα, τη δρακοντιά, το τρίμερο και άλλα ακόμη - τα έκοβε ή τα ξερίζωνε, γέμιζε το καλάθι της κι επέστρεφε το βράδυ στο σπίτι.

Με αυτά τα βότανα κατασκεύαζε διάφορα μαντζούνια, τα οποία σύσταινε ως αλάνθαστα ιατρικά κατά των χρόνιων πόνων, του στήθους, της κοιλιάς, των εντέρων κτλ. Με τη βοήθεια όλων αυτών των μέσων, λίγα κέρδιζε, αλλά ήταν οικονόμος και κατόρθωσε, με τον καιρό, να κτίσει τη μικρή φωλιά της. Αλλά οι νεοσσοί είχαν αρχίσει να ξεπετούν ήδη, να φεύγουν στα ξένα!

Κατά την εποχή εκείνη, ο πρώτος γιος της, εικοσαετής ήδη, ο Σταθαρός, είχε ξενιτευτεί στην Αμερική, αφού δε έστειλε ένα ή δύο γράμματα, σιώπησε και έκτοτε δεν είχε δώσει σημείο ζωής. Μετά τρία χρόνια, ο δεύτερος γιος της, ο Γιαλής, είχε μεγαλώσει κι αυτός και μπαρκάρισε.

Και οι δύο, στα μικρά τους χρόνια, είχαν δοκιμάσει την τέχνη του πατέρα τους, αλλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος πρόκοψαν πολύ, ούτε αρκέσθηκαν σ΄ αυτήν. Ο Γιαλής, ως φιλόστοργος γιος και αδελφός, έγραψε προς την μητέρα του από τη Μασσαλία, όπου είχε πάει με ένα πατριώτικο καράβι, ότι αποφάσισε κι αυτός να πάει στην Αμερική, να ιδεί τι γίνεται ο μεγάλος αδερφός του, ίσως τον ανακαλύψει κάπου. Αλλά παρήλθαν καιροί και χρόνοι έκτοτε και ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ακούστηκαν πλέον.

Τότε έλαβε αφορμή η μητέρα τους, να θυμηθεί ένα παραμύθι του λαού από τα αστειότερα, στο οποίο γίνεται λόγος περί στρώματος από μέλι, στο οποίο κόλλησαν διαδοχικά και ο πρώτος αποσταλείς γιος της γριάς, για να συλλέξει και να φέρει από κει το μέλι και ο δεύτερος γιος, που είχε σταλεί για να ξεκολλήσει τον πρώτο και

ο τρίτος, που στάλθηκε για να φέρει πίσω και τους δύο και ο γέρος, ο οποίος πήγε να ιδεί τι γίνονται οι γιοι του. Τέλος, αυτή η γριά, η οποία στο τέλος αποφάσισε να πάει να ιδεί, από μακριά όμως - γιατί, ως γριά, είχε τόση πονηριά - τι έγιναν ο Γέρος και τα παιδιά και δεν γύρισαν πίσω από το «θέλημα», στο οποίο τους είχε στείλει, μόλις αυτή γλύτωσε και δεν κόλλησε.

Τότε στραφείσα προς τους τέσσερις, κολλημένους τους είπε:

«Α! αυτό σας μέλει; Εμένα δεν με μέλει!»

Εν τω μεταξύ, ενώ ο Σταθαρός κι ο Γιαλής είχαν ξενιτευτεί στην Αμερική και είχαν φάει λωτό ή είχαν πιει την Λήθη, η Δελχαρώ, η πρώτη κόρη, πρωτότοκος μετά τους ξενιτεμένους αδελφούς της, μεγάλωνε, ολοένα μεγάλωνε. Κι η Αμέρσα, σχεδόν τέσσερα χρόνια μικρότερη από την αδελφή της, μεγάλωνε κι αυτή παράλληλα με τη Δελχαρώ κι «έριχνε μπόι», γινόταν ανδρώδης, μελαψή και ζωηρή κι οι γειτόνισσες την ονόμαζαν «το σερνικοθήλυκο». Κι εκείνη η μικρή, το Κρινάκι, η οποία δεν είχε αλίμονο! του κρίνου το χρώμα, αν και φυσικά ισχνή, έδειχνε ήδη συμπτώματα ανάπτυξης.

Πως μεγαλώνουν, Θεέ μου! σκέπτεται η Φραγκογιαννού. Ποιος κήπος, ποιο λιβάδι, ποια άνοιξη παράγει αυτό το φυτό! Και πως βλαστάνει και θάλλει και φυλλομανεί και φουντώνει! Και όλοι αυτοί οι βλαστοί, όλα τα νεόφυτα, θα γίνουν μία ημέρα πρασιές, λόχμες, κήποι; Και έτσι θα εξακολουθεί; Και κάθε οικογένεια στη γειτονιά και στη συνοικία και στην πόλη, είχαν από δύο έως τρία κοράσια. Μερικές είχαν τέσσερα, άλλες πέντε. Μία μητέρα είχε έξι θυγατέρες χωρίς κανένα γιο, άλλη μία είχε επτά κι έναν γιο, ο οποίος φαινόταν προορισμένος να φανεί άχρηστος.

Λοιπόν όλοι αυτοί οι γονείς, όλα τα ανδρόγυνα, όλες οι χήρες, ανάγκη πάσα και χρέος απαραίτητο, να παντρέψουν όλες αυτές τις κόρες - και τις πέντε και τις έξι και τις επτά! Και να δώσουν σε όλες προίκα. Κάθε πτωχή οικογένεια, κάθε μητέρα χήρα, με δύο στρέμματα αγρούς, μ' ένα πενιχρό οικίσκο, ταλαιπωρούμενη, ξενοδουλεύοντας - είτε κολλήγισα άλλων ευπορότερων οικογενειών στα κτήματα, στις συκές και τις μουριές - συλλέγουσα φύλλα, παράγουσα λίγο μετάξι ή τρέφοντας δύο ή τρεις αίγες ή αμνάδες - γινομένη κακή με όλους τους γείτονες, πληρώνοντας πρόστιμα για μικρές ζημιές - φορολογουμένη άσπλαχνα, τρώγοντας κρίθινο ψωμί ποτισμένο με ιδρώτα αλμυρό - όφειλε εξάπαντος «ν' αποκαταστήσει» όλα τα θήλεα τούτα και να δώσει πέντε, έξι ή επτά προίκες!

Ω Θεέ μου!

Και ποιες προίκες, κατά τα νησιώτικα έθιμα. «Σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά, ελιώνα στο Λεχούνι, χωράφι στο Στροφλιά». Αλλά κατά τους τελευταίους χρόνους, περί τα μέσα του αιώνα, είχε κολλήσει και άλλη ψώρα. Το «μέτρημα», εκείνο το οποίο στην Κωνσταντινούπολη ονομαζόταν «τράχωμα», συνήθεια την οποία, αν δεν απατώμαι, είχε αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Όφειλε έκαστος να δώσει και μετρητή προίκα. Δύο χιλιάδες, χίλιες, πεντακόσιες, αδιάφορο. Αλλιώς, ας είχε τις κόρες του να τις καμαρώνει.

Ας τις έβαζε στο ράφι. Ας τις έκλεινε στο ντουλάπι. Ας τις έστελνε στο Μουσείο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Έως εδώ είχαν φθάσει οι αναμνήσεις και οι λογισμοί της αγρυπνούσας γριάς.

Ελάλησε για δεύτερη φορά ο πετεινός.

Θα είχαν περάσει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ιανουάριος ο μήνας. Χρόνος η νύκτα. Βοριάς φυσούσε. Η φωτιά στην εστία έσβηνε.

Η Φραγκογιαννού αισθάνθηκε ρίγος στη ράχη και παγωμένα τα πόδια της. Ήθελε να σηκωθεί να φέρει λίγα ξύλα έξω από τον πρόδομο, για να τα ρίξει στο τζάκι, να ξανάψει τη φωτιά.

Αλλά αργοπορούσε και αισθανόταν μικρή νάρκη, ίσως το πρώτο σύμπτωμα του επερχόμενου ύπνου.

Τη στιγμή εκείνη, τόσο παράωρα, ενώ είχε κλειστά τα μάτια, χτύπησε απρόσμενα η πόρτα. Η γριά ξαφνίστηκε. Δεν ήθελε να φωνάξει «ποιος είναι», για να μην ξυπνήσει τη λεχώνα, αλλά απετίναξε τη νάρκη της, η οποία είχε διακοπεί ήδη απότομα από τον κρότο της πόρτας τον οποίο είχε ακούσει, σηκώθηκε σιγά και βγήκε απ΄το δωμάτιο.

Πριν φθάσει στην έξω πόρτα, άκουσε διακριτική, ψιθυριστή φωνή:

— Μάννα!

Αναγνώρισε τη φωνή της Αμέρσας. Ήταν η δευτερότοκος κόρη της.

— Τί έπαθες, αρή;... Τί σου ήρθε, τέτοια ώρα;

Και άνοιξε την πόρτα.

— Μάννα, επανέλαβε με ασθμαίνουσα φωνή η Αμέρσα.

Τί κάνει το κορίτσι;... μην πέθανε;

— Όχι... κοιμάται, τώρα ησύχασε, είπε η γριά. Πώς σου ήρθε;

— Είδα στον ύπνο μου πως πέθανε, είπε με πάλλουσα ακόμη φωνή η ψηλή γεροντοκόρη.

— Αμ' σαν είχε πεθάνει, τάχα τί; είπε κυνικά η γριά...

Και σηκώθηκες... κι ήρθες να ιδείς;

Το σπίτι της Γιαννούς, όπου αυτή συνήθως κατοικούσε με τις δύο άγαμες θυγατέρες της - καθότι προσωρινά τώρα διανυκτέρευε πλησίον της λεχώνας - βρισκόταν λίγες δεκάδες βήματα βορεινότερα, παρέκει. Αυτή η οικία της Δελχαρώς είχε δοθεί προικώα σ΄ αυτήν, ήταν δε αυτή η παλαιά οικία, που κτίστηκε από τις οικονομίες της Χαδούλας και από τον πρώτον πυρήνα τον οποίον είχε σχηματίσει από το κομπόδεμα των αείμνηστων γονέων της. Ύστερα από λίγα χρόνια μετά το γάμο της Δελχαρώς, είχε κατορθώσει η μητέρα της να αποκτήσει και δεύτερη φωλεά, μικρότερη και φτωχότερη της πρώτης, στην ίδια συνοικία. Δύο ή τρία σπίτια χώριζαν τη δεύτερη από την πρώτη.

Από εκείνη λοιπόν τη νεόκτιστη οικία είχε έλθει τόσο παράωρα η Αμέρσα, που δε φοβόταν τα στοιχειά τη νύκτα, ήταν δε τολμηρή και αποφασιστική κόρη.

— Κι εσηκώθεις;... κι ήρθες να ιδείς;

— Ξαφνίστηκα μες τον ύπνο μου, μανούλα. Είδα πως πέθανε το κορίτσι και πως εσύ είχες ένα μαύρο σημάδι στο χέρι σου.

— Μαύρο σημάδι;...

— Ήθελες τάχα, να σαβανώσεις το κορίτσι. Και την ώρα που το σαβάνωνες, μαύρισε το χέρι σου... και πως έβαλες, τάχα, το χέρι σου στη φωτιά, για να ξεμαυρίσει.

— Μπα! αλαφροΐσκιωτη! είπε η γριά Χαδούλα... Κι έκαμες κουτουράδα κι ήρθες, τέτοιαν ώρα...

— Δεν μπορούσα να ησυχάσω, μάννα.

— Και δεν σ' ένοιωσε το Κρινιώ, που έφυγες;

— Όχι, κοιμάται.

— Κι αν ξυπνήσει και δει να λείπεις από κοντά της, πώς θα της φανεί;... Δε θα βάλει τις φωνές;... Θα τρελαθεί, το κορίτσι!

Οι δύο αδελφές κοιμόνταν πράγματι μόνες στο μικρό σπίτι.

Η Αμέρσα ήταν άφοβη κι ενέπνεε πεποίθηση, σαν να ήταν άντρας.

Ο πατέρας τους είχε πεθάνει προ πολλού, οι δε επιζώντες γιοι διαρκώς έλειπαν στα ξένα.

— Πάω πίσω μάννα, είπε η Αμέρσα... Αλήθεια, δεν συλλογίστηκα πως μπορεί να ξυπνήσει το Κρινιώ αυτή την ώρα, να τρομάξει, που θα λείπω.

— Μπορούσες να μείνεις κι εδώ, είπε η μητέρα, μόνο, μη ξυπνήσει άξαφνα το Κρινιώ και πάρει φόβο.

Η Αμέρσα κοντοστάθηκε προς στιγμή.

— Μάννα, είπε, θέλεις να καθίσω εγώ εδώ, να πας εσύ στο σπίτι;... για να ξεκουραστείς, να ησυχάσεις.

— Όχι, είπε, αφού σκέφθηκε προς στιγμή η γριά. Τώρα κι η νύχτα αυτή πέρασε. Αύριο βράδυ, πηγαίνω εγώ στο σπίτι και κάθεσαι συ εδώ. Μόνο, τώρα πήγαινε. Καλό ξημέρωμα!

Όλος ο διάλογος γινόταν στο μικρό στενό πρόδομο, μπροστά απ΄ το δωμάτιο, όπου ακούονταν ηχηροί και πολύχορδοι οι ροχαλισμοί του Κωνσταντή. Η Αμέρσα, που είχε έλθει ξυπόλητη, με ελαφρότατο αθόρυβο βήμα, έφυγε και η μητέρα της κλείδωσε από μέσα την πόρτα.

Η Αμέρσα έφυγε τρέχοντας. Αυτή να φοβηθεί τα στοιχειά, που δεν είχε φοβηθεί τον αδερφό της το Μιχάλη, τον κοινώς καλούμενο Μώρο ή Μούρο ή Μούτρο - τον σκιά εκείνον, τον τρίτο γιο της μητέρας της, τον οποίον η μητέρα ονόμαζε συνήθως «το σκυλί τ' Αγαρηνό!» - τον κατά τρία έτη μεγαλύτερο αδελφό της, που την είχε μαχαιρώσει ήδη μια φορά - αλλά αυτή τον είχε σώσει, μη θέλοντας να τον παραδώσει στην εξουσία - και θα την μαχαίρωνε βεβαίως και δεύτερη φορά, αν έμενε έκτοτε ελεύθερος. Ευτυχώς, είχε αλλού εξασκήσει τις φονικές ορμές του εντωμεταξύ και είχε κλεισθεί εγκαίρως στις Βενετικές φυλακές του παλαιού φρουρίου, στη Χαλκίδα.

Ιδού πως συνέβη το πράγμα.

Ο Μώρος ή Μούρος, ήταν φύσει ορμητικός και παράφορος, αν και είχε πολύ δεξιό, θηλυκό νου, όπως έλεγε η μάννα του, νου ο οποίος γεννούσε. Από παιδί ήταν ικανός μόνος του, να πλάθει, αυτοδίδακτος, πολλά ωραία μικρά πράγματα, καραβάκια, προσωπίδες, αγαλμάτια, κούκλες και άλλα ακόμη. Ήταν σκιάς της γειτονιάς, ο σημαιοφόρος όλων των μαγκών και είχε στους ορισμούς του όλους τους αγυιόπαιδες, όλα τα ξυπόλυτα του δρόμου. Είχε συνηθίσει νωρίς τη μέθη και την ασωτία, έκανε θορυβώδεις εκδηλώσεις, διαδηλώσεις, παιδικές οχλαγωγίες, μαζί με τους μικρούς φίλους του, προκαλούσε καυγάδες στο δρόμο, πετροβολούσε όσους συναντούσε, γέροντες και γριές, όσους πτωχούς και αδυνάτους.

Δεν άφηνε σχεδόν κανένα άνθρωπο απείρακτο.

Είχε κλέψει με το μάτι, από έναν διαβατικό μαχαιροποιό, την τέχνη του. Προσπαθούσε ατελώς να κατασκευάζει μαχαίρια. Είχε μεγάλο τροχό στην αυλή, την σκεπαστή από το μεγάλο χαγιάτι και το κατώγι του σπιτιού, σχεδόν το είχε μεταβάλει σε εργοστάσιο και τρόχιζε όλα τα μαχαίρια και τους ξυραφάδες των αγυιόπαιδων και όταν δεν είχε άλλα να τροχίσει, τρόχιζε το δικό του. Ήθελε να το κάμει δίκοπο, αν και εξ αρχής δεν ήταν έτσι σχεδιασμένο. Επίσης δοκίμαζε να κατασκευάζει κουμπούρες, πιστόλια, μικρά κανονάκια και άλλα φονικά όργανα.

Όλα τα λεπτά, όσα κέρδιζε από τις κούκλες, τ' αγαλμάτια και τις προσωπίδες και δεν τα έπινε, τα αγόραζε πυρίτιδα. Και ο ίδιος είχε δοκιμάσει να κατασκευάσει ένα τέτοιο προϊόν. Τις ημέρες του Πάσχα και δύο εβδομάδες ακόμη οψιμότερα, ήταν φόβος και τρόμος να τολμήσει κάποιος να περάσει από την γειτονιά, στην οποία βασίλευε διά του τρόμου ο Μούτρος. Οι πιστολισμοί έπεφταν αδιάλειπτοι.

Μία Κυριακή, ο Μούρος μεθυσμένος είχε κάμει πάρα πολλές αταξίες στο δρόμο.

Δύο χωροφύλακες που άκουσαν τα παράπονα πολλών ανθρώπων, τον κυνήγησαν για να τον πιάσουν και να τον πάρουν «μέσα» ή «στην καζάρμα». Αλλά ο Μώρος, πολύ ευκίνητος, τους έφυγε, γύρισε και τους μυκτήρισε από μακριά και πάλι τραπείς σε φυγή, κρύφτηκε σε μέρος απρόσιτο, στο μέσα μέρος του υπόστεγου ταρσανά ενός ναυπηγού, εξαδέλφου του.

Έπειτα, επειδή οι δύο άνδρες παράτησαν την καταδίωξη, πήρε θάρρος και βγήκε στο δρόμο.

Την ημέρα εκείνη, ο Μώρος, επειδή δεν είχε ξεμεθύσει ακόμα, κατάντησε να κυνηγήσει στο δρόμο και την ίδια τη μητέρα του, απειλώντας να τη σφάξει. Παραπονιόταν, ότι η γριά του είχε κλέψει λεπτά από την τσέπη. Την έφτασε στην αυλή του σπιτιού, όπου έτρεχε αυτή για να κρυφθεί, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε στο έδαφος του δρόμου, σε διάστημα πενήντα βημάτων.

Αυτή είχε βάλει τις φωνές και βγήκαν οι γείτονες. Ήταν ώρα εσπερινού, λίγο πριν τη δύση του ήλιου. Στις φωνές των γειτόνων, έφθασαν οι δύο χωροφύλακες, οι οποίοι από πριν καταζητούσαν τον Μούρο και μόνο κατά το φαινόμενο είχαν παρατήσει το κυνήγημα, απεναντίας μάλιστα ήταν πολύ εξοργισμένοι εναντίον του ταραξία.

Ο Μούρος, άμα τους είδε, άφησε τη μητέρα του και τράπηκε σε φυγή. Έτρεξε να κρυφθεί στο σπίτι, εξ ανάγκης, επειδή βρέθηκε «στα στενά», και δεν έβλεπε άλλο άσυλο πλέον μακρυσμένο αλλά ασφαλέστερο.

Η γριά, άμα σηκώθηκε, καταμωλωπισμένη, γεμάτη σκόνες και χώματα, είδε τους χωροφύλακες κι άρχισε να τους ικετεύει.

— Αφήστε τον, παιδιά! Παλαβός είναι, δεν είναι τίποτε. Μην τόνε σκοτώνετε, παιδιά, με το καμτσί!

Τούτο το είπε, γιατί είδε τον ένα χωροφύλακα εξαγριωμένο, να κρατά στο χέρι φοβερό μαστίγιο. Οι δύο άνδρες δεν έδωκαν προσοχή στις ικεσίες της, αλλά εξακολούθησαν να τρέχουν προς καταδίωξη του Μώρου. Παραβίασαν το άσυλο, το κατώγι της οικίας, όπου είχε το εργοστάσιό του ο Μώρος. Εκεί είχε τρέξει για να κρυφτεί και μόλις πρόφθασε να μανταλώσει την πόρτα. Αλλά η σανίδα ήταν σάπια, κακώς προσαρμοσμένη και ο Μώρος δεν είχε αγαπήσει τις ειρηνικές τέχνες για να φροντίσει να τη διορθώσει. Εκείνοι έσπασαν το μικρό σύρτη και μπήκαν.

Ο Μούρος ταχύς σαν αίλουρος, αναρριχήθηκε στην κλαβανή, στο πάτωμα. Η κλαβανή ήταν σιμά στο βόρειο τοίχο, ο δε βόρειος τοίχος ήταν εν μέρει θεμελιωμένος στο βράχο, ο βράχος εξείχε και παρείχε πάτημα στα πόδια του Μώρου τα γοργά και άλλες εσοχές επί του τοίχου είχε σκάψει ο ίδιος κατά καιρούς, με τα πόδια του. Επειδή φαίνεται ότι συνήθιζε πολύ συχνά το είδος τούτο της γυμναστικής.

Η σανίδα της καταπακτής ήταν κλειστή. Ο Μώρος την άνοιξε με ένα κτύπο της κεφαλής του και με μία προσπάθεια του αριστερού του βραχίονα. Έπειτα όπως ο κολυμβητής, ο αναδυόμενος από το κύμα, πήδησε επάνω στο πάτωμα, έκλεισε με κρότο την κλαβανή και φάνηκε ότι τοποθέτησε ένα βάρος, ίσως κάποια μικρή κασέλα, επί της σανίδας.

Οι δύο χωροφύλακες, με οργή και με πολλές βλασφημίες, άρχισαν να ψάχνουν στο ισόγειο. Κατέσχαν όσα μαχαίρια και κουμπούρια βρήκαν εκεί, όπως και τον τροχό και δύο άλλες μικρές ακόνες και ετοιμάζονταν να εξέλθουν ίσως για να φύγουν, ίσως και για να ανέβουν επάνω στο σπίτι.

Ο Μούτρος ή Μούρτος, επάνω στο πάτωμα, ήταν γεμάτος οργή, μεθυσμένος ακόμη και αφρισμένος. Φυσούσε από μανία και λύσσα. Εκεί επάνω βρέθηκε μόνη η αδελφή του η Αμέρσα, παιδίσκη δεκαεπτά ετών τότε, που τρόμαξε άμα τον είδε να αναρριχάται στην κλαβανή με τέτοιο αλλόκοτο τρόπο. Είχε ακούσει κάτω τα βήματα και τις βλασφημίες των δύο χωροφυλάκων. Έσκυψε σε μικρή σχισμάδα, μεταξύ δύο σανίδων του κακώς αρμοσμένου πατώματος, ή σε ένα ρόζο μιας σανίδας, χάσκοντα, κενό και είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της εξουσίας, στο φως που έμπαινε από την πόρτα του κατωγιού, την οποία είχαν ανοίξει εκείνοι.

— Μωρή! σ' έφαγα... τώρα θα πιω το αίμα σου! έκραξε ο Μούτρος, μη έχοντας που αλλού να ξεθυμάνει και απειλώντας χωρίς αιτία την αδελφή του.

— Σώπα!... σώπα! ψιθύρισε η Αμέρσα. Πω πω, Θεέ μου! Δυο «ταχτικοί»! κάτω στο κατώι... ψάχνουν... ψάχνουν... Τι γυρεύουν;

Έβλεπε τους δύο χωροφύλακες να παίρνουν τα μικρά, άξεστα όπλα, τα έργα του αδελφού της, ως και τον τροχό και τις ακόνες. Έπειτα αίφνης τους είδε να σκύβουν προς τη γωνία, όπου ήταν ο αργαλειός της μητέρας της και είδε τον ένα χωροφύλακα να παίρνει στα χέρια του τη σαΐτα ή κερκίδα, που θα του φάνηκε ίσως και αυτή ως όπλο, αφού μάλιστα καλείται και σαΐτα. Ο άλλος δοκίμασε να αποσπάσει από τον αργαλειό το αντί, το μεγάλο κυλινδροειδές ξύλο, περί το οποίο τυλίγεται το νεοΰφαντο πανί, ίσως δεν είχε ιδεί παρόμοιο πράγμα στη ζωή του και φανταζόταν ότι και αυτό ίσως θα ήταν καλό για να χρησιμεύσει ως όπλο.

Η Αμέρσα, βλέποντας, αφήκε κραυγή πνιγμένη.

Θέλησε να φωνάξει να αφήσουν το αντί και τη σαΐτα, αλλά ο ήχος εξέπνευσε στο στόμα της.

— Σκάσε, μωρή! έγρυξε ο Μούρτος. Τι λογιάζεις; Τι γλέπεις και γελάς;

Ο Μούρτος, πάνω στη μέθη του, είχε εκλάβει ως γέλωτα την άναρθρη εκείνη κραυγή της αδελφής του.

Μετά λίγα λεπτά, οι δύο χωροφύλακες, αφού έριξαν τελευταίο βλέμμα προς την κλαβανή - την οποία είχαν ιδεί να κλείνεται ακριβώς κατά τη στιγμή που εισέρχονταν στο ισόγειο - εξήλθαν. Η Αμέρσα ανασηκώθηκε. Της φάνηκε ότι άκουσε τριγμό στο κάτω σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας, που ήταν ξύλινη, σκεπαστή κάτω από το ευρύχωρο χαγιάτι, το υπόστεγο. Έτρεξε προς την πόρτα.

Φαντάσθηκε ότι οι δύο «ταχτικοί», όπως τους ονόμαζε, ανέβαιναν τη σκάλα και ίσως θα παραβίαζαν και την πόρτα του σπιτιού. Έσκυψε στην κλειδαρότρυπα και προσπαθούσε να ιδεί και να εννοήσει τα συμβαίνοντα από τη μικρή οπή, επειδή το μόνο παράθυρο της προσόψεως ήταν κλεισμένο και δεν είχε άλλο μέσον για να ιδεί.

Ο Μούρος βλέποντας την Αμέρσα να τρέχει προς την πόρτα, φαντάσθηκε, στον παραλογισμό της μέθης του, ότι η αδελφή του ήθελε να ανοίξει την πόρτα και να τον παραδώσει στους χωροφύλακες. Τότε, τυφλός από μανία, έσυρε πίσω από τα νώτα της οσφύος του τροχισμένο μαχαίρι, το οποίο είχε και ορμώντας κτύπησε την αδελφή του στο πλευρό πίσω, κατά τη δεξιά μασχάλη.

Αισθανθείσα το ψυχρό σίδερο η Αμέρσα, άφησε σπαρακτική κραυγή.

Οι δύο χωροφύλακες δεν είχαν ακόμη απομακρυνθεί, αλλά είχαν κοντοσταθεί έξω από την πόρτα του ισογείου, σαν να συμβουλεύονταν τι να κάμουν. Άκουσαν την κραυγή εκείνη του τρόμου, κοίταξαν επάνω, κι έτρεξαν.

Τότε ανέβηκαν με κρότο τη σκάλα κι έφθασαν στο χαγιάτι.

Έσεισαν βίαια τη θύρα.

— Εν ονόματι του Νόμου! Ανοίξατε!

Τη στιγμή εκείνη, ήλθε στον ένα των χωροφυλάκων η υπόνοια, ότι ο ένοχος θα μπορούσε ίσως να δραπετεύσει διά του καταρράκτη και του ισογείου. Στραφείς στο δεύτερο χωροφύλακα του λέγει.

— Έχε το νου σου, συ! Μη μας το στρίψει από κατ' απ' το καταχυτό, απ' την καταρρήχωση!... Κι ύστερις που να τον χαλεύουμε;

— Τί κρένεις; είπε ο δεύτερος, που δεν κατάλαβε αμέσως.

— Αυτό που σου κρένω! επέμενε ο πρώτος... Κάμε κείνο που σε χουιάζουνε!

Ο δεύτερος χωροφύλακας, καίτοι νωθρός λίγο, έτρεξε κάτω όσο ταχύτερα μπόρεσε, για να κλείσει την πόρτα του ισογείου ή για να παραμονεύσει. Αλλά ήταν ήδη αργά. Ο Μούρτος εντωμεταξύ είχε ανοίξει την κλαβανή, αποσύροντας τη μικρή κασέλα την οποία είχε βάλει επάνω της και είχε πηδήσει κάτω. Ήταν πάνω από δύο μέτρα το ύψος, αλλά ο Μούρτος ήταν ελαφρός, ευκίνητος, κάτω δε το έδαφος ήταν στρωμένο με πελεκούδια και πριονίδια κι έφθασε κάτω όρθιος και αβλαβής.

Τρέχοντας σαν άνεμος, ανέτρεψε τον χωροφύλακα, ο οποίος έπεσε βαρύς μπροστά στην εξωτερική σκάλα κι έφυγε ο Μούρτος σαν αστραπή. Έτρεξε επάνω στα Κοτρόνια, εκεί που ζούσαν οι κουκουβάγιες. Ήταν βραχώδης λόφος υψούμενος πάνω, από τα νότια του σπιτιού, όπου ήξερε όλα τα «κατατόπια» ο Μούρτος. Ούτε κατόρθωσε ποτέ, χωροφύλακας ή άλλος να τον συλλάβει.

Την ώρα που είχε πηδήσει ο Μούτρος από την καταπακτή, παραδόξως είχε θυμηθεί - ίσως διότι είχε ξεμεθύσει ήδη από τα συμβάντα ή είχε «ξεμουστώσει» όπως θα έλεγε ο ίδιος - είχε θυμηθεί, λέγω, ότι αφού μαχαίρωσε την αδελφή του, το μαχαίρι του έπεσε από το χέρι στο πάτωμα. Τούτο συνέβη ίσως, γιατί του είχαν έλθει τύψεις και φόβος τη στιγμή εκείνη, γι’ αυτό και επιφανειακά μόνο είχε θίξει με τη λεπίδα τη σάρκα της αδελφής του.

Καθώς του ήλθε η ιδέα να φύγει κι έτρεξε να ανοίξει την κλαβανή, επειδή κατάλαβε πλέον ότι οι χωροφύλακες ανέβαιναν στο πάτωμα, μη έχοντας καιρό να επανέλθει προς το μέρος της πόρτας, για να σκύψει και να πάρει το μαχαίρι, έτοιμος να πηδήσει κάτω, φώναξε προς την αδελφή του:

— Το «χαμπέρ'», μωρή!... Κοίταξε να κρύψεις εκείνο το «χαμπέρι»!

Την έκφραση αυτή προτίμησε, για να μη ακούσουν οι χωροφύλακες το ομοιοτέλευτο «μαχαίρι».

Κατά τη φοβερή στιγμή, φταίχτης και ένοχος, επικαλείτο τη φιλοστοργία της αδελφής του για να τον σώσει, καθότι είχε πεποίθηση σ΄ αυτήν. Το μαχαίρι θα ήταν ματωμένο και θα έβλεπαν το αίμα οι διώκτες. Και συνιστώντας την απόκρυψη του οργάνου, έλπιζε στην απόκρυψη του εγκλήματος.

Πράγματι η Αμέρσα, ενώ το αίμα έρρεε ήδη απ΄ την πληγή της, βλέποντας ότι εξάπαντος θα παραβιαζόταν η θύρα, από παλαιά λεπτή σανίδα, με σκουριασμένους σύρτες και μάνδαλο, σχεδόν λιποθυμούσα ήδη, έσκυψε και πήρε το μαχαίρι. Έπειτα σύρθηκε μέχρι τη γωνία που ήταν μικρή τέμπλα, δηλαδή σωρός από διπλωμένα σεντόνια, προσκέφαλα και στρωμνές.

Έκρυψε το ματωμένο μαχαίρι κάτω από όλο αυτό το σωρό των ρούχων, τυλίχθηκε αυτή με παλαιό, μπαλωμένο, αλλά καθαρό πάπλωμα και κάθισε απάνω στο χαμηλό σωρό, ο οποίος βυθίσθηκε ακόμη χαμηλότερα. Έφερε το αριστερό χέρι στη μασχάλη της και προσπαθούσε να σταματήσει το αίμα. Παραδόξως δεν είχε δειλιάσει όταν είχε ιδεί το αίμα, αν και πρώτη φορά της συνέβαινε το πάθημα. Το όλον της φαινόταν σαν όνειρο. Μόνο έσφιγγε τα δόντια και απορούσε, πως δεν αισθανόταν ακόμη πόνο. Αλλά μετά λίγα δευτερόλεπτα, αισθάνθηκε οξείς πόνους.

Την ίδια στιγμή, η θύρα σπρώχθηκε προς τα μέσα.

Ο ένας χωροφύλακας εισπήδησε με κρότο στο πάτωμα.

Η Αμέρσα δεν ανασήκωσε το κεφάλι, έσκυβε και ήταν τυλιγμένη ως τη μύτη στο πάπλωμα.

— Πού είν' αυτός, ο σκιάς; έκραξε απειλητικά ο χωροφύλακας.

Η Αμέρσα δεν απάντησε.

Ο στρατιωτικός, που δεν είχε αντιληφτεί ούτε τη φυγή του Μούρου, ούτε την ανατροπή και πτώση του ίδιου συστρατιώτη του, ίσως γιατί η στιγμή εκείνη, συνέπεσε ακριβώς με την παραβίαση της θύρας και ο ένας κρότος έπνιγε και βώβαινε τον άλλον, εξέτασε όλον τον πρόδομο όπου βρισκόταν η Αμέρσα, έπειτα μετέβη δρομαίως στο χειμερινό δωμάτιο, έπειτα στο μικρό δωμάτιο. Κανένα δε βρήκε. Μόνο η κλαβανή ήταν ανοικτή.

Μετά μία στιγμή, ανέβαινε και ο δεύτερος σύντροφός του.

— Το 'στριψε;

— Τό ΄δωκε απ' την καταρρήχωση, χάμου...

— Και τον εχούιαξες;... Δεν τον επρόκαμες;

— Έφαγα κατραπακιά!... Α! μα φευγάλα... Εφτά μίλια την ώρα!...

— Αχ! έκαμνε ο πρώτος χωροφύλακας, κάμπτοντας τον δείκτη του δεξιού χεριού και φέροντας αυτόν στο στόμα, σαν για να τον δαγκώσει, με βίαιο σείσιμο της κεφαλής.

Μας πρέπει για να μας τα ξηλώσουνε!

Ο δεύτερος χωροφύλακας, θέλοντας να κάμει τον αυστηρό, απέτεινε τον λόγο προς την κόρη:

— Για πού το 'βαλε ο αδερφός σου, μωρή; της είπε.

Η Αμέρσα δεν απάντησε. Πλην μέσα της με ακούσια ειρωνεία ίσως θα ψιθύρισε με όλον τον δεινό πόνο και την αγωνία που αισθανόταν: «Εσύ ξέρεις».

— Τί κάθεσαι αυτού κορίτσι μου; είπε ο ημερότερος ο πρώτος χωροφύλακας. Μη σε χτύπησε, τίποτα;

Η Αμέρσα ανένευσε.

— Τι είχε και σ' εχάλευε;... Γύρευε να σε μαχαιρώσει;

— Γιατί φώναξες; πρόσθεσε ο δεύτερος.

Η Αμέρσα απάντησε στην ερώτηση του πρώτου χωροφύλακα:

— Όχι!

— Αλήθεια, μη σε μαχαίρωσε; επέμενε ο άνθρωπος.

Η Αμέρσα με φυσική επιφώνηση, είπε:

— Ο αδελφός μου, θελά με μαχαιρώσει!

— Γιατί κάθεσ' αυτού, τί έχεις; Είσαι άρρωστη;

— Έχω θέρμη!

Η Αμέρσα δεν είχε συλλογιστεί, ότι το πάτωμα και η ψάθα, θα είχαν ίσως κηλιδωθεί με αίμα. Ήδη είχε δύσει ο ήλιος και ήταν αμφιλύκη μέσα στην οικία. Εκτός τούτου, το μέρος όπου είχε πέσει το ματωμένο μαχαίρι, βρισκόταν τη στιγμή αυτή στη σκιά, πίσω από την μονόφυλλη πόρτα, ανοικτής κατά τα δύο τρίτα φτάνοντας μέχρι

τον τοίχο, ώστε οι δύο άνδρες δεν είδαν τις κηλίδες τις κόκκινες.

— Γιατί είχες βάλει μια φωνή; επέμενε ο πρώτος χωροφύλακας.

— Είχα πόνο και ζάλη, είπε η Αμέρσα.

Και την ιδία στιγμή, σαν για να επικυρωθεί ο λόγος της, της ήλθε πράγματι λιποθυμία. Έκαμνε ωχ! σφίγγοντας τα δόντια κι έσκυψε κάτω. Οι δύο άνθρωποι της εξουσίας, συγκινήθηκαν, κοιτάχθηκαν και ο πρώτος είπε:

— Μα, πού είν' η μάννα της;

Σαν να υπάκουσε στην πρόσκληση αυτή, έφθασε τρέχοντας η Φραγκογιαννού.

— Να εκεί είναι η γριά, που την τράβηξ' απ' τα μαλλιά ο γιός της, μες στο σοκάκι! είπε ο δεύτερος χωροφύλακας.

Έπειτα πρόσθεσε:

— Δεν μ' κρένεις, γερόντισσα, πού είν' ο γιόκας σου;

Η Φραγκογιαννού δεν απάντησε κι έτρεξε πλησίον της Αμέρσας. Ήταν επιτήδεια γιάτρισσα και ήταν ικανή να περιποιηθεί την κόρη της.

* * *

Όλα αυτά έρχονταν συχνά στη μνήμη της Αμέρσας κι επανήλθαν ακόμη και κατά τις μακρές ώρες της νύκτας, τις εσπερινές και τα χαράματα, οπότε αυτή έχανε τον ύπνο της στο σπιτάκι, πλησίον της κοιμώμενης Κρινιώς, της μικρής αδελφής, ενώ η μητέρα τους απούσα κατά τις αυτές ώρες, αγρυπνούσε επί νύκτες τώρα, στο δωμάτιο της λεχώνας, στο σπίτι της άλλης, της μεγάλης κόρης της και όταν επέστρεψε στο σπιτάκι μετά τη νυκτερινή έξοδο, την οποία είχε επιχειρήσει, σαν «αλαφροΐσκιωτη» που ήταν, κατ' ακολουθία του ονείρου εκείνου, είδε στο αμυδρό φως της κανδήλας, της καίουσας εμπρός στη μικρή παλαιά και μαυρισμένη εικόνα της Παναγίας, είδε ότι η μικρή αδελφή της, το Κρινιώ, κοιμόταν ακόμη και δε φαινόταν να είχε σεισθεί από τη θέση της. Μόνο, άμα μπήκε η Αμέρσα, η Κρινιώ, σαν να άκουσε το μικρό θόρυβο αμυδρά μέσα στον ύπνο της, κινήθηκε ήρεμα, στέναξε και γύρισε από το άλλο πλευρό, χωρίς να ξυπνήσει.

Αλαφροΐσκιωτη! πράγματι. Η λέξη την οποίαν είχε προφέρει πρόσφατα η μητέρα της, της επανήλθε πράγματι στο νου, την ώρα κατά την οποία, με το τρίτο λάλημα του πετεινού, επέστρεψε στο σπίτι, πλησίον της κοιμώμενης μικρής αδελφής της. Αλλά ήταν άρα αυτή πράγματι «αλαφροΐσκιωτη»; Αυτή της οποίας τα όνειρα, οι πλάνες και οι παρακρούσεις πολλές φορές συνέβη να σημαίνουν, ή να δηλώνουν κάτι ή να αφήνουν παράδοξη εντύπωση. Και αυτά τα ψέματα της, όσα έλεγε, γίνονταν ακούσιες αλήθειες γι' αυτήν. Όπως, φέρ' ειπείν, όταν, μετά το μαχαίρωμα το οποίο είχε υποστεί από τον αδελφό της, απαντώντας στις ερωτήσεις του χωροφύλακα, έλεγε: «Είχα πόνο και ζάλη!» Και συγχρόνως άμα είπε το λόγο αυτό, της ήρθε αληθινή λιποθυμία, σαν κάποια ανώτερη δαιμόνια θέληση, να ήθελε να καλύψει το ψεύδος της.

Η Αμέρσα, ξάπλωσε εκ νέου πλησίον της αδελφής της και δεν κοιμήθηκε. Οι αναμνήσεις εξακολουθούσαν να της έρχονται ραγδαία, καίτοι λιγότερο τυραννικές και μελανότερες παρά όσο στη μητέρα της. Και κατά τις μακρές εκείνες ώρες, δεν έπαψε να αναλογίζεται μέσα της την τύχη του αδελφού της, του Μούρτου, που βρισκόταν τώρα, στο δεσμωτήριο της Χαλκίδος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Άμα έφυγε η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη κοντά στη γωνία, μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασε εκ νέου τον ύπνο της και άρχισε να συνεχίζει τους πικρούς και πολύ πλανεμένους διαλογισμούς της.

Όταν λοιπόν ξενιτεύτηκαν στην Αμερική οι δύο μεγαλύτεροι γιοι και η Δελχαρώ μεγάλωσε, ανάγκη ήταν αυτή η μητέρα να φροντίσει για την αποκατάσταση της κόρης, καθότι ο γέρος, ο «Λογαριασμός», δεν διέπρεπε σε δραστηριότητες. Λοιπόν, ξέρει όλος ο κόσμος τι σημαίνει μία μητέρα να είναι συγχρόνως και πατέρας για τις κόρες της και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ίδια και να πανδρέψει και να προικίσει και προξενήτρα και παντρολόγησα να γίνει. Ως άνδρας οφείλει να δώσει οικία, αμπέλι, αγρό, ελαιώνα, να δανειστεί μετρητά, να τρέξει στο συμβολαιογράφο, να υποθηκεύσει. Ως γυναίκα, πρέπει να κατασκευάσει ή να προμηθευθεί «προίκα», τουτέστι παράφερνα, δηλαδή σεντόνια, χιτώνια κεντητά, μεταξωτές εσθήτες με χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρα πρέπει να ανιχνεύσει γαμβρό, να τον κυνηγήσει, να τον αλιεύσει, να τον ζωγρήσει.

Και ποιον γαμβρό!

Ένα σαν τον Κωνσταντή, ο οποίος ροχάλιζε τώρα, πίσω απ΄το μεσότοιχο, στο πλαγινό δωματιάκι, άνθρωπο σπανό, «αΐσκιωτον», άγαρμπο. Και ο τοιούτος να έχει «καπρίτσια», απαιτήσεις, πείσματα, σήμερα να ζητεί τούτο και αύριο εκείνο, τη μία μέρα να ζητεί τόσα, την άλλη περισσότερα και συχνά «να τον βάζουν στα λόγια» άλλοι ιδιοτελείς ή φθονεροί, να ακούει εντεύθεν κι εκείθεν διαβολές, ραδιουργίες, «μαναφούκια» και να μη θέλει «να ταιριασθεί». Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πεθεράς το σπίτι και να «σκαρώνει» έξαφνα

«πρωιμάδι». Κι όλον τον καιρό «κότα-πίττα».

Κι αυτόν το γαμπρό, με μύριους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα, μόλις, μετά πολύ καιρό, να τον πείθει κανείς να στεφανωθεί επιτέλους. Κι η νύφη να καμαρώνει, φέροντας στολισμό πολυτελή, καρπό πολλής νηστείας και οικονομίας κι η νύφη να μην έχει πλέον μέση, για να αναδεικνύεται το κάποτε λιγυρό ανάστημά της.

Και τρεις μήνες μετά το γάμο, να γεννά κόρη - μετά τρία ακόμη έτη έναν γιο, μετά δύο έτη πάλι κόρη – αυτή τη νεογέννητη, χάριν της οποίας αγρυπνούσε τώρα τόσες νύκτες η γηραιά μάμμη.

Και για όλ' αυτά τα θυγάτρια, να μέλλει να υποφέρει η μητέρα τους τόσα - κι άλλα τόσα - κι άλλα τόσα, από όσα έχει υποφέρει η μάννα της γι΄ αυτήν.

Έμεινε η καημένη, η ανδροκόρη, η Αμέρσα, ανύπανδρη (ας έχει την ευχή της). Είδε τη γλύκα. Πράγματι, φρόνιμη νέα. Τι θα απολάμβανε από τα βάσανα του κόσμου; Και ούτε ζήλευε καν! Τι να ζηλέψει; Έβλεπε τη μεγάλη αδελφή της και τη λυπόταν, την εκαίγετο.

Όσο για τη μικρή, την Κρινιώ, άμποτε κι αυτή ο Θεός να τη φωτίσει!

Όπως και αν έχει, η μάννα της δεν έχει σκοπό - δε βαστά πλέον, δεν αντέχει - να υποφέρει για να την παντρέψει και το πολλοστημόριο όσων για τη μεγάλη αδελφή της υπέφερε. Αλλά σας ερωτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κορίτσια; Και αν γεννώνται, αξίζει τον κόπο να ανατρέφονται; «Δεν είναι», έλεγε η Φραγκογιαννού, «δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» Καλύτερα «να μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σα σ' ακούω γειτόνισσα!»

Μεγάλη και ιερή ανακούφιση αισθανόταν η πολύπαθη γυναίκα, όταν συνέβαινε, μετά της μικρής πομπής του ιερέως, προπορευόμενου του Σταυρού, να ακολουθεί βαστάζουσα στα χέρια της η ίδια, ως φιλεύσπλαχνος και συμπονετική οπού ήταν, το εν είδη λίκνου μικρό φέρετρο. Προέπεμπε το θυγάτριο μιας γειτόνισσας ή μακρινής συγγενούς, μέχρι του τάφου. Δεν μπορούσε να καταλαβαίνει τι μουρμούριζε ο ιερεύς μασώντας τις λέξεις με τους οδόντας του.

«Ουδέν εστί πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστί μητρός αθλιώτερον... Πολλάκις γαρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστούς συγκροτούσι και λέγουσιν. Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον, ουκ ακούεις μητρός σου τι φθέγγεται; Ιδού και η γαστήρ η βαστάσασά σε. Ίνα τι ου λαλείς ως ελάλεις ημίν. Αλληλούια!»

Και πάλι. «Ω τέκνον, τις ποτέ μη θρηνήσει βλέπων σου το εμφανές, πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν!»

Αλλά πολύ ευφραινόταν, όταν η μικρή πομπή, μετά δέκα λεπτών της ώρας δρόμο, έφθανε στα «Μνημούρια». Ωραία εξοχή, παντοτινή άνοιξη, θάλλουσα βλάστηση, αγριολούλουδα, μύριζε κήπος. Ιδού ο περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμο ήδη, άνοιγε τις πύλες για να δεχθεί το μικρό άκακο πλάσμα, το οποίον ευτύχησε να λυτρώσει τους γονείς του από τόσα βάσανα.

Χαρείτε αγγελούδια, που πετάτε γύρω-τριγύρω με τα φτερά σας τα χρυσόλευκα και σεις, ψυχές των Αγίων, υποδεχθείτε το!

Όταν επέστρεφε στην νεκρώσιμη οικία η γριά Χαδούλα, για να παρευρεθεί την εσπέρα στην παρηγοριά, παρηγοριά καμία δεν εύρισκε να ειπεί, μόνον ήταν χαρωπή όλη και μακάριζε το αθώο βρέφος και τους γονείς του. Και η λύπη ήταν χαρά και ο θάνατος ήταν ζωή και όλα ήταν άλλα εξ άλλων.

Α! ιδού... Κανένα πράγμα δεν είναι ακριβώς ότι φαίνεται, αλλά παν άλλο, μάλλον το αντίθετο.

Αφού η λύπη είναι χαρά και ο θάνατος είναι ζωή και ανάσταση, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγεία. Άρα όλες οι μάστιγες εκείνες, οι κατά το φαινόμενο τόσο άσχημες, όσες θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κι η οστρακιά κι η διφθερίτιδα και άλλες νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και πλήγματα των πτερών των μικρών Αγγέλων, που χαίρουν στους ουρανούς όταν υποδέχονται τις ψυχές των νηπίων;

Και εμείς οι άνθρωποι, μέσα στην τύφλωσή μας, νομίζομε αυτά ως δυστυχήματα, ως πληγές, ως κακό πράγμα.

Και χάνουν τον νου τους οι ταλαίπωροι γονείς και πληρώνουν τόσο ακριβά τους ημιαγύρτες γιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, για να σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι «σώζουν», τότε πράγματι «χάνουν» το τέκνο. Και ο Χριστός είπε, όπως είχε ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγεί ο πνευματικός της, ότι όποιος αγαπά την ψυχή του, θα την χάσει κι όποιος μισεί την ψυχή του, εις ζωή αιώνιον θα την φυλάξει.

Δεν έπρεπε πράγματι, αν δεν ήταν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν τη μάστιγα, την με φτερά Αγγέλων πλήττουσα, αντί να ζητούν να την εξορκίσουν; Αλλά να, τ' Αγγελούδια δεν μεροληπτούν ούτε χαρίζονται και παίρνουν αδιακρίτως στον Παράδεισο αγόρια και κορίτσια. Περισσότερα μάλιστα αγόρια, πόσα χαϊδεμένα και μοναχογέννητα! πεθαίνουν άγουρα. Τα κορίτσια είναι εφτάψυχα, φρονούσε η γριά. Δύσκολα αρρωσταίνουν και σπάνια πεθαίνουν.

Δεν έπρεπε εμείς, ως καλοί χριστιανοί, να βοηθάμε το έργο των Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια και αρχοντόπουλα μάλιστα, αρπάζονται άωρα. Ακόμη και τ' αρχοντοκόριτσα ευκολότερα αποθνήσκουν, αν και τόσο σπάνια μεταξύ του φύλου, παρ' όσον τα απειράριθμα θηλυκά της φτωχολογιάς. Τα κορίτσια της τάξεως αυτής, είναι τα μόνα εφτάψυχα! Φαίνονται σαν να πληθύνονται επίτηδες, για να κολάζουν τους γονείς τους, απ' αυτόν τον κόσμο ήδη. Α! όσο το συλλογίζεται κανείς, «ψηλώνει ο νους του»!

Τη στιγμή εκείνη, άρχισε το κορίτσι να βήχει και να κλαυθμυρίζει.

Η γριά, αφού είχε συλλογισθεί όλα τ' ανωτέρω, όσο και αν είχε εξαφτεί από τα κύματα των αναμνήσεων, αισθάνθηκε αίφνης ζάλη, από το σάλο και τη ναυτία της ζωής της και άρχισε να ναρκώνεται και νύσταζε ακράτητα.

Το μικρό κορίτσι έβηχε κι έκλαιγε και θορυβούσε «σαν να ήταν μεγάλος άνθρωπος». Η μάμμη του σκίρτησε, στράφηκε κι έχανε πάλι τον ύπνο της.

Η λεχώνα κοιμόταν βαθιά και ούτε άκουσε το βήχα και τα κλάματα.

Η γριά άνοιξε βλοσυρά τα μάτια κι έκαμε χειρονομία ανυπομονησίας και απειλής.

— Ε! θα σκάσεις; είπε.

Της Φραγκογιαννούς, άρχισε πράγματι «να ψηλώνει ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επιτέλους. Επόμενο ήταν, διότι είχε εξαρθεί σε ανώτερα ζητήματα. Έσκυψε πάνω από το λίκνο. Έχωσε τα δύο μακρά και σκληρά δάκτυλα μέσα στο στόμα του μικρού, για να «το σκάσει».

Ήξερε ότι δεν ήταν τόσο συνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδιά. Αλλά είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν εννοούσε καλά τι έκανε και δεν ομολογούσε στον εαυτό της τι ήθελε να κάνει.

Και παρέτεινε το σκάσιμο επί μακρόν, έπειτα βγάζοντας τα δάκτυλά της από το μικρό του οποίου είχε κοπεί η αναπνοή, έδραξε απ΄ έξω το λαιμό του βρέφους και τον έσφιξε για λίγα δευτερόλεπτα.

Αυτό ήταν όλο.

Η Φραγκογιαννού δεν είχε θυμηθεί τη στιγμή εκείνη το όνειρο της Αμέρσας, το οποίο αυτή ερχόμενη προ μιας ώρας, μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθεί στη μητέρα της!

Είχε «ψηλώσει» ο νους της!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Αφού η Αμέρσα είχε χάσει τον ύπνο της, μετά την επιστροφή της από το σπίτι της λεχώνας και είχε πλαγιάσει πάλι, χωρίς να κοιμηθεί, στο πλάι της μικρής αδελφής της, για πολύ ώρα εξακολούθησε να σκέπτεται και πάλι τον αδελφό της, τον δυστυχή και ένοχο εκείνο. Έκτοτε, μετά το πήδημα από την κλαβανή και την απόδρασή του,

δεν τον είχε δει πλέον. Οι χωροφύλακες τον καταζητούσαν επί ημέρες, αλλά πουθενά δεν τον βρήκαν.

Ευθύς τότε, μετά τις ερωτήσεις των χωροφυλάκων, στις οποίες απάντησε όπως απάντησε η Αμέρσα, άμα έφτασε η μητέρα στο σπίτι, βρήκε την κόρη τυλιγμένη στο πάπλωμα, με το κεφάλι κάτω και πολύ χλωμή απ΄τη λιποθυμία την οποία είχε φέρει η ροή του αίματος.

Στην ερώτηση του ενός χωροφύλακα, εκείνου τον οποίον είχε ανατρέψει φεύγοντας ο Μούρος, «γερόντισσα, που είν' ο γιόκας σου», δεν είχε απαντήσει η Φραγκογιαννού. Αλλά ο άλλος, ο οποίος φαινόταν ανθρωπινότερος, με ήρεμο τόνο είπε:

— Κοίταξε, κυρά, τι έχ' η κόρη σου. Μας λέει πως είναι άρρωστη.

— Άρρωστη είναι! Πως να μην είναι! απάντησε με ετοιμότητα η Φραγκογιαννού. Επήρε φρίξη απ' τα καμώματα εκείνου του προκομμένου, του γιου μου... Κοιτάξτε, παιδιά!... ανίσως τον πιάσετε, να μην τον τυραγνήσετε πολύ...

— Τον είδες πουθενά να τρέχει; Κατά πού έκαμε;

— Τον είδα απ' αλάργα!... Έκαμε κατά τα Πηγάδια, πέρα στ' Αλώνια.

Η Φραγκογιαννού εψεύδετο διπλά. Δεν είχε ιδεί τον Μούρο, αλλά ήταν βέβαιη ότι αυτός θα τράπηκε κατά την διεύθυνση την αντίθετη απ΄ αυτή που έλεγε, κατά τα Κοτρόνια, άνωθεν της οικίας, προς ανατολάς, εκεί όπου ήταν μαθημένος απ' τα μικρά του χρόνια να κυνηγά τις κουκουβάγιες.

Οι δύο άνδρες έφυγαν τρέχοντας. Ο ένας, φεύγοντας, έριξε τελευταίο φιλύποπτο βλέμμα πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Η Χαδούλα έκλεισε την πόρτα. Συγχρόνως δε άνοιξε το παράθυρο.

— Μ' εμαχαίρωσε, μάννα! στέναξε με πόνο η Αμέρσα, αισθανθείσα το ρεύμα του αέρα να μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο πλησίον της και συνερχόμενη απ΄ τη λιποθυμία.

Συγχρόνως δε, σήκωσε το πάπλωμα και φάνηκε ματωμένη η φανέλα την οποία φορούσε έξω απ το πουκάμισο.

— Ω! αχ! ο φονιάς!... ο Θεός κι η γης να τον εύρη! καταταράσθηκε βλέποντας το αίμα η μάννα της.

Και άρχισε να ψαχουλεύει την κόρη και να ζητά να σταματήσει το αίμα και να επιδέσει την πληγή. Αφαίρεσε τη φανέλα, ξέσυρε το μανίκι του υποκαμίσου και φάνηκε ο δεξιός βραχίονας της Αμέρσας, ισχνός και ύπωχρος αλλά καλοδεμένος και νευρώδης.

Το τραύμα ήταν μάλλον επιπόλαιο, αλλά παρόλαυτα το αίμα έρρεε.

Η Χαδούλα μεταχειρίστηκε ότι γιατρικό γνώριζε, ίσως τον «αιμοστάτην» αν είχε κι επέδεσε την πληγή.

Μετά από λίγο έπαψε το αίμα.

Η Αμέρσα είχε αδυνατήσει κάπως, αλλά ήταν ισχυρή, θαρραλέα και δε φοβόταν. Πράγματι, μετά λίγες ημέρες, χάρις στις φροντίδες της μητέρας της, επουλώθηκε το τραύμα.

Η Φραγκογιαννού, ποτέ δεν θα καλούσε το γιατρό. Δεν ήθελε να μαθευτεί ότι ο γιος της είχε μαχαιρώσει την αδελφή του. Σε όλες τις καλοθελήτρες μεταξύ των γειτονισσών, όσες την ρωτούσαν, πότε με προσποιητή αγανάκτηση, πότε με γέλιο βεβιασμένο, διέψευσε ότι ο Μούρος είχε τραυματίσει την κόρη της. Ενδιαφερόταν προ πάντων να μάθει αν ο Μιχάλης θα γλύτωνε από τα χέρια των χωροφυλάκων και ας πήγαινε στο έλεος του Θεού!

Πράγματι, μετά λίγες μέρες, βεβαιώθηκε ότι ο γιος της μπαρκάρισε κρυφά τη νύκτα, με ένα πλοίο, ως ναύτης κι έφυγε από το νησί.

Ο γραμματεύς του Λιμεναρχείου ήταν βολικός και καλοπροαίρετος άνθρωπος και δεν δίστασε να τον ναυτολογήσει. Ήταν δε τότε ο Μούρος σχεδόν εικοσαετής, η δε Αμέρσα ήταν μόλις δεκαεπτά ετών.

Πέρασε χρόνος εωσότου η οικογένεια λάβει ειδήσεις για τον φυγάδα. Τέλος, μετά έτος και πλέον, ακούσθηκε μία αόριστη φήμη, ότι ο Μώρος διέπραξε φόνο μέσα στο πλοίο, με το οποίο αρμένιζε. Οι αδελφές του, όταν το άκουσαν, στον κόσμο είπαν ότι δεν ξέρουν τίποτε και ολοψύχως εύχονταν να ήταν ψευδής η φήμη. Αλλά η μητέρα ενδομύχως πίστευε στο αληθές της είδησης.

Λίγες ημέρες ύστερα, έλαβαν επιστολή που έφερε την ταχυδρομική σφραγίδα Χαλκίδος. Ο Μιχάλης έγραφε από τις φυλακές της πόλεως εκείνης. Κατά σχήμα πρωθύστερο, διεκτραγωδούσε εν πρώτοις τα βάσανα του και τα πάθη του στα μπουντρούμια του βενετικού φρουρίου. Έπειτα, με συντριβή καρδιάς, αλλά με διφορούμενες φράσεις και κατά κάποιον τρόπο μεταξύ των γραμμών, εξομολογείτο ότι ίσως να φόνευσε πράγματι τον άνθρωπο, τον γέρο-Πορταΐτη, το λοστρόμο του πλοίου, αλλά χωρίς καλά να το καταλάβει και χωρίς να το θέλει. (Πράγματι, δεν θα ήθελε να τον είχε φονεύσει). Ο εχθρός τον έβαλε, αυτός δεν έπταιε τίποτε, το φονικό έγινε στον καυγά επάνω. Αυτός είχε βρεθεί «εις βρασμόν ψυχής». Αποδείχθηκε μάλιστα ότι το μαχαίρι ήταν «του παθόν». Ίσως να το είχε αποσπάσει, αλλά δεν θυμόταν πως, το μαχαίρι από τη μέση του θύματος. Αυτός πίστευε ότι του την είχε αρπάξει μάλλον από το χέρι.

Έπειτα και πάλι αναφερόταν στα βάσανά του, όσα υπέφερε δύο μήνες τώρα, στις φυλακές. Ακολούθως επικαλούταν τη φιλοστοργία της μητέρας του και την εξόρκιζε «να σηκωθεί, –το δίχως άλλο– να πάει να βρει την Πορταΐτινα», τη χήρα του φονευθέντος και τη θυγατέρα του και να τις παρακαλέσει μετά δακρύων, «να κάμει νόμο-τρόπο», να τις καταφέρει όπως οι ίδιες ζητήσουν την αθώωση του φονέως!

«Να σηκωθείς, μάννα, να μπαρκάρεις, να πας πέρα, στην Πλατάνα, να την περικαλέσεις, την Πορταΐτινα, ως καθώς και την κόρη της, την Καρίκλεια, να τις καταφέρεις να ζητήσουν να βγω αθώος κι εγώ να γίνω παιδί τους, να πάρω και την Καρίκλεια γυναίκα μου, χωρίς προίκα και να ζήσουμε καλά κι αγαπημένα όλοι μας... Και να δουν πως εγώ θα την αγαπώ την Καρίκλεια και πως θα την έχω την πεθερά μου, να δουλεύω σα σκλάβος να τις ζωοθρέφω, με πολλά καλά, γιατί εγώ είμαι άξιος και μπορώ να βγάλω λεπτά...». Τελειώνοντας ο φονιάς, επανερχόταν ξανά στα βάσανά του και υποσχόταν ότι, άμα βγει από τη φυλακή, θα φέρει πολλά ωραία πράγματα και στολίδια, για να προικίσει τις δύο αδελφές του, ακόμη και κούκλες και παιγνίδια για τα μικρά κορίτσια της μεγάλης αδελφής του, της Δελχαρώς.

Λοιπόν, δεν είναι παράδοξο αν η Φραγκογιαννού δεν δίστασε. Χρεώθηκε λίγα χρήματα, δίνοντας ενέχυρο ότι ασημικό είχε και μπαρκάρισε και πέρασε πέρα στο αντικρινό νησί, στο χωριό Πλατάνα και πήγε να βρει την Πορταΐταινα.

Αλλά παράδοξο είναι ότι, με την ευγλωττία της την περιπαθή, με την στωμυλία της τη γυναικεία, με τα χίλια ψέματα όσα ήξερε –ήταν δε τότε η Φραγκογιαννού 55 ετών, αλλά ακμαία γυναίκα και με ζωηρούς χαρακτήρες– κατόρθωσε να πείσει τη γριά, τη χήρα του φονευθέντος (σημειώσατε ότι η μητέρα και η κόρη έδωκαν και φιλοξενία ακόμη στη μητέρα του φονιά), να την πείσει, λέγω, καταβάλλοντας τα έξοδα του ταξιδίου αυτή, να μεταβούν μαζί στη Χαλκίδα, με σκοπό να ενεργήσουν από κοινού πλησίον της Εισαγγελίας, του Δικαστηρίου και των Ενόρκων, υπέρ της απαλλαγής ή της αθωώσεως του υπόδικου. Όσον αφορά την κόρη, «την Καρίκλειαν», αυτή δήλωσε, ότι εκδίκηση δεν επιζητεί, επειδή «ο πατέρας της δεν έρχεται πίσω», μόνο ποτέ δε θα θελήσει τον φονέα ως άνδρα της, προτιμά να μένει ανύπανδρη στον αιώνα.

Πήγαν μαζί οι δύο γριές κι έμειναν στη Χαλκίδα τρεις μήνες, κατοικώντας σε τρώγλη, σε ένα τουρκόσπιτο, κοντά στα Εβραίικα, προς την Άνω Πύλη του φρουρίου. Και καθημερινά η Χαδούλα πήγαινε στις φυλακές, τις πρωινές ώρες, κατά την έξοδο των φυλακισμένων, συνοδευόμενη συνήθως από την Πορταΐταινα, η οποία όμως καθόταν αντίκρυ απ΄τη φυλακή και περίμενε, μη θέλοντας να δει κατά πρόσωπο το φονέα. Διερχόμενες έξω από το μεγάλο και άκομψο παλαιό ναό της Αγίας Παρασκευής, έκαναν το σταυρό τους και η μητέρα έφερνε στον υπόδικο σιμίτια και σύκα και σαρδέλες και καπνό για την πίπα του. Και μέσα στη βαθιά τσέπη του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένη μικρή φιαλίδα με ρούμι ή ρακί, προς παρηγοριά του φυλακισμένου.

Αλλά δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα από την Άνω Πύλη του φρουρίου εξέρχονταν κι έβλεπαν κρεμάμενα εκεί, στο σκοτεινό πυλώνα, την κνήμη του «Έλληνος γίγαντος» και το «τσαρούχι του», τεραστίου μεγέθους, επιφυλασσόμενες, όταν θα επέστρεφαν με το καλό στην πατρίδα, να διηγούνται κι οι δύο το πράγμα στα εγγόνια τους. Έπειτα διευθύνονταν κατά τη συνοικία Σουβάλα ή κατά τον Άγιον Δημήτριον κι επισκέπτονταν τον Εισαγγελέα, ο οποίος διά του γραφέα του τις έδιωχνε και τους δικαστές, οι οποίοι ενίοτε καταδέχονταν να γελούν μαζί τους.

Τέλος όταν ορίσθηκε η δίκη, ζήτησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους, που είχαν έλθει, άλλοι φουστανελάδες, από τα ορεινά χωριά, άλλοι βρακάδες, από τα νησιά και τα παραθαλάσσια. Η Φραγκογιαννού υποσχόταν χιλίων λογιών δώρα σε όλους και θα ήταν ικανή να τα δώσει, αν είχε, μοσχάτα κρασιά, ωραία λάδια «κεχριμπάρι», αστακοουρές, παστά κεφαλόπουλα, αυγοτάραχα, ξεροχτάποδα, εκλεκτά σύκα και παν ότι εδύνατο να παράγει το νησί της.

Σε ένα των ενόρκων, άνθρωπο κίτρινο και βήχοντα, ο οποίος φαινόταν να πάσχει, υποσχέθηκε αυτή να τον γιατρέψει, με ένα μαντζούνι που ήξερε.

Όλα αυτά δεν ίσχυσαν και ο φονιάς καταδικάστηκε σε εικοσαετή δεσμά. Ναυάγησαν όλα τα σχέδια, ως και αυτή η συμπεθεριά μεταξύ της μητέρας του φονιά και της χήρας του θύματος.

Τώρα ανάγκη ήταν να επιστρέψουν στην πατρίδα, αλλά τα λίγα χρήματά τους είχαν εξαντληθεί και όσα είχαν πάρει μαζί τους και όσα είχε στείλει εντωμεταξύ η Αμέρσα ξενοδουλεύοντας και υφαίνοντας στην πατρίδα. Αφού η Φραγκογιαννού μάταια παρεκάλεσε όσα πλοία έβλεπε ετοιμαζόμενα να πλεύσουν προς το Μαλιακό κόλπο ή προς την Ιστιαία, να παραλάβουν τουλάχιστον την Πορταΐταινα, ως γεροντότερη και ασθενέστερη - αυτή για τον εαυτό της είχε το σχέδιό της - όταν είδε ότι οι διάφοροι κυβερνήτες απαιτούσαν όχι μόνο το ναύλο, αλλά να έχει και τρόφιμα η επιβάτης και αν την άφηναν στη Στυλίδα ή στους Ωρεούς, ας κάμει καλά να βρει πλοίο για την πατρίδα της, εκμυστηρεύτηκε το σχέδιό της στην Πορταΐταινα.

— Εγώ, είπε, είμαι ικανή να πάω στεριά, με τα ποδάρια μου, από δω ως την Αγία Άννα - λένε πως είναι δυο μέρες δρόμος - κι εκεί θα βρούμε το ταχύπλοο, το δικό μας που θα μας γνωρίσει ο καπετάν Πετσερέλος, ο ταχυδρόμος και θα μας πάρει. Τα έξοδά μου στο δρόμο θα τα οικονομήσω, μαζεύοντας βότανα, χορτάρια κι αγριολάχανα κι όποια χριστιανή βρω κι έχει το παιδί της άρρωστο ή τον άνδρα της, θα της κάμω ψευτογιατρικά να βοηθήσω τον άνθρωπό της, να την υποχρεώσω...

Μπορείς εσύ; Βαστούν τα κότσια σου;

— Τί θα κάμω; μπορώ, δεν μπορώ, απάντησε η Πορταΐταινα. Καλύτερα να πάμε συντροφιά, όπως ήρθαμε.

Και ξεκίνησαν.

Η Χαδούλα έκαμε όπως είπε, μόνο πως αργοπόρησαν περισσότερο στο δρόμο, ένεκα της βραδυπορίας της Πορταΐταινας. Κι επέτυχε μάλιστα περισσότερο απ΄ όσο ήλπιζε. Όταν, μετά μία εβδομάδα, έφτασε στην πατρίδα, είχε και περίσσευμα από την επιχείρηση. Έφερε στο σπίτι της, από όσα της έδιναν για αμοιβή των εκδουλεύσεών της, ένα σάκο με σιτάρι, ως μία οκά τυρί, δύο όρνιθες, ένα μάλλινο χράμι, το οποίο της χάρισαν και λίγες δραχμές μετρητά. Απ΄ αυτά πλήρωσε γενναιόφρονα και το ναύλο της Πορταΐταινας, για να πάει κι αυτή στο σπίτι της.

Όλα αυτά τα θυμόταν καλά η Αμέρσα, επειδή η μάννα της δεν είχε πάψει να τα διηγείται έκτοτε.

Τώρα, είχαν περάσει δώδεκα χρόνια, ο αδελφός της βρισκόταν ακόμη στη φυλακή, ο πατέρας της προ πολλού είχε πεθάνει, ο Σταθαρός κι ο Γιαλής δεν επανήλθαν ποτέ από την Αμερική, ο μικρός ο Δημητράκης κι εκείνος είχε πάρει μεγάλα πέλαγα, η Κρινιώ κι αυτή είχε μεγαλώσει, η Δελχαρώ είχε γεννήσει και πάλι κόρη κι αυτή, η Αμέρσα, είχε μείνει γεροντοκόρη.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Άκρα σιγή και ησυχία επικράτησε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, μετά τον τελευταίο βήχα και τον κλαυθμυρισμό του κοριτσιού, τα οποία τόσο απότομα διεκόπησαν. Η Φραγκογιαννού είχε σκύψει το πρόσωπό της και είχε στηρίξει με τα δύο χέρια το μέτωπο και είχε πάψει να σκέπτεται. Της φαινόταν ότι δε ζούσε πλέον. Ούτε η πνοή της ακουγόταν. Κάθε θόρυβος είχε πάψει. Ούτε η φλόγα ακουγόταν στην εστία, ούτε βόμβος ακουγόταν και το ημίκαυστο φιτίλι του λύχνου έφεγγε θλιβερά. Η μικρή κανδήλα προ πολλού είχε σβήσει στο εικονοστάσιο και οι μορφές των αγίων δεν φαίνονταν πλέον.

Αίφνης η λεχώνα ξύπνησε μετά τιναγμού, εν μέσω, της άκρας ηρεμίας.

— Τι είναι μάννα; είπε.

Η μητέρα της βλοσυρή και σαν σε παραίσθηση, την κοίταξε στο φως του λυχναριού.

— Τι είναι! είπε, τίποτα. Ξύπνησες;

— Μου φάνηκε πως κάτι είπες... πως μ' εφώναξες, μες στον ύπνο μου.

— Εγώ;... όχι. Τ' αυτιά σου κάμανε.

— Τι ώρα να είναι, μάννα;

— Τι ώρα; ξέρω 'γω;... Τόσες φορές λάλησε και ξαναλάλησε τ' ορνίθι.

— Και συ δεν κοιμήθηκες, μάννα;

— Εχόρτασα τον ύπνο καλά... Τρύπησε το πλευρό μου, είπε η Φραγκογιαννού, η οποία δεν είχε κλείσει μάτι. Όπου είναι θα φέξει.

Η λεχώνα χασμουρήθηκε κι έκαμε το σημείο του σταυρού επί του στόματος. Συγχρόνως δε ύψωσε το βλέμμα προς το μικρό εικονοστάσι, το οποίο αντίκριζε.

— Έχει σβήσει το καντήλι, μάννα, δεν το άναβες;

— Δεν το αγροίκησα, θυγατέρα, είπε η γριά, κοιμόμουν βαθιά.

— Και το παιδί κοιμάται βλέπω, ήσυχα. Πώς το 'παθε;

— Ησύχασε κι αυτό τώρα πλια, είπε η γριά.

— Κι εμένα μου πονεί το βυζί μου, είπε η λεχώνα, άρχισε να κατεβάζει πολύ τώρα. Ήθελα να ήταν ξυπνητό να το βύζαινα.

— Ε! τι να γίνει... Θα βρούμε κανένα παιδί, είπε η γριά.

— Τι λες, μάννα;

Η γριά δεν απάντησε. Ήθελε κάτι να πει. Δεν ήξερε τι να πει.

— Δεν κάνεις τον κόπο ν' ανάψεις το καντήλι, μάννα;

— Αν θέλεις, σηκώσου συ κι άναψε το, δεν έχω χέρια...

— Πώς!

— Πιάστηκε πλια το χεράκι μου.

— Τι λες; Σε καλό σου, μάννα, εγώ που δεν έχω πάρει ευχή, κάνει ν' ανάψω το καντήλι;

Τη στιγμή εκείνη, καθώς είπε «πιάστηκε το χεράκι μου», επανήλθε πρώτη φορά στο νου της γριάς το όνειρο της Αμέρσας.

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και έπνιξε στα στήθη της βαθύ λυγμό.

— Τι έχεις, μάννα;

Και η λεχώνα πήδησε κάτω από τη χαμηλή κλίνη.

— Δεν είναι καλά το παιδί;

Φωνές και σπαραγμός και κλάματα ακούστηκαν.

Η μητέρα εύρισκε το κορίτσι της νεκρό μέσα στο λίκνο.

Από το θόρυβο, ξύπνησε στο διπλανό χώρισμα ο Κωνσταντής, που είχε χορτάσει καλά τον ύπνο.

— Τι είναι; έκραξε τρίβοντας τα μάτια του.

Χασμουρήθηκε, τανίσθηκε, τινάχθηκε και έτρεξε στην πόρτα του δωματίου.

— Βρε! τι κάνετε σεις;... Θα σηκώσετε τον κόσμο στο ποδάρι... Μήγαρις μας αφήνετε, μπάρεμ, να πάρουμ' ένα ύπνο απ' τις φωνές σας;

Κανείς δεν απάντησε στις διαμαρτυρίες του Κωνσταντή. Η σύζυγός του έσκυβε, πνίγοντας τους λυγμούς της, επί του λίκνου. Η πεθερά του καθόταν, συνάπτουσα τα χέρια, αινιγματώδης, σφίγγοντας τα δόντια, με απλανές το βλέμμα. Μετά τον πρώτον ακούσιο λυγμό της, δεν είχε εκβάλει πλέον άλλη φωνή.

— Τι! ...πέθανε το παιδί; Βρε!... έκαμε ο Κωνσταντής, μένοντας με ανοικτό το στόμα.

Έπειτα πρόσθεσε:

— Για τούτο έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε!...

Η Δελχαρώ, σηκώθηκε προς στιγμήν από το λίκνο του βρέφους και συνεχίζοντας τους λυγμούς της, είπε:

— Μάννα, δεν θα φέρεις τα ρουχάκια του, να τ' αλλάξουμε;...

Πού είν' η Αμέρσα;

Η Φραγκογιαννού δεν απάντησε.

— Πού είναι η Αμέρσα μάννα; επανέλαβε, ακουμπώντας τον αγκώνα της μητέρας της η Δελχαρώ.

Η Φραγκογιαννού ανατινάχθηκε σαν να την άγγιξε αγκάθι ή κεντρί εντόμου.

— Η Αμέρσα, πού είναι; στο σπίτι μας... απάντησε.

— Δεν είχε έρθει 'δώ η Αμέρσα; Μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή της μες στον ύπνο μου, είπε η λεχώνα.

— Ας πάει να τη φωνάξει, είπε η γριά, νεύουσα με τα μάτια προς τον γαμβρό της.

— Κωνσταντή, πας να φωνάξεις την Αμέρσα; είπε η λεχώνα προς το σύζυγό της.

— Πάω. Ακούς, λέει!... Ωχ! κρίμα, ζάβαλε!... Καλά που το βαφτίσαμε κιόλας.

Ο Νταντής έσκυψε στο πάτωμα του μικρού πρόδομου στο σκοτάδι, ψηλαφώντας να βρει τα παλιοπάπουτσά του να τα φορέσει. Έκανε μικρό θόρυβο, κρούοντας διάφορα ζεύγη παλαιών τσόκαρων μεταξύ τους και επί των σανίδων του πατώματος.

— Πού είναι τα παλιοκατσάρια μου; είπε.

Τέλος φόρεσε ένα ζευγάρι πατημένα γυναικεία παπούτσια, τα οποία βρήκε και κάλυπταν μόνο τα δάκτυλα των ποδιών και μέρος του ταρσού, αφήνοντας έξω όλη τη φτέρνα. Άλλο θόρυβο έκαμε για να ανοίξει την πόρτα, μη βρίσκοντας στο σκοτάδι το σύρτη ούτε το μάνταλο. Αφού άνοιξε την πόρτα, γύρισε αίφνης πίσω.

— Ακούς, Δελχαρώ, είπε, της Αμέρσας μόνο να πω ή να 'ρθεί και το Κρινιώ μαζί; Τί λες εσύ, πεθερά;

Και η Φραγκογιαννού ανυπόμονη:

— Πήγαινε τώρα, τι φέρνεις γύρο; Ας ερθεί όποιος ερθεί!

Η Δελχαρώ θρηνούσε ήρεμα σκύβοντας επί του λίκνου.

Ο Νταντής πριν εξέλθει, έριξε βλέμμα στο λίκνο και στη σύζυγό του.

— Αχ! κρίμα, ζάβαλε! είπε... Κι έβλεπα κάτι όνειρα!... βρε παιδιά!

Και βγήκε γρήγορα έξω. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Την εβδομάδα των Βαΐων, ένα πρωί, πήγε η Φραγκογιαννού ολομόναχη στην εξοχή, προς της Μαμούς το ρέμα. Ήθελε να επισκεφθεί το μικρό ελαιώνα, τον οποίο ως «ψυχομοίρι» είχε λάβει από μία εύπορη κουμπάρα της, που πέθανε άκληρη και στην οποία είχε προσφέρει εκδουλεύσεις. Το μισό του ελαιώνα τούτου το είχε δώσει ως προίκα στη Δελχαρώ, το άλλο μισό το κατείχε ακόμη η γριά.

Λίγες εβδομάδες είχαν περάσει από τα γεγονότα τα οποία διηγηθήκαμε. Κανείς δυσανάλογος θόρυβος είχε γίνει για το μικρό θυγάτριο της Δελχαρώς της Τραχήλαινας, το οποίο έθαψαν την ίδια ημέρα. Η μητέρα του βρέφους, αν και είδε τα μελανά σημεία γύρω από το λαιμό του μικρού παιδιού, δεν θα τολμούσε ποτέ να κάμει λόγο, ούτε άλλος θα πίστευε το έγκλημα της μητέρας της.

Προφανώς το παιδί είχε πεθάνει από τον κοκίτη.

Ο μόνος γιατρός, που υπήρχε από χρόνια στο χωριό, ο φιλάνθρωπος Βαυαρός Β., έτυχε να λείπει. Είχε ακουσθεί και πάλι χολέρα στην Αίγυπτο και το υπουργείο των Εσωτερικών συνήθιζε να αποστέλλει κατ' εκλογήν το γιατρό τούτον στη διεύθυνση του λοιμοκαθαρτηρίου στη Δήλο.

Αντ' αυτού η Κυβέρνηση είχε στείλει προσωρινά ως υγειονόμο έναν γηραιό γιατρό, τον κ. Μ., ο οποίος δεν είχε φθάσει ακόμη.

Εντωμεταξύ υπήρχε ένας απόφοιτος της ιατρικής, που διέμενε στο νησί. Αυτός κλήθηκε από τη δημοτική αστυνομία για να βεβαιώσει το θάνατο, κοίταξε επιπόλαια το πρόσωπο του νεκρού βρέφους, παραπονέθηκε γιατί να μην τον φωνάξουν ενόσω τούτο ζούσε και έδωκε το «ενταφιαστήριο», γράφοντας «εκ σπασμώδους βηχός».

Η γριά Χαδούλα, από την ημέρα εκείνη έζησε ζωή τύψεων, ανησυχίας και με εξωτερικό σχήμα σαν να είχε τέφρα επί της κόμης της ψαρής, τόσο ελαφρώς σκυφτή και ακίνητη τηρούσε την κεφαλή της και σαν να φορούσε τη μακριά μαύρη μανδήλα της ως σάκο μετανοίας. Όταν μπήκε η Μεγάλη Σαρακοστή, άρχισε να συχνάζει στην εκκλησία, έκανε πολλές και βαθιές γονυκλισίες, μελετούσε να εξομολογηθεί και ανέβαλλε. Νήστευε χωρίς λάδι, με ξηροφαγία τις πέντε ημέρες κάθε εβδομάδας και είχε βαστάξει «τρίμερο» την πρώτη εβδομάδα και το μεσοσαράκοστο. Ντρεπόταν να βλέπει την κόρη της, τη Δελχαρώ και απέφευγε να αντικρύσει το βλέμμα της.

Την ημέρα λοιπόν εκείνη, της εβδομάδας των Βαΐων, έφθασε η Φραγκογιαννού πολύ πρωί στην κορυφή του υψηλού πετρώδους λόφου, που αντίκριζε από δυτικά την πολίχνη και απ΄ όπου μελαγχολικό πέφτει το βλέμμα επί του μικρού κοιμητηρίου, που απλώνεται κάτω, σε υψηλή χαλαζόπληκτη λωρίδα γης, με τα λευκά μνήματα και ευθύς φεύγει ζητώντας φαιδρότητα και ζωή στα γαλανά κύματα, στον ευρύ τριπλό λιμένα και στα χλοερά, χαρίεντα νησίδια, που φράσουν τούτον από ανατολάς και νότια.

Επάνω στην κορυφή εκείνη, υπήρχε ερημικό, μόλις φαινόμενο, σαν φανός την ημέρα λάμποντας, το εξωκκλήσι του Αγίου Αντωνίου.

Η Φραγκογιαννού, πέρασε απ΄ έξω, κάνοντας το σημείο του Σταυρού και ενώ είχε σκοπό να εισέρθει, την τελευταία στιγμή δίστασε κι εξακολούθησε το δρόμο της. «Δεν είμαι άξια», είπε μέσα της, «να μπω σ' ένα ξωκλήσι που τόσο συχνά λειτουργιέται...

Ας πάω καλύτερα στον Αϊ-Γιάννη τον Κρυφό».

Μετά τούτο έφθασε στον ελαιώνα, επιθεώρησε ένα προς ένα όλα τα ελαιόδεντρα, για να δει αν ήταν φουσκωμένα ήδη. Ήταν ήδη προς τα μέσα Απριλίου, το δε Πάσχα ερχόταν όψιμο. Παρακαλούσε μέσα της το Χριστό «να δώσει λαδάκι, για ν' αναπλέψ' η φτώχεια». Από δύο ετών, πράγματι, δεν είχαν καρπίσει οι ελιές, είχε δε αναφανεί και μία ύπουλη ασθένεια, που έφθειρε τον καρπό και μαύριζε τους κλώνους των δένδρων.

Αφού έμεινε για λίγο στον ελαιώνα, σηκώθηκε, στρέφοντας πολλές φορές το κεφάλι πίσω, σαν για να αποχαιρετίσει τα ελαιόδεντρα και απομακρύνθηκε. Έφθασε κάτω στο ρέμα και άρχισε να το ανεβαίνει, καθώς πολλές φορές συνήθιζε, φέρουσα το καλάθι της υπό τον αριστερό αγκώνα, κρατώντας το μαχαιράκι της με το χέρι το δεξιό, έσκυβε παντού, σε όσα μέρη αυτή γνώριζε κι έψαχνε να βρει καυκαλήθρες και ζοχάρια και μυρόνια και άνηθο για να γεμίσει το καλαθάκι της, να κάμει πίττα το Σάββατο του Λαζάρου, να φάει αυτή κι οι θυγατέρες της, αλλά να προσφέρει και στις γειτόνισσες, από τις οποίες χάσιμο δεν είχε.

Εκτός από τα αγριολάχανα τούτα, τα οποία όλες γνώριζαν να συλλέγουν, η Χαδούλα ήξερε κι άλλα βότανα, χρήσιμα ως φάρμακα για τους ασθενείς, το τρίμερο και τη δρακοντιά και την αγριοκρομμύδα, ανάμεσα στις κουμαριές και τις φτέρες και πλάι στις ρίζες των άγριων δένδρων και τους μύκητες και τα αγκάθια και τις τσουκνίδες, καθώς και το πολυτρίχι στους μικρούς καταρράκτες του ρέματος, το οποίο λένε ότι είναι φάρμακο για τις λεχώνες που έχουν πυρετό.

Αφού συνέλεξε αρκετά βότανα, ιαματικά κυρίως, τα οποία τύλιξε σε ξεχωριστό μαντήλι εντός του καλαθιού και η ώρα έκλινε ήδη προς το δειλινό και ο ήλιος πλησίαζε στην κορυφή του βουνού, μέσα στο ρέμα βαθιά ήταν η σκιά και ο θόρυβος των βημάτων της που αντηχούσε σαν γδούπος σκληρός στο βάθος της ψυχής της.

Η γριά ανέβαινε ήδη υψηλότερα, προς την απότομη κορυφή του ρέματος. Κάτω χαραζόταν βαθύ το ποτάμι, τ' Αχειλά το ρέμα και όλη τη βαθιά κοιλάδα με ήρεμο μουρμούρισμα διέτρεχε το ρέμα, κατά το φαινόμενο ακίνητο, λιμνάζον, αλλά πράγματι αενάως κινούμενο κάτω από τους μακριούς βαθύκομους πλατάνους, ανάμεσα σε βρύα και θάμνους και φτέρες, φλοίσβιζε μυστικά, φιλούσε τους κορμούς των δένδρων, έρποντας οφιοειδώς κατά μήκος της κοιλάδας, πρασινωπό από τις ανταύγειες τις χλοερές, φιλώντας και συγχρόνως δαγκώνοντας τους βράχους και τις ρίζες, νάμα μορμύρο, αθόλωτο, που έβριθε από μικρά καβουράκια, τα οποία έτρεχαν να κρυφτούν στο θόλωμα της άμμου, άμα κανένα βοσκόπουλο, αφήνοντας τις λίγες αμνάδας να βόσκουν στη δροσερή χλόη, ερχόταν να σκύψει στο ρέμα και ανασήκωνε κάποια πέτρα για να τα κυνηγήσει. Το λάλο, ασίγητο κελάδημα των κοτσυφιών, αντηχούσε αρμονικά στο δάσος, που περιέστεφε όλη τη δυτική πλαγιά και ανερχόμενο στην κορυφή του Ανάγυρου, ως την Αετοφωλιά επάνω, όπου λεγόταν ότι ένας θαλασσαετός είχε κατοικήσει επί τρεις γενεές ανθρώπων εκεί και τέλος εξέλιπε χωρίς να αφήσει αετόπουλα. Στην ερημωθείσα φωλιά του βρέθηκε ολόκληρο μουσείο από τεράστια κόκκαλα θαλασσίων φιδιών, φωκών, καρχαριών και άλλων εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς το μέγα και κραταιό όρνεο των θαλασσών, με το γρυπό ράμφος του το κυανωπό και με το τεφρό μεγαλοπρεπές πτέρωμα.

Επάνω, στην κορυφή του ρέματος, σε ένα ζυγό σχηματιζόμενο μεταξύ δύο βουνών, ανάμεσα στου Κονόμου τα ρόγγια και στον Μικρό Ανάγυρο, εκεί βρισκόταν από παλαιό καιρό το αρχαίο, έρημο μονύδριο, ο Άις Γιάννης ο Κρυφός. Ήταν πράγματι κρυφός, κείμενος πίσω από το μικρό αυχένα, καλυπτόμενος από τα δύο βουνά και από πυκνή λόχμη. Είτε απ΄το βόρειο μέρος ερχόταν κάποιος, όπως τώρα η Φραγκογιαννού από τ' Αχειλά το ρέμα, είτε απ΄ το νότιο, απ΄ την τοποθεσία την καλούμενη του Κονόμου τα ρόγγια και αν πολύ κοντά διερχόταν πλησίον του παλαιού σεβάσματος, ήταν αδύνατο να υποπτευθεί την ύπαρξή του, αν δε γνώριζε καλά τα μέρη, όπως τα γνώριζε η Φραγκογιαννού.

Ο περίβολος και τα λίγα κελιά ήταν ερείπια από πολλού. Ο ναΐσκος υψωνόταν ακόμη, αλλά ήταν έρημος και αλειτούργητος. Το καθολικό στεγαζόταν ακόμη, αλλά στο άγιον βήμα η στέγη είχε καταρρεύσει προς το βόρειο, οι δε πλάκες της σκεπής και τα συντρίμματα είχαν καλύψει το θυσιαστήριο, υπήρχε ξύλινο τέμπλο, πάλαι ποτέ γλυπτό και χρυσωμένο, φθαρμένο και δυσγνώριστο, αλλά οι εικόνες έλειπαν.

Οι λίγες τοιχογραφίες είχαν φθαρεί από την υγρασία και τα πρόσωπα των Αγίων δεν διακρίνονται πλέον.

Μόνο δεξιά του χορού υπήρχε μια τοιχογραφία που παριστούσε τον Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον μαρτυρούντα τον Χριστόν.

«Ίδε ο Αμνός του θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».

Το πρόσωπο και η χείρα του Βαπτιστού, τεινόμενη και δεικνύουσα, διακρινόταν σχετικώς καλά. Το πρόσωπο του Σωτήρος πολύ αμυδρά φαινόταν επί του υγρού τοίχου.

Τον Αι-Γιάννη τον Κρυφό επικαλούνταν τον παλιό καιρό, όλοι όσοι είχαν «κρυφό πόνο» ή κρυφή αμαρτία. Η γριά Χαδούλα γνώριζε τη δοξασία ή το έθιμο τούτο και για τούτο θυμήθηκε να έλθει σήμερα στον παλιό, έρημο ναΐσκο, όπως προσφέρει τις ικεσίες της. Προέκρινε το ναό τον αλειτούργητο, αφού και στην ενοριακή εκκλησία, όπου σύχναζε όλη τη σαρακοστή, τολμούσε μόνο να εισέρχεται μάλλον στον νάρθηκα, πίσω από το ένα φύλλο της γυναικείας πύλης, του κλεισμένου με το σύρτη, σαν να αισθανόταν την ανάγκη να είναι έτοιμη προς φυγή, άμα την έδιωχνε κανείς!

Και δε φοβόταν τόσο μη την διώξει ο Παπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός εφημέριος ή ο κυρ Δημητρός ο επίτροπος, ο οποίος πάντοτε γόγγυζε και ήταν τραχύς προς τις γριές, που επέμεναν να μη θέλουν να ανέρχονται στο γυναικωνίτη και απαιτούσαν να έχουν διαρκώς μικρό, περίφρακτο με σειρές στασιδιών διαμέρισμα, στην βορειοδυτική γωνία του ναού, αλλά φοβόταν τον Αρχάγγελο, τον αγριωπό, που ήταν ζωγραφισμένος μεγάλος στη βόρεια πύλη του ναού, με τη ρομφαία του τη φλόγινη στο χέρι.

Εισήλθε στον έρημο ναΐσκο, άναψε ένα κερί, το οποίο είχε στο καλάθι της μαζί με λίγα πυρεία κι έκαμε τρεις στρωτές γονυκλισίες εμπρός στην τοιχογραφία την ημιφθαρμένη.

Έπειτα, ανακυκλώνοντας στο νου, την έμμονη ιδέα που της είχε κολλήσει, χωρίς να την εκφράζει μεγαλοφώνως, είπε με φωνή, την οποία θα μπορούσε να ακούσει κανείς, αν παρίστατο μάρτυρας της σκηνής εκείνης: «Αν έκαμα καλά, Αϊ-Γιάννη μου, να μου δώσεις σημείο σήμερα... να κάμω μία καλή πράξη, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ' η ψυχή μου κι η καρδούλα μου!...» 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Αφού είχε γεμίσει το καλάθι της και ο ήλιος έκλινε πολύ χαμηλά, καθώς βγήκε απ΄ τον έρημο ναΐσκο, η γριά Χαδούλα κίνησε να επιστρέψει στην πολίχνη. Κατέβηκε πάλι το ρέμα-ρέμα προς τα πίσω, στράφηκε δεξιά κι άρχισε να ανηφορίζει προς το λόφο του Αγίου Αντωνίου, απ΄ όπου είχε έλθει. Μόνο πριν φθάσει ακόμη στην κορυφή του λόφου, όπου ήταν το παρεκκλήσιο και απ΄ όπου ανοίγεται μεγάλη θέα προς το λιμάνι και την πόλη, είδε εκεί δεξιά της, χαμηλά στο βάθος μικρής κοιλάδας, η οποία καλείται της Μαμούς το ρέμα και τέμνει κατά αμβλεία γωνία την άλλη βαθειά κοιλάδα του Αχειλά, τον ευρύ και καλώς καλλιεργημένο κήπο του Γιάννη του Περιβολά και είπε μέσα της:

«Ας πάω στον μπαχτσέ του Γιάννη, να του γυρέψω κανένα μάτσο κρομμύδια ή κανένα μαρούλι, να με φιλέψει... Τι θα χάσω;»

Συγχρόνως, σκέφτηκε τη στιγμή εκείνη, ότι προ ημερών είχε ακούσει, ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήταν άρρωστη.

Δεν ήξερε αν αυτή βρισκόταν τώρα στην καλύβα που ήταν μέσα στον κήπο, κοντά την είσοδο ή αν νοσηλευόταν στην πόλη. Αλλά επειδή ο κηπουρός ο ίδιος θα βρισκόταν εξάπαντος εδώ, (συμπέρανε, επειδή έβλεπε από μακριά ανοικτή την πόρτα του περίβολου) συλλογίσθηκε να του πουλήσει εκδούλευση, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της, υποσχόμενη σ΄ αυτόν «μαντζούνια» προς ίαση της γυναίκας του. Έπειτα ευθύς πάλι είπε στον εαυτό της:

«Τι δούλεψη να κάμει κανείς στη φτώχεια!... Η μεγαλύτερη καλοσύνη που μπορούσε να τους κάμει θα ήταν να είχε κανείς στερφοβότανο να τους δώσει (Θε μ' σχώρεσέ με!). Ας ήταν και παλληκαροβότανο! συμπλήρωσε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια κι αυτή η φτωχιά!...

Θαρρώ πως έχει πέντ' έξι ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχει πεθάνει κανένα... απ' αυτά τα εφτάψυχα!»

Είχε ερευνήσει, πράγματι, επί χρόνους πολλούς στα βουνά και τα φαράγγια, να βρει «παλληκαροβότανο» για την κόρη της, αλλά εκείνο το οποίο της είχε δώσει δεν πέτυχε, απεναντίας, ενήργησε μάλλον ως «κοριτσοβότανο». Και όμως σ΄ αυτήν άλλοτε, όταν της το έδωκε η ανδραδέλφη της, είχε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσερις γιούς και μόνο τρεις θυγατέρες.

Όσον αφορά το «στερφοβότανο», ο πνευματικός της είχε πει προ χρόνων ότι είναι μεγάλη αμαρτία.

Πριν φθάσει στην πόρτα του κήπου, καθώς κατέβαινε το δρομίσκο της πλαγιάς, είδε ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν βρισκόταν μέσα στον κήπο, αλλά ήταν τη στιγμή εκείνη στον γειτονικό αγρό, τον οποίο είχε φαίνεται νοικιάσει ως κολλήγας από το γείτονα. Ο αγρός ήταν σπαρμένος κριθάρι που χλόαζε και ήταν μία σπιθαμή ήδη, βρισκόταν δε σε χαμηλότερο από τον κήπο επίπεδο, σε ύψος γόνατος.

Ο Γιάννης, σκυμμένος σε μία άκρη του αγρού, ως φαίνεται, βοτάνιζε, δηλαδή ξερίζωνε τα άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα στο σπαρτό, ενόσω ήταν ακόμη νωρίς και ο ήλιος έδυε ήδη. Βρισκόταν πέρα από την άλλη άκρη του κήπου και όταν η Γιαννού πλησίασε στην πόρτα του περίβολου, δεν τον έβλεπε πλέον, κρυπτόμενο πίσω από τον πυκνό φράκτη, σε ικανή απόσταση, ώστε δεν μπόρεσε να του φωνάξει από μακριά την καλησπέρα. Εκείνος, σκυμμένος και αφοσιωμένος στην εργασία του, ούτε την είδε.

Η γριά Χαδούλα εισήλθε. Κοντά στη θύρα ήταν η καλύβα, αρκετά λευκάζουσα, με εξωτερικό όχι πολύ ακμαίο ούτε καθάριο. Φαινόταν ότι προ πολλού χρόνου δεν είχε ασβεστωθεί και μαρτυρούσε περί της αρρώστιας της οικοκυράς. Αταξία εργαλείων, χόρτων και δεμάτων υπήρχε μπροστά της. Η πόρτα ήταν κλειστή. Τα δύο παράθυρα κλειστά. Μόνο ένας φεγγίτης με τζάμι υπήρχε προς τα πάνω, αλλά για να φθάσει ως εκεί επάνω η Φραγκογιαννού, για να στυλώσει το ανάστημά της και να δει αν ήταν άνθρωπος μέσα, έπρεπε να ανεβεί τα δύο ή τρία σκαλοπάτια και να φθάσει στο μικρό, άφρακτο σανίδωμα, το καλούμενο «χαγιάτι».

Ενώ δίσταζε αν έπρεπε έτσι να κάμει ή μάλλον να ανέβει απλώς στο χαγιάτι και να χτυπήσει την πόρτα, άκουσε φωνές μικρών κοριτσιών. Λίγο παρέκει ήταν το πηγάδι με το μαγκάνι και δίπλα η στέρνα, χαμηλή, βαθιά, με τις όχθες μόλις λίγο πάνω από την επιφάνεια της γης. Επάνω σ΄ αυτήν την κτιστή όχθη, παρά το χείλος της στέρνας, κάθονταν δύο μικρά κορίτσια, το ένα ως πέντε ετών, το άλλο ως τριών ετών και έπαιζαν με μία καλαμιά και με σπάγκο και ένα καρφί δεμένο στην άκρη, σαν να ψάρευαν τάχα μέσα στη στέρνα.

— Να!... μου έδωκε το σημείο ο Άις-Γιάννης, είπε μέσα της, σχεδόν ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο κορίτσια... Τι λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς της Περιβολούς, ανίσως έπεφταν μες στη στέρνα και κολυμπούσαν!... Να ιδούμε, έχει νερό;

Πλησιάζοντας, έσκυψε και είδε ότι η στέρνα ήταν σχεδόν γεμάτη, ως δύο τρίτα οργιές νερού.

— Τι τ' αφήνει εδώ, κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπε πάλι η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους μέσα;

Έστρεψε ανήσυχο βλέμμα προς την καλύβα. Αλλά αυτή είχε την όψη ότι δεν υπήρχε άνθρωπος μέσα.

Κοίταξε με περιέργεια τα δύο κορίτσια. Το μεγαλύτερο τούτων ωραίο, ξανθό, αν και σχεδόν άνιπτο, έκαμνε ωραία εντύπωση. Το μικρότερο, χλωμό, κακοντυμένο, φαινόταν μάλλον να πάσχει από «ζούραν», ήτοι παιδικό μαρασμό.

— Κοριτσάκια, είπε η Φραγκογιαννού, τι εκάνετ' δω;...

Πού είν' η μάννα σας;

Το μεγαλύτερο κοράσιο απήντησε:

— Πίτι.

Στο σπίτι, ερμήνευσε η γριά. Μα πού στο σπίτι; Εδώ ή στο χωριό;

— Ζεν είναι ζω, είπε πάλι το μικρό.

Φαίνεται ότι εκτελούσε εντολή του πατέρα της, μη θέλοντας να ενοχλούν οι διαβάτες την άρρωστη. Αυτή άλλωστε, βρισκόταν πράγματι μέσα στην καλύβα, καίτοι τα παράθυρα ήταν κλειστά, ίσως για να μην τη βλάπτει ο απογευματινός αέρας του ρέματος.

Φαίνεται ότι ο σύζυγός της προ ολίγου μόνον είχε κατέβει στο γειτονικό αγρό, προς μικρή συμπληρωματική εργασία και είχε αμελήσει ή νομίσει περιττό να κλείσει και την πόρτα του περίβολου του λαχανόκηπου.

Η γριά Χαδούλα ρώτησε και πάλι:

— Κι είναι στο χωριό η μάννα σας; Και σεις πώς είστε 'δω μοναχά σας;

— Είναι πατέλας ζω, είπε η μικρή.

— Πού;

— Εκεί κάτω. Έδειξε η μικρή.

— Και τι κάνει;

Η παιδίσκη έσειε τους ώμους. Δεν ήξερε τι να πει. Τέλος πρόφερε:

— Έχει ζ'λειά. (έχει δουλειά)

— Πώς σε λένε, κορίτσι μου;

— Μένα; Μ' σούδα (Μυρσούδα)

— Και την αδερφή σου;

— Τούλα (Αρετούλα).

Η Φραγκογιαννού σκέφθηκε:

«Θα φωνάξουν τάχα;... Θ' ακουστεί; Που ν' ακουστεί!... Πρέπει να κάμω γλήγορα, πρόσθεσε μέσα της. Αυτός, όπου είναι, τώρα σε λίγο, θά 'ρθει δω, γιατί θα σουρουπώσει και δεν θα βλέπει να κάνει δουλειά εκεί κάτω... Και πρέπει να φεύγω το γρηγορότερο, χωρίς να με δει, όπως δεν με είδε ως τώρα».

Δίστασε προς στιγμήν. Αισθάνθηκε μέσα της φοβερή πάλη. Έπειτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως:

«Καρδιά!... αυτό είναι μια απόφαση».

Και πιάνοντας με τα δύο χέρια τα δύο κορίτσια, τα έσπρωξε με μεγάλη βία.

Ακούσθηκε μεγάλος πλαταγισμός.

Τα δύο πλάσματα έπλεαν στο νερό της στέρνας.

Η μεγαλύτερη κορασίδα έριξε οξεία κραυγή, που αντήχησε στην μοναξιά του δειλινού.

— Μα...!

Από έμφυτη ορμή, η Φραγκογιαννού έστρεψε το πρόσωπο προς τη λευκή καλύβα, που μέχρι τώρα είχε στραμμένα τα νώτα και συγχρόνως ετοιμαζόταν να φύγει και συνάμα έστρεφε την άκρη του ματιού της προς τη στέρνα, για να δει αν διαρκούσε η αγωνία.

Πήρε το καλάθι της, το οποίο είχε αποθέσει καταγής και απομακρύνθηκε δύο βήματα.

Τα δύο μικρά πλάσματα σφάδαζαν μέσα στο νερό. Η μικρή είχε βυθισθεί ήδη. Η μεγαλύτερη πάλευε.

Μετά λίγα δευτερόλεπτα, η γριά άκουσε πίσω της κρότο πόρτας ανοιγόμενης και ασθενή φωνή.

Στράφηκε. Η θύρα της Καλύβας είχε ανοιχθεί. Η άρρωστη γυναίκα, η μητέρα των δύο κοριτσιών, ωχρή και τυλιγμένη με μάλλινο σεντόνι, όμοια με φάντασμα, στεκόταν στο χάσμα της πόρτας.

— Τι είναι; είπε με τρόμο η πάσχουσα γυναίκα.

Τότε η Φραγκογιαννού, με μεγάλη ετοιμότητα, καθώς στεκόταν όρθια, δύο βήματα προς τη στέρνα, έριξε το καλάθι της κάτω, το οποίο είχε αναλάβει μόλις και άρχισε να τρέχει, να πηδά και να φωνάζει:

— Τα κορίτσια!... Τα κορίτσια!...   Πέσανε μέσα!... Κοίταξε!... Δεν έχετε το νου σας, χριστιανοί;... Πώς κάμανε;... Και τ' αφήνετε μοναχά τους, κοντά στη στέρνα, νερό γεμάτη!... Καλά που βρέθηκα!... Να, τώρα πέρασα κι εγώ... Ο Θεός μ' έστειλε!

Κι ενώ αμέσως έσκυψε και αφαίρεσε αμέσως τη φουστάνα της, μένοντας με τη λεγόμενη «μαλλίναν», την εν είδει μεσοφοριού, βγάζοντας τα πατημένα χονδρά παπούτσια, μένοντας με τις κάλτσες τις τρυπημένες στην φτέρνα, ρίχτηκε βαριά, με πάταγο μέσα στο νερό της στέρνας.

Η γυναίκα η άρρωστη, είχε αφήσει βραχνή κραυγή κι έτρεξε να κατέβει τα δύο ή τρία πέτρινα σκαλοπάτια της εισόδου, παραπατώντας και μόλις δυνάμενη να βαδίζει απ΄ την αδυναμία.

Πριν αυτή φθάσει κοντά στη στέρνα, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερο κορίτσι, το οποίο της φαινόταν μάλλον πνιγμένο ήδη και το έσυρε αργά-αργά προς τα έξω, με την κεφαλή πάντοτε επίστομα στο νερό. Έπειτα σηκώνοντας το μικρό σώμα, αφού απέθεσε τούτο επί της λίθινης κρηπίδας, έσκυψε κι έπιασε την άλλη κορασίδα, τη μεγαλύτερη. Την έδραξε από το κράσπεδο του φορέματός της και από το ένα πόδι κι ενώ τραβούσε προς τα πάνω το σώμα, το κεφάλι έμενε κάτω, όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα μέσα στο νερό.

Τέλος, η μητέρα είχε φθάσει πλησίον της σκηνής και η Φραγκογιαννού έσυρε αποφασιστικά το σώμα προς τα έξω.

Το τοποθέτησε κοντά στο άλλο κορίτσι.

Τα δύο μικρά πλάσματα φαίνονταν αναίσθητα.

Η Φραγκογιαννού μετά από προσπάθεια, ψάχνοντας με τα πόδια στο νερό, βρήκε επί της νότιας πλευράς το στόμιο της στέρνας, το φραγμένο με πλατιά σανίδα με ψηλή σαν κοντάρι λαβή και πατώντας με το ένα πόδι επί της εσοχής εκείνης του τοίχου ανέβηκε με κόπο στην κρηπίδα στάζοντας όλη από τα νερά.

— Είδες! Δεν το συλλογίστηκα! ανέκραξε επιδεικτικά η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο επάνω, να ξεφράξω τη μπούκα, για ν' αδειάσει μονομιάς η στέρνα, πριν πνιγούν τα κοριτσάκια, τα καημένα!

Ήταν αλήθεια, άλλωστε, ότι δεν το είχε σκεφθεί.

Πλην υπάρχει υποκρισία και στην ειλικρίνεια.

Η Φραγκογιαννού τίναξε τα κράσπεδα των ενδυμάτων της, τα διάβροχα και ρίχνοντας βλέμμα στα δύο αναίσθητα σώματα, άρχισε με βία και σπουδή να λέγει:

— Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε... Χτύπημα με το καλάμι, για να ξεράσουν μαθές!... Καλά που είναι γλυκό το νερό... Πού είναι ο άνδρας σου, χριστιανή μου;... Έτσι τ' αφήνουν, μικρά κορίτσια, μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας;... Καλά που ήρθα! Ο Θεός μ' έστειλε... Από τον Ανάγυρο έρχομαι, απ' τον ελιώνα... Καλά που ήταν η πόρτα του μπαχτσέ ανοιχτή!... Πού 'ναι ο άνδρας σου; Πού 'ν' τος; Ότι μπήκα απ' την πόρτα, ακούω μπλουμ! Τρέχω... Τι να ιδώ! Δεν πρόφθασα... Ούτε ήξερα πως είσ' εδώ. Σε είχα στο χωριό πως βρίσκεσαι... Είχα μάθει πως ήσουν άρρωστη... Την τρομάρα που πήρα!... Τώρα, κρέμασμα ανάποδα και γλήγορα...

Δεν πιστεύω να είναι καλά πνιγμένα... Πού 'ναι... τος ο άνδρας σου; Πού 'ν' τος;

Και πιάνοντας μετά βίας το ένα σώμα, το μικρότερο, περί του οποίου ήταν σχεδόν βεβαία ότι ήταν νεκρό ήδη, το μετέφερε πλησίον ενός δένδρου, για να το κρεμάσει ανάποδα, όπως έλεγε.

— Πού είναι ένα σκοινάκι;... Να, βλέπω ένα σπάγκο με καλαμιά! Καλά, θα χρειαστεί.

Ένευε ανυπόμονα στην άρρωστη γυναίκα, να της φέρει κοντά την καλαμιά, με την οποία έπαιζαν προ μικρού οι δύο κορασίδες.

Η γυναίκα, ζαλισμένη, παραλογισμένη, συμπλέκοντας τα χέρια βρισκόμενη σε απορία, σε τρόμο, σε αγωνία, με ασθενή φωνή είπε:

— Μα πού 'ναι ο πατέρας τους;

— Εμένα ρωτάς; είπε η Γιαννού.

— Δεν φωνάζεις;... Δεν μπορώ να σκούξω, δεν έχω καρδίτσα, χριστιανή μου... Ίσως να είναι αποκάτω, στο χωράφι.

Η Φραγκογιαννού, αφού απέθεσε προς ώρα το μικρό σώμα καταγής, είχε τρέξει δύο βήματα και είχε λύσει την καλαμιά με τον σπάγκο και προσπαθούσε να τον λύσει ή να τον κόψει, για να δέσει μ΄ αυτόν τα πόδια της μικρής πνιγμένης στο κλωνάρι της κερασιάς και κρεμάσει το σώμα με κάτω το κεφάλι.

Συγχρόνως, απαντώντας στην επίκληση της γυναίκας, φώναξε με άγρια, αλλόκοτη φωνή:

— Γιάννη!... Γιάννη!

Η κραυγή αντήχησε στην κοιλάδα. Αλλά ο Γιάννης δεν φαινόταν.

Η Γιαννού έδεσε τα πόδια της μικρής και προσπαθούσε να την κρεμάσει, συγχρόνως δε επανέλαβε την κραυγή της:

— Γιάννη!.. Πού είσαι;... Έλα!... Τα κορίτσια πέσανε μες στην στέρνα!...

«Καλύτερα, που αργεί», έλεγε μέσα της.

— Δεν ακούει, θα πω, αυτός ο χριστιανός; Τόσο ταμάχι, στη δουλειά! Τώρα νύχτωσε πλια... Γιάννη! Γιάννη!...

Συγχρόνως συναισθάνθηκε ότι σχεδόν προδίδετε, καθότι η γυναίκα ρητώς δεν της είχε ειπεί ότι ο Γιάννης εργαζόταν στο χωράφι, αλλά μόνον η ιδία τον είχε ιδεί και αν της το είπε κάποιος, η πνιγείσα παιδίσκη της το είπε. Οπότε ξανάπε:

— Μα πού είναι;... Στο χωράφι, είπες; Και τι κάνει;... Ποιος να τρέξει, χριστιανή μου, ως εκεί... Συ είσαι άρρωστη γυναίκα... Γιάννη!... Πού είσαι, Γιάννη;

Τέλος ακούσθηκε φωνή, πέρα από τον ακρινό φράκτη, από την εσχατιά ερχόμενη.

— Τί είναι;... Ποιός φωνάζει;

— Τρέξε, Γιάννη!... Τα κορίτσια πνιγήκανε! έκραξε με μεγάλο κόπο η άρρωστη γυναίκα.

Μετά ένα λεπτό έφθασε τρέχοντας ο Γιάννης.

Η Φραγκογιαννού εντωμεταξύ είχε κρεμάσει το μικρό σώμα, έπειτα σήκωσε και το σώμα το άλλο, της μεγαλύτερης παιδίσκης και το ψηλαφούσε με τα δύο χέρια, ζητώντας να βεβαιωθεί αν ήταν νεκρό ήδη. Και συγχρόνως έριχνε λοξό ύπουλο βλέμμα προς τη δύστυχη μητέρα, την ωχρή και ριγούσα υπό το λευκό, μάλλινο σεντόνι της κι έσεισε την κεφαλή, ακουσίως οικτίροντας τη γυναίκα αυτή.

Όταν είδε από μακριά τον πατέρα, τον κηπουρό, να τρέχει προς τα εδώ, γύρισε το σώμα με την κεφαλή κάτω και το κρατούσε προσωρινά έτσι διστάζουσα και έντρομη.

— Τι είναι;... Τί τρέχει; έκραξε με άκρα απορία ο Γιάννης.

— Να! καλά που βρέθηκα! εφώναξε προς αυτόν η Φραγκογιαννού... Ερχόμουν από τον Ανάγυρο, με το κοφίνι μου. Έλεγα να σου δώσω κανένα βότανο, απ' αυτά που μάζωξα σήμερα στο ρέμα, για να κάμετε μαντζούνι για τη γυναίκα σου!... επειδή είχα μάθει πως ήταν άρρωστη... Καλά που βρέθηκε η πόρτα ανοιχτή!... Μπαίνω μέσα... Ακούω, μπλουμ! την τρομάρα που πήρα! Τα δύο κορίτσια, καθώς έπαιζαν με την καλαμιά, έπεσαν στη στέρνα... Κατά πως φαίνεται, όσο μπόρεσα να καταλάβω, είχαν πιάσει καυγά ποιά να κρατεί την καλαμιά, για να βγάλει τάχα τα ψάρια... Η μικρή ήθελε ν' αρπάξει την καλαμιά απ' τη μεγάλη... Σπρώχνοντας η μεγάλη τη μικρή, την έριξε μες στο νερό και πιάνοντας η μικρή τη μεγάλη, κατά πώς φαίνεται, την τράβηξε μαζί της μες στη στέρνα.

(Η Φραγκογιαννού είχε αυτοσχεδιάσει την ερμηνεία αυτήν εκ του προχείρου και εξ εμπνεύσεως). Αχ! την τρομάρα που πήρα! Ακούω ένα μπλουμ! Καλά που βρέθηκα! Ο Θεός μ' έστειλε... Αμμή, έτσι αφήνουνε, χριστιανοί μου, μικρά κορίτσια, να παίζουν μοναχά τους κοντά στη στέρνα, γεμάτη νερό!...

Ο Γιάννης βλέποντας τα δύο αναίσθητα σώματα στις ωχρές ακτίνες της αμφιλύκης, τραβώντας τα μαλλιά του, δαγκώνοντας τους αρμούς των δακτύλων του, απάντησε:

— Ω!... τι αμαρτίες!... έχεις δίκιο, χριστιανή μου! Αχ!... και τι ήταν αυτό!... Κι εγώ ήμουν κάτω στο χωράφι κι έβγαζα τα χορτάρια... και δεν μπορούσα να ησυχάσω, το έρμο!... Ένα σαράκι μ' έτρωγε!... Και δεν συλλογίστηκα πως η στέρνα ήταν γεμάτη. Κι είχα ένα φόβο, μιαν υποψία... έλεγα ν' αφήσω το βοτάνισμα, να 'ρθώ, να τρέξω, στον μπαχτσέ πίσω... Κι έλεγα, ο εξαποδώ κάτι μου σκαρώνει, κάτι μου μαγειρεύει... Και δε μου 'κανε καρδιά, ν' αφήσω τη δουλειά, το έρμο! Ωχ! δίκιο έχεις, ότι και να πεις, χριστιανή μου. Αχ! αχ! τι αμαρτίες;

Και με πολλή αγωνία, ο κηπουρός συνεργάστηκε στα πρόχειρα εναντίον του πνιγμού μέσα, τα οποία συνιστούσε η πολύπειρη Φραγκογιαννού.

Η γριά Χαδούλα, εξ ανάγκης έμεινε καθ' όλη εκείνη τη νύκτα στην καλύβα, όπου δοκίμασε όλα τα σπάνια και απερίγραπτα συναισθήματα της φόνισσας, μεταβαλλόμενης αίφνης σε γιάτρισσα των ιδίων θυμάτων της.

Με όλα τα κρεμάσματα και τις εντριβές, τα οποία εφήρμοσε αυτή, τα δύο κορίτσια πέθαναν.

Το πρωί έτρεξε ο Γιάννης στην πολίχνη για να δώσει είδηση στις αρχές, ενώ η Φραγκογιαννού έμεινε πίσω και συντρόφευε την άρρωστη μητέρα, κλαίουσα και οδυρόμενη, εξασκούσα και το έργο της παρηγορήτριας, σιμά στο επάγγελμα της γιάτρισσας.

Ο ειρηνοδίκης και ο «εκπληρών τ' αστυνομικά» πάρεδρος, ήλθαν επί τόπου. Η Φραγκογιαννού ανακρινόμενη διηγήθηκε τη χθεσινή εκδρομή της και την τυχαία διέλευσή της από το λαχανόκηπο.

Έπειτα επανέλαβε σχεδόν κατά λέξη όσα είχε ειπεί στον πατέρα των δύο κοριτσιών: «Η μικρότερη ήθελε ν' αρπάξει την καλαμιά απ' την μεγαλύτερη. Σπρώχνοντας η μεγάλη τη μικρή την έριξε μέσα στο νερό και πιάνοντας η μικρή τη μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την τράβηξε μαζί της μέσα στη στέρνα». Αυτά είπε μάλλον ως συμπερασμούς η ανακρινόμενη, διότι μόλις πάτησε το κατώφλι της θύρας, έλεγε κι άκουσε ένα μπλουμ! και δεν πρόφθασε να προλάβει την καταστροφή, μόνον επήρε «μεγάλη τρομάρα»

Ο παρεπιδημών ιατρός, κ. Μ., ήλθε, είδε τα πτώματα και συνέταξε την έκθεσή του, απεφάνθη ότι τα δύο κοράσια επνίγησαν "εκ πτώσεως εις το ύδωρ".

Ουδεμία ένδειξη ούτε υποψία υπήρχε κατά της Φραγκογιαννούς.

Τα δυο μικρά πλάσματα τα διάβασε ένας ιερέας, ελθών στο ναΐσκο του Αγίου Αντωνίου και τα έθαψαν εκεί έξω, μεταξύ σκίνων και θάμνων, πλησίον στη βόρεια πλευρά του ναΐσκου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Πέρασαν οι γιορτές του Πάσχα. Την εβδομάδα του Θωμά, η γριά Χαδούλα, βοηθούμενη από τη μικρή κόρη της, την Κρινιώ, έπλυνε μέσα στη μεγάλη αυλή του κυρ-Αλέξανδρου του Ροσμαή, γέροντα προκρίτου, ο οποίος ήταν σύντεκνός της και της είχε βαπτίσει σχεδόν όλα τα τέκνα. Στο υπόστεγο μέρος της αυλής, το καλούμενο λαδαρειό, δίπλα στην πελώρια ξύλινη καρούτα, που έμοιαζε πολύ με την Κιβωτό του Νώε, όπως την ζωγραφίζουν, πλησίον στο πηγάδι και όπου η ξανανθισμένη τεράστια μουριά εξέτεινε τους μεγάλους καταπράσινους κλώνους της, σαν χιαστή ευλογία, διδόμενη σταυροειδώς σε άξιους και ανάξιους, ο μικρός κήπος φραγμένος με δρύφρακτα ξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικά άνθη σε δρόσο γλυκασμού και απόλαυση οφθαλμών για όλα του Θεού τα πλάσματα, δίπλα στη μικρή κάμινο με την κτιστή στέρνα των σταφυλιών, είχε η Φραγκογιαννού τη μεγάλη, βαθιά σκάφη της και παραπλεύρως αυτής άλλη σκάφη η Κρινιώ και ακούραστες οι δύο από δύο ημερών έπλεναν, μπουγάδιαζαν, ξέβγαιναν, άπλωναν, στέγνωναν, μάζευαν και ακόμα δεν είχαν τελειώσει την καλή τους εργασία.

Τη δεύτερη ημέρα, η Φραγκογιαννού είχε ενοχληθεί πολύ από τα τρεξίματα, τους θορύβους και τα καμώματα ενός σμήνους μικρών παιδιών και κοριτσιών, τα οποία έμπαιναν μέσα στην αυλή και θορυβούσαν. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε τον αριθμό, εισέβαλλαν στην αυλή, έτρεχαν εδώ κι εκεί, χοροπηδούσαν, κυνηγιούνταν γύρω-γύρω στην καρούτα, έπαιζαν το κρυφτάκι, έσκυβαν στο πηγάδι, Νάρκισσοι για να ιδούν τη σκιά τους στο νερό, με κίνδυνο να πέσουν μέσα, εξέβαλλαν μεγάλες, άναρθρες φωνές, κορίτσια κρυπτόμενα πίσω από την καρούτα, στα σκοτεινά στενώματα, όπου τα έθελγε ο παιγνιώδης φόβος και όλα αυτά με μεγάλη παιδική αδιακρισία και φορτικότητα, μην αφήνοντας τη φίλεργη γριά και την κόρη της να κάμουν ήσυχες την εργασία τους.

Δύο πόρτες είχε η μεγάλη αυλή, τη μεγάλη και τη μικρή. Και τις δύο τις είχε κλείσει επανειλημμένα η Γιαννού με το μοχλό ή με το μάνδαλο, ελπίζοντας να βρει ησυχία κι οι δύο βρίσκονταν μετά από λίγο ανοικτές εκάστοτε, τούτο διότι και οι ένοικοι λάβαιναν συχνά ανάγκη να μπουν ή να βγουν και άλλοι εκτός των παιδιών έρχονταν απ΄ έξω, συγγενείς ή φίλοι του σπιτιού. Έκαμε παραστάσεις στη σεβάσμια γερόντισσα, την οικοκυρά, η οποία επανειλημμένως μάλωσε τα παιδιά, χωρίς αποτέλεσμα. Παραπονέθηκε σε δύο γειτόνισσες, μητέρες μερικών από τα θορυβούντα παιδιά.

Αυτές της απάντησαν ότι «να κοιτάζει τη δουλειά της και να μην κάνει κουμάντο σε ξένο βιο».

Κοντά το μεσημέρι, η Γιαννού έστειλε την Κρινιώ στο σπίτι, για να φέρει ψωμί και φάβα, την οποία είχε πει ότι θα έβραζε η Αμέρσα - που είχε πάντοτε τον αργαλειό της στο σπίτι και δε συνήθιζε να λαβαίνει μέρος στην πλύση και άλλες εξωτερικές εργασίες - για να γευματίσουν.

Η Φραγκογιαννού έμεινε προς ώρα μόνη, εξακολουθώντας να πλένει. Την ώρα εκείνη, υπήρχαν μέσα στην αυλή μόνο δύο ή τρία κορίτσια, τα οποία δεν θορυβούσαν κι αυτά λιγότερο από τα παιδιά. Αφότου μάλιστα είχε ιδρυθεί στο χωριό σχολείο των θηλέων, τα κορίτσια είχαν πολύ ξυπνήσει. Η κυρά δασκάλα πολλά γράμματα δεν τα δίδασκε, ακόμη λιγότερα χειροτεχνήματα, αλλά μόνον τα μάθαινε «να λάβουν θάρρος» και να μην κάνουν «σαν σκιασμένα» και σαν «βουνίσια» και κήρυττε ότι ήταν καιρός πλέον να «χειραφετηθώσιν».

Η Φραγκογιαννού τα μάλωσε επανειλημμένα, αλλά αυτά δεν άκουαν. Το ένα μάλιστα κορίτσι, μόλις επτά ετών, της γειτόνισσας της Προπαντίνας, η Ξενούλα, άρχισε να περιγελά τη γριά, με μιμικές κινήσεις των χεριών και του στόματος.

Κάποια στιγμή, τα δύο άλλα κορίτσια έτρεξαν έξω απ΄ την αυλή, η δε Ξενούλα, έμεινε και έσκυβε στο πηγάδι και ζητούσε, με μία βέργα, να φθάσει και να ταράξει το νερό. Έσκυβε επίμονα, αλλά η βέργα ήταν πολύ κοντή και δεν έφθανε.

— Ε! Θε μου και νά 'πεφτες μέσα, Ξενούλα! είπε με αλλόκοτο γέλιο η Φραγκογιαννού. Τι λευθεριά θά 'κανες της μάννας σου!

— Ε! Σε μου, τσαι νά 'μπεμπες μπέσα! μιμήθηκε παρωδούσα τη φωνή η Ξενούλα! Τσι λελυγιά τσάκαλες τση μπάμιας σου!

Είχε ανασηκωθεί λίγο και πάλι έσκυψε βαθύτερα από πριν.

Το στόμιο του πηγαδιού, τετράγωνο, ήταν φραγμένο με σανίδες άνισου πλάτους, ώστε οι πλευρές δεν είχαν το ίδιο ύψος. Η μικρή σανίδα, επί της οποίας έσκυβε η Ξενούλα, ήταν χαμηλότερη από τις άλλες τρεις, φθαρμένη, ολισθηρή, φαγωμένη από την προστριβή του σχοινιού του κουβά, με τον οποίον αντλούσαν νερό, με σκουριασμένα καρφιά, σάπια και κινούμενη.

Καθώς έσκυψε η παιδίσκη, στηρίχτηκε όλη, με το βάρος του σώματος επί του αριστερού χεριού, πάνω σ΄ αυτήν τη σανίδα, γλίστρησε, η σανίδα ενέδωσε, ξεκόλλησε από τη μία άκρη και η Ξενούλα έπεσε κατακέφαλα μέσα στο χάσκον στόμιο του φρέατος. Ακούσθηκε πνιγμένη κραυγή, κτύπος και έπειτα μεγάλος πλαταγισμός στο νερό.

Η επιφάνεια του νερού ήταν μία και μισή οργιά κάτω από το στόμιο, το δε βάθος του νερού πρέπει να ήταν μια οργιά.

Από έμφυτη ορμή, η Φραγκογιαννού θέλησε να φωνάξει και να τρέξει σε βοήθεια. Αλλά τη μεν κραυγή της η ίδια έπνιξε στον λάρυγγα, πριν την εκβάλει, οι δε κινήσεις παρέλυσαν και το σώμα της πάγωσε. Αλλόκοτος στοχασμός ήλθε στο νου της. Ιδού ότι μόλις σχεδόν σαν αστεϊσμό είχε εκφέρει την ευχή, να έπεφτε η παιδίσκη μέσα στο πηγάδι και ιδού έγινε! Άρα ο Θεός (τολμούσε να το σκεφθεί;) εισάκουσε την ευχή της και δεν ήταν ανάγκη να βάλει πλέον τα χέρια της, αλλά μόνο αρκούσε να εύχεται και η ευχή της εισακουόταν.

Μετά μία στιγμή, πήρε την απόφαση να έλθει μέχρι το στόμιο του πηγαδιού, να σκύψει και να δει στο βάθος.

Είδε την αγωνία της μικρής κόρης, να σφαδάζει μέσα στο νερό, είπε στον εαυτό της, ότι και αν ήθελε, δεν θα μπορούσε να τη σώσει. Αλλά βεβαίως, αν πνιγόταν... αυτήν θα κατηγορούσαν! Να κράξει τώρα βοήθεια, ήταν αργά. Αργά ίσως θα ήταν για να σωθεί η μικρή, αλλά πιθανώς δεν θα ήταν αργά για να δείξει αυτή την αθωότητα της. Και όμως δεν αποφάσισε να φωνάξει. Καλύτερο θα ήταν, αν αμέσως το είχε κάμει. Αλλά οποία κακή τύχη! Πώς την παίδευε η αμαρτία! Αν ήταν τώρα η Κρινιώ εδώ, πόσο ευκταίο θα ήταν! Εκείνη βεβαίως θα ήταν ικανή να κατέβει ξυπόλητη στο νερό - διότι το πηγάδι, όπως συνήθως συμβαίνει, είχε πατήματα στους εσωτερικούς τοίχους, εσοχές εντός του κτιρίου των λίθων, αν και ίσως πολύ επικίνδυνους και ολισθηρούς - και πιθανόν ήταν να κατόρθωνε η Κρινιώ να σώσει το μικρό κορίτσι. Τώρα όμως ήταν απελπισία και θάνατος!

Σ΄ αυτές τις στιγμές, η Φραγκογιαννού είχε λησμονήσει την πρώτη ιδέα της - ότι ο Θεός θέλησε να εισακουσθεί η ευχή της και να πνιγεί η παιδίσκη. Έπειτα ευθύς πάλι ο λογισμός αυτός της επανήλθε στο νου - και ακούσια γέλασε με πικρό γέλιο.

Εν ριπή οφθαλμού αποφάσισε τι έπρεπε να κάμει.

«Ας πάω στο σπίτι, είπε μέσα της. θα προφασισθώ, επειδή το Κρινιώ αργεί να έλθει - ίσως να μην είναι έτοιμο το φαΐ - πως πείνασα τάχα πολύ και προτίμησα να φάμε όλοι στο σπίτι, για να βγάλω απ' τον κόπο και το Κρινιώ, να κουβαλά».

Και αμέσως, αφού τοποθέτησε τη σκάφη με όσα ρούχα είχε μισοπλυμένα ακόμη πίσω από την καρούτα, σε μεγάλο ξύλινο αμπάρι, το οποίο κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στην τσέπη της, βγήκε τρέχοντας από την αυλή, από τη μικρή πόρτα, την έκλεισε απ΄ έξω με το μάνταλο και βγήκε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

Αφού το σώμα της Ξενούλας ανασύρθηκε από το πηγάδι, πνιγμένο και νεκρό, η γριά Χαδούλα δεν ήταν πλέον ήσυχη, κρυερός φόβος άρχισε να την κατατρέχει... Έλεγε ότι τώρα, αν και δεν έφταιγε, δε θα γλύτωνε πλέον.

Πράγματι, η εξουσία είχε αρχίσει να συλλαμβάνει υποψίες.

Η σύμπτωση, ότι η γριά εκείνη είχε βρεθεί να δευτεραγωνιστεί στον πνιγμό των δύο κοριτσιών του Γιάννη του Περιβολά στης Μαμούς το ρέμα, όπου όλη η υπόθεση, καίτοι δεν προέκυψαν στοιχεία ενοχής ή και νύξεις προς υποψία, είχε κάτι το παράδοξο και το αλλόκοτο και ότι αυτή πάλι η γριά βρισκόταν στην αυλή του γέροντα Ροσμαή, κατά τις ώρες περίπου όταν πνιγόταν στο πηγάδι η μικρή Ξενούλα, η θυγατέρα του Προπαντή, παρείχε κάποιες νύξεις υποψίας στον ειρηνοδίκη, ο οποίος επέσυρε την προσοχή του παρέδρου, του «εκπληρούντος τ' αστυνομικά».

Και τότε ο πάρεδρος, που ως δημόσιος κατήγορος περιοριζόταν μόνο να αγορεύει, κατά τις συνεδριάσεις των ποινικών, λέγοντας: «Κατά τις μαρτυρίες που είπαν οι μαρτύροι, φαίνεται να έκαμε ή φαίνεται να μην έκαμε την πράξιν», όλο δε τον άλλο καιρό δεν λάβαινε αφορμή να αναπτύξει τη δραστηριότητά του ή να τροχίσει τη γλώσσα του, απλώς απάντησε ότι «αφού έτσι το λέει ο ειρηνοδίκης, έτσι θα είναι κι έτσι μου φαίνεται» και τότε οι δύο αποφάσισαν να ανακρίνουν αυστηρότερα τη Χαδούλα, χήραν Ιωάννου Φράγκου κι εν ανάγκη να την προσωποκρατήσουν.

Κατά την πρώτη ανάκριση, που είχε γίνει επί ποδός κι επιτοπίως - τότε ο ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος δεν είχαν συλλάβει ακόμη ρητές υποψίες, ή δεν τις είχαν συζητήσει μεταξύ τους (οπότε διά της συνεπίνευσης του ενός η πεποίθηση του άλλου, όπως πάντοτε συμβαίνει, δεκαπλασιάζεται) - η Φραγκογιαννού με αταραξία είχε καταθέσει τα γνωστά ήδη γεγονότα, άνευ της εσωτερικής ψυχολογίας τους, ότι δηλαδή αυτή, εκεί που έπλυνε, «σαν απέρασε το μεσημέρι κι επείνασε κι η κόρη της η Κρινιώ είχε πάει στο σπίτι να φέρει το φαΐ και σαν αργούσε κι αυτή, είχε παραπεινάσει και την είχαν καταζαλίσει το πλήθος εκείνο τα παιδιά και τα κορίτσια, που εχαλνούσαν τον κόσμο με τα παιγνίδια και τις αταξίες τους μες στην αυλή και γύρω-γύρω στο λαδαρειό και γύρω-τριγύρω στην καρούτα και στο πηγάδι σιμά, στις φρόνιμες νουθεσίες της, αυτά, κακομαθημένα, την περιγελούσαν και την ερέθιζαν και την έκαμναν να χάσει την υπομονή - όλα τ' ανωτέρω επιβεβαίωσε κι η Κρινιώ, η κόρη της - τότε αυτή, καταζαλισμένη και μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια της απ' την πείνα, αποφάσισε να πάει στο σπίτι, για να φάγουν όλοι μαζί εκεί, να απαλλάξει και την Κρινιώ από τον περισσό κόπο της μεταφοράς του φαγητού κι αυτή να ησυχάσει προς ώραν και να ξαποστάσει. Βγήκε λοιπόν απ΄ την αυλή κι έκλεισε την πόρτα με το μάνδαλο.

Όταν μετά το γεύμα, ως μία ώρα αργότερα, επέστρεψαν στην αυλή, μαζί με την Κρινιώ, κατ' αρχάς δεν υποπτεύθηκαν τίποτε κι επανέλαβαν την εργασία τους. Ο θόρυβος των παιδιών είχε κοπάσει προς ώραν τότε. Όταν όμως μετά από λίγο χρειάσθηκε να αντλήσουν νερό από το πηγάδι, τότε το «γιουρδέλι», δηλαδή το άντλημα της Κρινιώς, προσέκρουσε σε στερεό σώμα μέσα στο νερό κι αυτή με έκπληξη και φόβο έκραξε τη μητέρα της. Τότε οι δύο μαζί ανακάλυψαν το σώμα της μικρής κόρης να επιπλέει ή μάλλον να είναι βυθισμένο ήδη μέσα στο νερό».

Η Κρινιώ ήταν εντελώς ειλικρινής, βεβαιώνοντας τα ανωτέρω.

Ο ειρηνοδίκης άκουσε ευμενώς την κατάθεσή της. Αλλά όμως έκαμε μορφασμό στη μητέρα της. Εκείνος ο μορφασμός - εκείνα τα «μούτρα» του ειρηνοδίκη - δεν της άρεσαν της Φραγκογιαννούς, που ήταν πολύ πεπειραμένη και τότε μεγάλη αγωνία την κυρίευσε.

Στο σπίτι της Τραχήλαινας της κόρης της, όπου βρισκόταν λίγο προ της δύσεως του ήλιου, δεν έπαυε να κοιτάζει ανήσυχη από το παράθυρο. Διεύθυνε το βλέμμα προς το δικό της μικρό σπίτι, το οποίο αν και δεν ήταν αντίκρυ, αλλά πλαγίως κείμενο, ήταν ορατό, επειδή εξείχε πέρα των λίγων μεσολαβουσών οικιών, δύο ή τρεις πήχες προς το δρόμο. Η Γιαννού, αν και συχνά κοίταζε, δεν έβλεπε τίποτε.

Η κόρη της, η Δελχαρώ, είδε την ανησυχία της κι άρχισε να κοιτάζει όπως η μητέρα της και αυτή.

Την ώρα της δύσεως του ήλιου, αίφνης με κρυφό φόβο της φώναξε:

— Μάννα! Μάννα!

— Τι είναι;

— Έλα να δεις!

— Τι;

— Δυο ταχτικοί στέκονται και κοιτάζουν έξω απ' την αυλή, στο σπίτι σας...

Η γριά Χαδούλα σηκώθηκε και είδε εκείνο το οποίο φοβόταν. Δύο «ταχτικοί», δηλαδή χωροφύλακες, όπως στους χρόνους του γιου της, του Μώρου - οπότε αυτός, προ δεκαπέντε ετών περίπου είχε σύρει απ΄ τα μαλλιά πάνω στο λιθόστρωτο του δρόμου τη μητέρα του και είχε μαχαιρώσει την αδελφή του - στέκονταν παραμονεύοντας και κοιτάζοντας άπληστα προς το σπίτι.

Η Φραγκογιαννού είδε και πείσθηκε ότι μεγάλος και επικείμενος κίνδυνος την απειλούσε.

— Πρέπει να πάρω τα βουνά, δυχατέρα! είπε αίφνης. Αν προφτάσω!

— Γιατί μάννα; είπε με αγωνία η Δελχαρώ.

— Γιατί... με γυρεύουν για να με φυλακώσουν.

— Αλήθεια;... Εσύ το έριξες, μάννα, το κορίτσι στο πηγάδι;

— Όχι, μάρτυς μου ο Θεός! Αυτό δεν το έκαμα, είπε η Φραγκογιαννού...

— Τότε;...

— Σώπα!

— Η αμαρτία σε κυνηγά μάννα, είπε δειλά η Δελχαρώ.

— Σώπα! Μουρλάθηκες; είπε βλοσυρά η μάννα της, υποπτευόμενη κάποιον υπαινιγμό στον τόνο με τον οποίο μιλούσε η κόρη της.

— Τι να πω κι εγώ η καημένη! είπε συμπλέκουσα τα χέρια με αμηχανία, η Δελχαρώ.

— Α! αυτό μην το λες! όχι! Δεν κάνει να το λες!

Και τρομαγμένη, κατέβηκε τη σκάλα να φύγει.

— Πού πας, μάννα;

— Στα βουνά, σου είπα!... Δώσε μου λίγο παξιμάδι.

Η Δελχαρώ έτρεξε ν' ανοίξει το ερμάριο και πήρε από κει λίγα παξιμάδια.

— Δώσε μου και το καλάθι μου... κι ένα μαχαιράκι, επανέλαβε με πολύ βιασύνη η Φραγκογιαννού... Βάλε μου κι ένα χράμι μάλλινο μέσα... και τη μανδήλα μου... τα παλιοτσόκαρά μου... Δώσε μου και το ραβδί μου... ψάξε να το βρεις!  

Η Δελχαρώ, με άκρα σιγή και υπομονή, προσπαθούσε να εκτελέσει όλες τις ετοιμασίες αυτές.

— Πού θα πας, μάννα; επανέλαβε κλαίγοντας. Ω! καίετ' η καρδιά μου!

— Μην κλαις!... Κάπου θα κρυφτώ, σε καμιά τρύπα... Ησυχία, εσείς φρόνιμα! ως που να περάσει η οργή του Κυρίου.

Και παίρνοντας το καλάθι και το ραβδί της, κατέβηκε σιγά.

Έκαμε το σταυρό της.

Αίφνης κοντοστάθηκε στο τρίτο σκαλοπάτι της σκάλας και στραφείσα προς τη Δελχαρώ, της είπε:

— Ξέρεις τι να κάμεις;... Θα πάω απ' τον απάνω δρόμο, για να γλυτώσω, να μη με ιδούν, τα σκυλιά... Και συ, αυτή τη στιγμή, να τρέξεις στο σπίτι... να καμωθείς πως δεν τους βλέπεις, τους ταχτικούς... και να φωνάξεις της Αμέρσας από κάτ' απ' το δρόμο: «Αμέρσα, είναι απάνω η μάννα;»...

....'Οχι, μη λες «είν' απάνω η μάννα»... μόνο να πεις: «Αμέρσα, πώς είναι η μάννα, είναι καλύτερα; έχει σηκωθεί;... Στο στρώμα είν' ακόμα;» Για να πιστέψουν πως βρίσκομαι απάνω στο σπίτι και πως είμαι άρρωστη... Για να μην υποπτευθούν τίποτα και με κυνηγήσουν τα σκυλιά!... Τρέξε, γλήγορα!

Έπειτα πρόσθεσε:

— Έχετε γεια... και καλή αντάμωση!...

Ευθύς ύστερα βγήκε κι η Δελχαρώ, τρέχοντας, με ελαφρό βήμα και διευθύνθηκε προς τη μητρική της οικία, να εκτελέσει την εντολή.

* * *

Η Φραγκογιαννού πήρε τον απάνω δρόμο, κατά τα Κοτρόνια, με γρήγορο βήμα. Στην τελευταία απήχηση του «καλή αντάμωση», το οποίο ευχήθηκε στην κόρη της, ακουσίως πρόσθεσε νοερά με πικρή ειρωνεία: «Ή εσάς θ' ανταμώσω εδώ ή τον αδελφό σας στη φυλακή θα πάω ν' ανταμώσω ή στον άλλο κόσμο θ΄ ανταμώσω τον πατέρα σας... κι αυτό είναι απ' τα τρία το σιγουρότερο!»

Καθώς ανέβαινε ασθμαίνοντας τον πετρώδη λόφο. «Έλα Παναγία μου, έλεγε μέσα της, ας είμαι κι αμαρτωλή». Έπειτα στα ενδόμυχα της ψυχής της είπε: «Δεν το έκαμα για κακό».

Μόλις προχώρησε λίγα βήματα και στους τελευταίους σποραδικούς οικίσκους της πολίχνης, πάνω στους βράχους, καθώς κατηφόριζε να φθάσει στο γιαλό, βλέπει τον Κυριάκο, τον κλήτορα της αστυνομίας, με το φέσι του με την κοντή φούντα ή «γαλίπαν», όπως την έλεγαν, με το καστανό του στριμμένο μουστάκι και να κρατά στο χέρι το κοντό ρόπαλό του, γύρω απ΄ το οποίο φαινόταν σκυταλοειδώς η επιγραφή «ισχύς του Νόμου».

Αυτός, συνοδευόμενος από ένα γέροντα απόμαχο, με στρατιωτική στολή, ερχόταν από ένα πλάγιο δρομίσκο, διευθυνόμενος στο γιαλό, όπου κατέβαινε και η Φραγκογιαννού και μετά από λίγο εξάπαντος θα την έφθαναν ή θα της έπαιρναν τα νώτα.

Ίσως η παρουσία του Κυριάκου εκεί, μαζί με τον απόμαχο, να ήταν τυχαία. Αλλά η ένοχη γυναίκα, μόλις τους είδε, ταράχθηκε και τάχυνε το βήμα. Της φάνηκε δε ότι κι εκείνοι το ίδιο έκαμαν.

Τότε η Γιαννού, καθώς έφτασε στο γιαλό, κατ' αγαθή συγκυρία, αίφνης είδε μπροστά της ανοικτή την πόρτα ενός σπιτιού, πολύ γνώριμο σ΄ αυτήν και ούτε στιγμή δε δίστασε να περάσει το κατώφλι.

Άμα μπήκε, ταραγμένη, έβαλε το μάνταλο και το σύρτη.

— Μαρουσώ, είσ' επάνω; έκραξε με σιγανή αλλά συριστική φωνή, ανεβαίνοντας τη σκάλα.

Μία γυναίκα κοντούλα, ροδοκόκκινη, βγήκε από την πόρτα ενός δωματίου και παρουσιάσθηκε χαμογελαστή, αλλά και με ανήσυχο το βλέμμα.

— Πού σ' αυτόν τον κόσμο, θεια-Χαδούλα; ρώτησε.

— Μην τα ρωτάς, παιδί μου... Μεγάλη συφορά μου επενέβηκε, άρχισε να λέει η Γιαννού.

Έπειτα ανήσυχη ρώτησε:

— Μην είν' εδώ ο κυρ Αναγνώστης;

— Όχι, δεν είν' εδώ, τόσο νωρίς δεν έρχεται, είναι στον καφενέ...

Αχ! θεια-Χαδούλα κι εγώ έλεγα πώς να κάμω, να 'ρθω στο σπίτι σου να σου πω τα τρέχοντα...

— Έμαθες τίποτα;

— Τα έλεγαν τώρα το απόγευμα, ο αφέντης μου, μαζί με τον κουμπάρο μας τον Αϊμερίτη, που ήρθε για να φουμάρει ένα τσιμπούκι και να κουβεντιάσουν, όπως συνηθίζουν.

— Και τι λέγανε;

— Ο ρηνοδίκης μαζί με τον αστυνόμο, θέλουν να σε συλλάβουν... Έλεγαν να στείλουν τους χωροφύλακες...

Σ' έχουν ύποπτη για το κοριτσάκι που πνίγηκε χθες μες στο πηγάδι.

— Ω! τρομάρα μου...

— Κι έλεγα να 'ρθω να σου πω, για να κρυφτείς, αν μπορέσεις...

Μα πώς βρέθηκες εδώ;

Η Φραγκογιαννού διηγήθηκε ότι, αφού μετά τη χθεσινή ανάκρισή της, κατάλαβε ότι ο ειρηνοδίκης άρχισε να την έχει «στην μπούκα του τουφεκιού», αισθάνθηκε κι αυτή φόβο μην κακοπέσει άδικα και ότι από το σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς, όπου έτυχε να βρίσκεται σήμερα το δειλινό, είχε δει τους χωροφύλακες να κατασκοπεύουν το δικό της το σπίτι, ότι αποφάσισε να φύγει στα βουνά, ότι, καθώς έτρεχε εδώ κάτω, κατά το γιαλό, σκοπεύοντας να πάρει το κρυφό μονοπάτι του βουνού, πίσω από τα Κοτρόνια, είδε τον Κυριάκο τον κλήτορα μαζί με ένα γέρο-ταχτικό, να έρχονται κατόπιν της, αλλά ότι κατά θεία νεύση, βρέθηκε κοντά στο σπίτι της Μαρουσώς, η οποία ξέρει καλά από παλαιό καιρό «τα πάθια της», φρόντισε να προσθέσει και βλέποντας την πόρτα ανοικτή, έσπευσε να εισέλθει, για να βρει άσυλο.

— Έχω κλειδώσει την πόρτα από μέσα, παιδάκι μου... απ' το σαστισμό μου, τι να κάμω! Μου ήτανε γραφτό να πάθω, όσα έπαθα. Έτσι νά 'χεις πολύ καλό, Μαρουσώ μου, δεν κοιτάζεις κρυφά, κρυφά από το παντζούρι εκείνο;... να δεις αν είναι ο Κυριάκος κάτω ή έχει τραβήξει;

Η Μαρουσώ ήλθε προς το παράθυρο που της υπέδειξε και κοίταξε κατά το δρόμο. Έπειτα επιστρέφοντας είπε:

— Είναι παραπέρα, εκεί... Στέκονται στο δρόμο μαζί μ' ένα γέρο απόμαχο... Έχουν πιάσει κουβέντα με το γείτονά μας τον ψαρά, τον Φραγκούλη.

— Και κοιτάζουν κατά δω;

— Κοιτάζουν στην αμμουδιά, πέρα.

Η γριά ήταν φοβισμένη κι έφερε τα χέρια γύρω στο πρόσωπο, σαν για να τραβήξει τα τσουλούφια της ή να σχίσει τα μάγουλά της.

Η Μαρούσα τη λυπήθηκε.

— Δεν κάθεσαι, θεια-Χαδούλα;... Μη φοβάσαι... Ότι είναι, θα περάσει... Κάθισε, να σου κάμω καφεδάκι να πιείς.

Η Γιαννού με δισταγμό κάθισε σε ένα χαμηλό σκαμνί, στα πρόθυρα του μαγειρείου, όπου γινόταν ο διάλογος.

Η οικία φαινόταν εύπορης οικογένειας και είχε πολλά χωρίσματα κι επίπλωση ευπρεπή.

— Δε θυμάσαι τα δικά μου, θεια-Χαδούλα... είπε μυστηριωδώς η Μαρούσα και το πρόσωπο της από ότι ήταν έγινε ακόμη ερυθρότερο... Θυμήσου τι τρομάρες, τι βάσανα πέρασα τότε κι εγώ! Κι ας είσαι καλά, πόσο με βοήθησες!

Έτσι θα περάσουν και τα δικά σου.

— Γιατί είπα εγώ πως εσύ ξέρεις τα πάθια μου! Επανέλαβε η Φραγκογιαννού με μετριοφροσύνη.

— Εκείνα που λες, ήταν πάθια δικά μου, διόρθωσε φιλαλήθης η Μαρουσώ.

Έψησε τον καφέ και τον κένωσε.

— Ο αφέντης μου, όπου είναι, θά 'ρθει... Πιε τον καφέ σου.

Βούτηξε και το ψωμάκι, πρόσθεσε κόβοντας μεγάλη φέτα ψωμιού.

Η γριά άρχισε να βουτά το ψωμί και να το μασά χωρίς όρεξη.

— Πολύ καλό νά 'χεις, έλεγε. Δεν πάει κάτω, παιδί μου... Απ' το χολοσκασμό που έχω... Φαρμάκι βγάζ' ο ουρανίσκος μου.

Έπειτα ξανάπε:

— Δεν κάνεις τον κόπο να κοιτάξεις πάλι απ' το παραθυράκι, έξω;... Είναι ακόμη ο Κυριάκος κάτω;

Η Μαρούσα υπάκουσε.

— Εκεί είναι θεια-Χαδούλα... Έπιασαν μεγάλη κουβέντα με τον Φραγκούλη.

— Και τώρα, πού να πάω;... Σαν έρθ' ο πατέρας σου;...

Βασίλεψ' ο ήλιος... σουρούπωσε... θα νυχτώσει.

Η Μαρούσα σκέφθηκε προς στιγμήν, έπειτα είπε:

— Εγώ έχω μεγάλη υποχρέωση σε λόγου σου, θεια-Χαδούλα...

Πώς να το ξεχάσω!

— Θυμάσαι; είπε ακουσίως χαμογελώντας η γριά.

— Και μπορώ να τ' αστοχήσω;...

Ότι μπορέσω να κάμω, θα κάμω για σένα.

— Ας είσαι καλά.

— Μου φαίνεται πως το καλύτερο είναι να σε κρύψω εδώ τη νύχτα, τώρα, πριν έλθει ο αφέντης μου.

— Πού;

— Κάτω, στο μικρό κατωγάκι, στο σοφά... ξέρεις;

— Α! είπε η Φραγκογιαννού, σαν να της ήλθε μία ανάμνηση.

— Και τα μεσάνυκτα, σαν λαλήσει τ' ορνίθι...

— Ε;...

— Κοντά να φέξει, ότι ώρα νοιώσεις...

— Καλά!

— Αν θέλεις, σηκώνεσαι και πας στο καλό, όπου σε φωτίσει ο Θεός.

— Ας είναι! είπε με στεναγμό η γριά.

— Την άλλη νύχτα πάλι, ανίσως και δεν ευρείς άλλο καταφύγιο σε μέρος πλιο κρυφό και πλιο σίγουρο, έρχεσαι και μου ρίχνεις ένα πετραδάκι σ' αυτό το παράθυρο ή στο μικρό μπαλκονάκι κατά το γιαλό, κατεβαίνω, σου ανοίγω και σε κρύφτω πάλι στο κατωγάκι.

— Καλά!... Μα, για κοίταξε, έφυγε ο Κυριάκος;

Η Μαρούσα πήγε πέραν του μεσότοιχου, στο παράθυρο προς το δρόμο, αργοπόρησε λίγο, ίσως γιατί είχε σκοτεινιάσει πλέον και δεν διέκρινε καλά έξω και επανήλθε.

— Δεν έφυγαν... εκεί είναι κι οι τρεις.

— Τώρα ένα πράμα δεν ξέρω, είπε σκεφτική η Φραγκογιαννού.

Δεν ξέρω αν με είδε ο Κυριάκος να μπαίνω εδώ, ή όχι...
Αν δεν μ' έχει δει και δεν μου κάνει καρτέρι, καλύτερα έχω να φύγω, να σας σηκώσω το βάρος από τώρα.

Έλεγε τούτο ειλικρινά. Στενοχωριόταν, ποθούσε τον αέρα του βουνού. Εκεί αισθανόταν ότι θα εύρισκε άνεση, ήλπιζε δε και ασφάλεια.

— Ότι κι αν είναι, δεν πρέπει να φύγεις απόψε, είπε με προθυμία η Μαρούσα, θερμαινόμενη απ΄ την ανάμνηση. Κάθισε, θεια-Χαδούλα απόψε στο κατωγάκι, για να με κάμεις να θυμηθώ τα παλιά μου βάσανα. Θα μου έρθουν τάχα σαν όνειρο στον ύπνο μου;

— Έτσι τα θυμάται, πλιο, κανείς παιδάκι μου, είπε με πονηρή αφέλεια η γριά. Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της.

— Αλήθεια!... και πόση πίκρα φέρνει στο τέλος! συμπλήρωσε μελαγχολικά η Μαρουσώ.

Η οικία ήταν διπλή. Εκτός από το κυρίως κτίριο, είχε μικρό παράρτημα προς βορρά, όπου ήταν το μαγειρείο και κάτω από το μαγειρείο βρισκόταν «το μικρό κατωγάκι». Εκεί μέσω της καταπακτής και μιας μικρής σκάλας οδήγησε η Μαρούσα την ξένη της, πριν έλθει ο κυρ Αναγνώστης, ο οικοδεσπότης. Της έφερε ψωμί, ένα κομμάτι κρύου βραστού, υπόλοιπο του γεύματος, τυρί, νερό, ποτήρι οίνου και την εγκατέστησε επάνω στο σοφά του μικρού κατωγιού, που χρησίμευε ως αποθήκη διαφόρων οικιακών σκευών. Της έστρωσε ένα παλιό κιλίμι, μία τριμμένη τσέργα, ένα μικρό σεντόνι, της έβαλε μία προσκεφαλάδα σκληρή, με γέμισμα από λινόξυλα και της ευχήθηκε καλή νύκτα και «ύπνον ελαφρόν».

Ελαφρός ή βαρύς, ο ύπνος της Φραγκογιαννούς δεν ήταν δυνατό να ήταν εύκολος ούτε ευάρεστος, βρισκόμενη σε τέτοια ταραχή και τέτοιο τρόμο. Αλλά το περιβάλλον την έκαμε προς ώρα να λησμονεί σχεδόν τα παρόντα και την ίδια τρομερή θέση της και να αναπολεί τα παρελθόντα. Εκείνο το οποίο μετριοφρόνως η Γιαννού είχε ονομάσει δύο φορές «τα πάθια της», η δε Μαρούσα ειλικρινώς είχε αναγνωρίσει μάλλον ως «πάθια» και «βάσανα» δικά της, είχε συμβεί προ οκτώ ή δέκα ετών.

Ο κυρ Αναγνώστης Μπενίδης, άτεκνος, είχε πάρει ως ψυχοκόρη τη Μαρούσα και την είχε αναθρέψει όσο αυστηρά μπόρεσε η σύζυγος του, που ήταν πεθαμένη προ δεκαπέντε ετών.

Ο κ. Μπενίδης ήταν στον καιρό του το σημαντικότερο πρόσωπο του τόπου του. Είχε διατελέσει δημογέροντας προ του Αγώνος, πληρεξούσιος στις πρώτες Συνελεύσεις Τροιζήνος, Προνοίας, Άργους, κτλ., δήμαρχος προ του Συντάγματος. Έπειτα μετά το Σύνταγμα, διετέλεσε ως ανώτερος υπάλληλος σε πολλά μέρη.

Τη Μαρούσα, Εβραιοπούλα ή κατ' άλλους Τουρκοπούλα, είχε προσλάβει σε ηλικία σχεδόν βρεφική και την είχε βαπτίσει.

Έπειτα, όταν κατά τα τελευταία χρόνια, ως συνταξιούχος αποσύρθηκε στον τόπο του, την πάνδρεψε μ' ένα ανεψιό του και της έδωκε ως προίκα το μικρό αυτό κολλητό σπιτάκι, στο ισόγειο του οποίου βρισκόταν τώρα η Φραγκογιαννού, αρκετά αγροτικά κτήματα και λίγα μετρητά, υποσχόμενος να της αφήσει ως κληρονομιά και την κυρίως οικία και ότι άλλο ήθελε βρεθεί δικό του μετά θάνατο.

Ο γαμβρός, αφού απέκτησε ένα τέκνο, έλειπε όλον τον καιρό. Ταξίδευε λοστρόμος με τα καράβια. Ήταν φημισμένος ναυτικός, αλλά σπάταλος και αξένοιαστος. Τώρα τελευταία, είχε αργήσει τρία χρόνια να έλθει στον τόπο. Εντωμεταξύ ο γηραιός κυρ-Αναγνώστης είχε χηρεύσει και η ψυχοκόρη, κατά την απουσία του συζύγου υπηρετούσε διαρκώς στο σπίτι το θετό πατέρα της, όπως και από παιδί ήταν συνηθισμένη. Ο σύζυγος έγραφε από καιρό σε καιρό επιστολές, υποσχόμενος ότι θα έλθει, αλλά δεν ερχόταν. Το θυγάτριο της Μαρούσας ήταν ήδη τεσσάρων ετών και ούτε ο πατέρας είχε δει ποτέ το τέκνο, ούτε αυτό γνώριζε την όψη του πατέρα.

Κατ' εκείνο τον καιρό, μαζί με την ανάπτυξη του εμπορίου και της συγκοινωνίας, είχαν αρχίσει να ξανοίγουν κάπως και τα ήθη στο μικρό απόκεντρο τόπο. Ξένοι ερχόμενοι από τα άλλα μέρη της Ελλάδος, τα «πλέον πολιτισμένα», είτε υπάλληλοι της κυβερνήσεως, είτε έμποροι, μετέφεραν νέες, ελεύθερες θεωρίες περί όλων των πραγμάτων. Αυτοί την αιδώ και τη συστολή την ονόμαζαν βλακεία, την εγκράτεια και την σωφροσύνη αφέλεια. Τη διαφθορά και τη λαγνεία ονόμαζαν «φυσικά πράγματα». Η δύστυχη Μαρούσα, που δεν είχε γεννηθεί στον τόπο, αρχικά δεν ήταν πολύ αυστηρή ούτε σεμνοπρεπής, είχε δε μικρή δόση ελαφρότητας.

Τον καιρό εκείνο, βρίσκονταν στο νησί, ένας γραμματεύς του ειρηνοδικείου, άγαμος, φουστανελάς, ένας γραμματεύς του Λιμεναρχείου, βρακάς, αξιωματικός του οικονομικού Ναυτικού κλάδου, γεροντοπαλίκαρο, ένας ενωμοτάρχης κομψευτής, με λιγνή μέση και αγκιστροειδές μουστάκι, ένας τελωνοφύλακας που είχε τριπλάσιο εισόδημα από το μισθό του και δύο ή τρεις πράκτορες ξένων εμπορικών οίκων ή άλλοι μέτοικοι. Όλοι αυτοί, είχαν παντοτινή συντροφιά με δύο ή τρεις άλλους νεαρούς εμπορευόμενους, κομψευόμενους, με «ελληνικούρες» πολλές στη γλώσσα και με πολλές «προσρήσεις». Με τους τελευταίους τούτους αναγκάζονταν να έρχονται συχνά σε επαφή πολλές γυναίκες και σώφρονες άλλωστε, του τόπου, χάρη στα αναπόφευκτα και ατέλειωτα ψώνια, από τα οποία αδύνατον να απαλλαγεί ποτέ ο γυναικείος κόσμος.

Από τα τόσα βρόχια, τα οποία της είχαν ρίξει στο δρόμο της, από τις τόσες πολιορκητικές μηχανές, τις οποίες της είχαν στήσει όλοι οι προαναφερόμενοι επιχειρηματίες, δεν δυνήθηκε να γλυτώσει η Μαρούσα και μετά λίγο καιρό αυτή, εν απουσία του συζύγου, βρέθηκε έγκυος. Και το εννόησε όταν ήταν ήδη δύο μηνών. Αλλά πριν το ανακαλύψει αυτή, όλη η γειτονιά φυσικά το ήξερε, ίσως και προτού να συμβεί το πράγμα. Μόνο ο κυρ-Αναγνώστης βρισκόταν σε άγνοια.

«Ο κόσμος», όπως είπε τότε η πονηρή Κοκκίτσα, μία γειτόνισσα, «τό 'χε τούμπανο, κι αυτός κρυφό καμάρι»

Υπήρξαν και οι κακές γλώσσες, οι οποίες είπαν χωρίς την ελάχιστη πιθανότητα φυσικά, ότι ο κυρ Αναγνώστης εφάρμοζε την παλαιά μέθοδο του Δαβίδ και ότι διά νεαράς πνοής και θερμού αίματος ζητούσε να «ξανανιώσει». Αλλά η Κοκκίτσα και δύο ή τρεις άλλες γειτόνισσες, που τα έλεγαν σιγανά και γελούσαν συριστικά μεταξύ τους, ισχυρίζονταν ότι, δήθεν «απ' το παιδί έχουν πολλοί μερδικό», ότι το κεφάλι πρέπει να είναι του γραμματικού, του φουστανελά με το τεράστιο φέσι και τη μακρότατη φούντα, η μέση, θα είναι βέβαια του νωματάρχη, του σεβταλή, το ένα το ποδάρι (στο λάκκο!) του γέρο-κολασμένου, του βρακά, το ένα χέρι (μακρύ χέρι!) του τελωνοφύλακα, και το άλλο χέρι (παστρικό χέρι!) του ψιλικατζή, με τις ελληνικούρες.

Πρώτη η Κοκκίτσα είχε προσκληθεί μυστηριωδώς από τη Μαρούσα (σημειωτέον ότι αυτή, όσο και αν φαινόταν απονήρευτη, είχε εννοήσει ότι η Κοκκίτσα την υποπτευόταν προ πολλού, οπότε προσποιήθηκε κι αυτή ευθύνη, αναγκαστική εμπιστοσύνη για να την κολακεύσει, ελπίζοντας ότι θα την έπειθε και με δώρα, να σιωπήσει) είχε προσκληθεί, λέγω, να λάβει γνώση του μυστηρίου. Η Μαρούσα, «αδερφή να την κάμει, απ' το Θεό και στα χέρια της», έπεσε στον τράχηλό της και την ικέτευε να κάμει έλεος αν ξέρει τίποτε ψευτογιατρικά, για να εξαφανισθεί, ει δυνατόν, ο καρπός της αμαρτίας κι ο Θεός πλέον ας γινόταν εύσπλαχνος! Γιατί αλλιώς αυτή βέβαια - τι την ήθελε τέτοια ζωή; - θα έπεφτε βέβαια, στο γιαλό να πνιγεί, καθώς ήταν μάλιστα και σιμά, από κάτω απ' το σπίτι, η θάλασσα. Η Κοκκίτσα την καθησύχασε με λόγια παρηγοριάς και άρχισε να εφαρμόζει σ΄ αυτή διάφορες αλοιφές και έμπλαστρα, τα οποία δεν είχαν αποτέλεσμα.

Δεύτερη προσκλήθηκε η Σταμάτω, πτωχή χήρα κι η Κονδύλω η αδελφή της, αλβανόγλωσσες οι δύο, καταγόμενες από μία των νήσων του Σαρωνικού. Αυτές έκαναν εντριβές στο σώμα της άτυχης γυναίκας. Και τις τρεις με ότι έκλεβε από τις οικονομίες του κυρ -Αναγνώστη, τις αντάμειβε. Κι εκείνες μάκρυναν τις αλοιφές και παρέτειναν τις εντριβές, χωρίς αποτέλεσμα πάντοτε.

Την εσπέρα, ανεβαίνοντας οι τρεις στην αυλή της κυρά-Θωμαής, λίγα σπίτια παραμέσα, όπου έρχονταν κι η γριά-Χιόνω κι η θεια-Κυράννω, όλες μετανάστιδες εκ Μακεδονίας του 1821, τα έλεγαν μεταξύ τους. Οι τρεις πρώτες έδιναν κάθε βραδύ τακτική αναφορά στην κυρά-Θωμαή και στις δύο άλλες γριές και όλες μαζί χασκογελούσαν.

Μάλιστα τα όψιμα ελληνικά της Σταμάτως, καθώς περιέγραφε την κατάσταση της εγκύου («αυτή όλη κοντό είναι και τα πόδια της κοντή το έχει!... θα μην το ρίχνει, τάχατες!...») επέτειναν τα γέλια τους.

Και στις εκθέσεις της Σταμάτως, η γριά Κυράννω πρόσθετε τα σχόλιά της, με τη Μακεδονική της διάλεκτο.

— Αυτηνιές, σι λιέου, είνι παλιοφουράδες!... Αχιλώνις, μαρή... Που στα χουργιά, τα θ' κάμας! να του φτιάξ' καμμιά αυτ'νό, θε τ'βγαλ'νι, σι λιέου, στου γουμαρουπάζαρου!...

Τελευταία απ' όλες κλήθηκε να λάβει μέρος η Φραγκογιαννού, ως σοφότερη όλων των άλλων. Η Μαρούσα είχε αρχίσει να απελπίζεται από τις τρεις πρώτες «ψευτομαμμές» και κατέφυγε σ΄ αυτήν σαν τελευταία ελπίδα. Πράγματι, η γριά Χαδούλα με τα φάρμακά της, με τα μαντζούνια της και με τα ζεστά ή κρύα όσα έδιδε να πιει στην πάσχουσα, με τη βοήθεια και των εντριβών τις οποίες εκτελούσε με επιδεξιότητα πολύ καλύτερα από τις άλλες, κατόρθωσε εντός ολίγων ημερών να επιφέρει την έκτρωση.

Ο κυρ-Αναγνώστης ουδέποτε έμαθε τίποτε.

Αυτή ήταν η παλαιά εκδούλευση και αυτή η ευγνωμοσύνη την οποία είχαν υπαινιχτεί σήμερα οι δύο. Αυτά ήσαν της Φραγκογιαννούς «τα παλιά τα πάθια της» κι αυτά ήταν της Μαρούσας «τα βάσανά της».

Η ανάμνηση κατείχε το νου της Φραγκογιαννούς όλη την ώρα, ενώ έκειτο επί του σοφά, στο σκοτάδι γιατί λύχνο δεν της είχε φέρει η φιλοξενούσα, μόνο ένα κεράκι και λίγα σπίρτα της είχε αφήσει. Όλη αυτή την παλαιά ιστορία αναλογιζόταν και ο ύπνος ποτέ δεν της ερχόταν. Ερευνώντας τη συνείδησή της, ένα πράγμα εύρισκε, ότι είχε κάμει και τότε και τώρα το είχε κάμει για το καλό. Κουλουριαζόταν από κάτω στο μάλλινο σκέπασμα, επί του δεξιού πλευρού κείμενη κι έσκυβε την κεφαλή στο στέρνο και προσπαθούσε να ζαλισθεί, να ναρκωθεί, να της έλθει λήθαργος. Τότε, μετά χρόνους, θυμήθηκε και την σύντομη προσευχή, την οποίαν της είχε επιβάλει άλλοτε να λέει συχνά ένας γέρων πνευματικός, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».

Η συχνή επανάληψη της ευχής ενήργησε και η Χαδούλα ναρκώθηκε για λίγα λεπτά και αποκοιμήθηκε. Πλην, πάραυτα στον ύπνο της ή στο ξύπνιο της, (δεν ήξερε καλά), της φάνηκε ότι μέσα, στο βάθος της ψυχής της, άκουε φωνή βρέφους, κλάμα, μινυρισμό θρηνώδη. Τούτο έμοιαζε με τη φωνή της μικρής εγγονής της, της προ ολίγων μηνών, διά χειρός αυτής... τελειωθείσης...

Η γριά ξύπνησε έντρομη, ανατινάχθηκε όλη. Ανασηκώθηκε και αισθανόταν μεγάλο σπαραγμό, αλλά συγχρόνως και καλύτερη σωματική άνεση. Ο σύντομος εκείνος ύπνος είχε εξαλείψει απ΄ αυτήν το νευροπαθές και το ανήσυχο. Ψηλάφησε, βρήκε τα σπίρτα, άναψε το κερί, πήρε το ραβδί της, το καλάθι της, έβαλε μέσα σ΄ αυτό και τα παπούτσια της και ανυπόδητη, με τις κάλτσες, κίνησε να φύγει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Η Μαρούσα της είχε δώσει το κλειδί του μικρού κατωγιού, της είπε να βγει απ’την ιδιαίτερη πόρτα, προς το δρόμο, να κλειδώσει απέξω και να πάρει το κλειδί μαζί της, για να το μεταχειρισθεί πάλι την άλλη νύκτα, αν έμελλε να επανέλθει. Όσο γι αυτήν, αν υπήρχε ανάγκη να κατέβει στο κατωγάκι, θα κατέβαινε απ΄ το μέρος, απ΄ το οποίο είχε οδηγήσει εκεί την ξένη της, την εσωτερική σκάλα και την πόρτα του μεσότοιχου.

Πράγματι, η Φραγκογιαννού αισθανόταν πλέον μεγάλη λύπη και το στενό κατωγάκι με τον υγρό αέρα του τη στενοχωρούσε. Καιρός ήταν να αναπνεύσει πλέον τον αέρα του βουνού, πριν οι διώκτες χωροφύλακες την κλείσουν, ίσως διά βίου, στα υγρά και ανήλια υπόγεια της ανθρώπινης θέμιδας.

Εξήλθε και, κάτω στα βάθη της ψυχής της, μινύριζε ακόμη η θρηνώδης φωνή του βρέφους, του μικρού κοριτσιού που πέθανε άδικα. Στάθηκε στο χάσμα της πόρτας, κοίταξε με προφύλαξη έξω, δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω στο δρόμο, δεν είδε ψυχή ούτε σκιά. Έβαλε φτερά στα πόδια της.

Δεν ήταν πρώτη φορά που άκουε μέσα στην ψυχή της, όπου υπήρχε σκοτεινή, σπηλαιώδης ηχώ, το πένθιμο εκείνο κλάμα του βρέφους. Και νόμιζε ότι έφευγε τον κίνδυνο και τη συμφορά και την πληγή την έφερε μαζί της. Και φανταζόταν ότι έφευγε απ΄το υπόγειο και τη φυλακή και η φυλακή και η κόλαση ήταν μέσα της.

Η ώρα ήταν ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, νύχτα ασέληνη, αστροφεγγής. Αρχές Μαΐου, δεύτερη εβδομάδα μετά από όψιμο Πάσχα.

Η εξοχή ευωδίαζε, η αύρα μυροβολούσε. Λίγα άγρυπνα πουλάκια κελαηδούσαν πάνω στα κλαδιά.

Η Φραγκογιαννού πήρε το δρομίσκο, τον πολύ γνωστό σ΄ αυτήν, στενό και έρποντα, πίσω από τους κήπους και κάτω απ΄τα βράχια. Ο δρομίσκος μόλις ήταν ορατός στην αστροφεγγιά, καλυπτόμενος εν μέρει από τους προεξέχοντες ράμνους των θάμνων και των βάτων, που προέκυπταν από τους φράκτες των κήπων. Η ευκίνητη γριά πατούσε πάνω σε χόρτα και χαμομήλια και σε χλωρά αγκάθια, ανερχόταν δε με βήμα κόρης, νεαρής βοσκοπούλας του βουνού, τον ανηφορικό δρομίσκο.

Είχε τελειώσει η μακρά σειρά των κήπων και των περιβολιών προς τα δεξιά της, ενώ αριστερά της παρετείνετο ακόμη ο μικρός βραχώδης λόφος, τα Κοτρόνια, με τις τρεις γραφικές κορυφές τους τη μία κατόπιν της άλλης, τα επιστεφόμενα από ανεμόμυλους και μικρά λευκά καλύβια και σπιτάκια, έρποντα γύρω τους. Τώρα πλέον, έφθασε σε μέρος όπου άρχιζαν αμπέλια, αγροί με οπωροφόρα δένδρα, όσο ήταν ακόμη πλαγινός ο ανήφορος και ελαιώνες ή αγροί με ψηλά στάχυα, σειόμενα από τη νυκτερινή αύρα, από κει, όπου ο ανήφορος γινόταν πιο απότομος και πάνω.

Η Φραγκογιαννού, με ελαφρό άσθμα, έτρεχε, έτρεχε, μαστιζόμενη στο πρόσωπο από το απόγειο το πρωινό, το αντίπνοο, του Βορρά, το χαϊδευμένο εωθινό τέκνο.

Έσπευδε να φθάσει το ταχύτερο, πριν ανατείλει η ημέρα, στα μέρη τα οποία αυτή γνώριζε. Υπήρχαν, κατά τους βόρειους γιαλούς του νησιού, πολλοί κλεφτότοποι, μέρη απάτητα, σπήλαια και βράχοι, όπου φύτρωνε το αγριοβότανο και η κάππαρη και τα κρίταμα και η αρμυρήθρα και όπου τους υπάρχοντες λίγους δρόμους κατέστρεφαν καθημερινά τα κοπάδια των εριφίων και των αιγών. Εκεί θα ήταν το άσυλό της, εκεί οπού ήταν οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας της.

Σε εκείνους τους βόρειους γιαλούς, σιμά στο άγριο και γαλανό πέλαγος, στο παλαιό Κάστρο, το κτισμένο πάνω σε γιγαντιαίο θαλασσόπληκτο βράχο, εκεί είχε γεννηθεί η Χαδούλα κι εκεί είχε ανατραφεί ως δέκα ετών κόρη.

Έπειτα, όταν ειρήνευσαν τα πράγματα και η νέα πολίχνη κτίσθηκε στο λιμάνι το νότιο, η μάννα της, η μάγισσα, η πολυκυνηγημένη από τους κλέφτες και τους λιάπηδες, συχνά την είχε επαναφέρει στα μέρη εκείνα, της είχε δείξει όλους τους κλεφτότοπους, τους άβατους βράχους και τα άντρα και της είχε διηγηθεί για ένα έκαστο των τόπων εκείνων ανά μία ιστορία, φανταστική ή αληθινή. Σε εκείνα τα μέρη, όταν την πάνδρεψαν και την «εκουκούλωσαν» και την «ενεκροβλόγησαν» κατά τη συνήθη φρασεολογία της μητέρας της, της είχαν δώσει ακόμα και την προίκα της. Το σπίτι, στο Κάστρο το έρημο και το χωράφι στο Μποστάνι, στον απάτητο κρημνό. Ύστερα, όταν αυτή νοικοκυρεύτηκε κι έμαθε πολλά και πρόκοψε σε γυναικεία σοφία και συνήθισε να θηρεύει τα βότανα και τα τρίφυλλα και τις δρακοντιές στους λόγγους και τα βουνά, πολύ συχνά είχε επισκεφθεί τα μέρη εκείνα, χάριν των ερευνών της.

Εκεί λοιπόν πήγαινε και τώρα, αν έδινε ο Θεός να φθάσει ασφαλώς, αλλά σε ποια δεινότατη περίσταση. Και ποία άρα θα ήταν η τύχη της από ΄δώ και πέρα; Μόνο ο θεός το ήξερε.

* * *

Πριν φθάσει στο μέρος όπου ο δρόμος απότομα ανηφόριζε, καθώς περνούσε έξω από ένα περιβόλι, φραγμένο με πυκνούς βάτους και θάμνους ψηλούς και εν μέρει με τοιχογύρισμα, μέσα στον οποίο υπήρχαν πολλών ειδών οπωροφόρα δένδρα, η Φραγκογιαννού κατά τύχη σκόνταψε στο δρόμο, έκαμε δε μικρό θόρυβο, πέφτοντας ελαφρώς επάνω σε ένα θάμνο. Αφήκε μικρή φωνή όμοια με στεναγμό.

Την ίδια στιγμή άκουσε πολύ πλησίον της, αλλά μέσα από το φράκτη, δυνατό γαύγισμα σκύλου. Ανορθώθηκε και με ταχύτερο βήμα εξακολούθησε το δρόμο της.

— «Ποιός να είναι;» είπε μέσα της.

Ακούσθηκε τότε μία φωνή, βραχνή και νυσταλέα, αλλά απότομη.

— Ε! βάρδ' απ' τα περιβόλια! Ανοιχτά!... Ανοιχτά!

Αναγνώρισε τη φωνή του Ταμπούρα, του δραγάτη. Κατάλαβε τότε τι συνέβαινε. Το περιβόλι, έξω από το οποίο είχε σκοντάψει, ανήκε στον τότε Δήμαρχο του τόπου. Μέσα σ΄ αυτό, σιμά στα άλλα δένδρα, υπήρχαν και λίγες κερασιές, με καρπούς σχεδόν ώριμους ήδη και μελανωπούς στην αστροφεγγιά, ανάμεσα στα μαυροπράσινα φύλλα. Ο Ταμπούρας, μη έχοντας τι άλλο να φυλάξει, επειδή δεν ήταν ακόμη η ώρα των οπωρών ούτε των καρπών, κοιμόταν στο περιβόλι του Δημάρχου, μέσα σε μικρή καλύβα με το σκύλο του και φύλαγε τα κεράσια, μην τα κλέψουν οι δημότες του άρχοντα.

Φεύγοντας, άκουε ακόμα το γαύγισμα του σκύλου, συγχρόνως δε «αυτιάστηκε» και της φάνηκε ότι άκουε ανθρώπινα βήματα. Αλλά απατήθηκε. Ίσως ήταν μάλλον αντίκτυπος και ηχώ των δικών της βημάτων.

Φαίνεται ότι ο αγροφύλακας μόλις είχε μισοξυπνήσει και έβαλε, ως εν υπνοβασία, μηχανικώς, την συνήθη φωνή του. Έπειτα ευθύς πάλι αποκοιμήθηκε.

Η Χαδούλα έγινε άφαντη στο ύψος του λόφου, πίσω από τα δένδρα. Εκεί στάθηκε μία στιγμή και έτεινε το αυτί. Τίποτε δεν άκουε παρά μόνο το λάλημα ενός πουλιού, το σύριγμα ενός νυκτερινού εντόμου και το φύσημα της αύρας. Τότε της ήλθαν στο νου τα κεράσια, τα οποία είχε διακρίνει αμυδρά στίλβοντα σε ένα κρεμάμενο κλώνο, εξέχοντα λίγο έξω από το φράκτη του δημαρχιακού περιβολιού, σιμά εκεί όπου είχε σκοντάψει και είπε:

— Αχ! Και δεν έκαμα να φτάσω ένα κεράσι, να δροσίσω το στόμα μου, που είναι φαρμάκι. Ξέχασα να πιω μια σταξιά νερό πριν φύγω... Ας φτάσω στη βρύση, μια!

Τότε μόνο θυμήθηκε, ότι δεν είχε πιει νερό πριν βγει από το κατωγάκι, όπου είχε περάσει λίγες, αλλά τόσο μακρές εναγώνιες ώρες.

Η Χαδούλα αναλογίσθηκε με πικρία, ότι όλα και τα μικρότερα πράγματα, πρωθύστερα και ανάποδα της έρχονταν σ΄ αυτόν τον κόσμο. Εάν είχε προμελετήσει να κλέψει λίγα κεράσια από την κερασιά του Δημάρχου, θα πατούσε με προσοχή, θα πλησίαζε με προφύλαξη και τότε πιθανώς ούτε ο δραγάτης θα ξυπνούσε, ούτε ο σκύλος ίσως θα γαύγιζε. Αλλά για να βρεθεί απρόσεκτη και αλλοφρονούσα, για να μην κοιτάξει καλά που πλησίον βρισκόταν, παραπάτησε, έκαμε μικρό θόρυβο, αρκετό για να ξυπνήσει το σκύλο και τον άνθρωπο. Όλα έτσι της έρχονταν! Άλλωστε, η δίψα της τώρα είχε ερεθισθεί με το δρόμο τον ανηφορικό. Έκοψε φύλλα ελαιοδέντρων και τα έβαλε μες στο στόμα της.

* * *

Βάδισε επί μία ώρα ακόμη. Ήταν ήδη χαραυγή. Αφού έφθασε στην κορυφή του λόφου, κατέβηκε πάλι στο ρέμα, στην υπώρεια του βουνού με τις πολυσχιδείς πλευρές, το οποίο ονομαζόταν οι Βίγλες.

Ποιος ξέρει, ποιοί παλαιοί κλέφτες φύλαγαν άγρυπνοι καραούλια εκεί και γι αυτό είχε πάρει το όνομα. Έφθασε στη μικρή βρύση, στη ρίζα του βουνού. Έφεγγε ήδη. Ήπιε νερό, δροσίσθηκε κι αμέσως έφυγε.

Στο μέρος εκείνο σύχναζαν πολλοί άνθρωποι, βοσκοί και ξωμερίτες κι άλλοι. Η Γιαννού ήθελε όσο το δυνατόν να μείνει αόρατη. Κατηφόρισε ακόμη, εισήρθε στο κάτω ρέμα το βαθύ, που πήγαινε προς τη θάλασσα, το καλούμενο Λεχούνι.

Εκεί έφθασε λίγο πριν την ανατολή του ήλιου. Υπήρχαν εκεί δύο ή τρεις νερόμυλοι, μάλλον παλαιοί και άχρηστοι, εκ των οποίων ο ένας μόνο δούλευε και αυτός σπάνια. Όλα έδειχναν την ερημιά, δεν φαινόταν ίχνος ανθρώπου εκεί. Η Φραγκογιαννού, από περισσή προφύλαξη, δε θέλησε να πλησιάσει. Απέφυγε το μέρος εκείνο, βάδισε πίσω από μία λόχμη κι έφθασε σε γούρνα βαθειά, με διαυγές νερό, γνωστή σε λίγους. Ήταν μέρος κρυφό και απάτητο. Σχηματιζόταν εκεί κατά κάποιον τρόπο άντρο, αποτελούμενο από χλόη, κορμούς και κισσούς. Άντρον νύμφης, Δρυάδος των παλιών χρόνων ή Ναϊάδος, που βρήκε ίσως καταφύγιο εκεί.

Για να κατέβει κανείς στη μικρή πτυχή της γης, όπου ήταν η γούρνα του νερού, έπρεπε να έχει την τύχη βοηθό και τα πόδια της Φραγκογιαννούς, τα ανυπόδητα, τα σχισμένα και ματωμένα από τις τσουκνίδες και τα αγκάθια. Εκεί κάθισε να αναπαυθεί. Έβγαλε από το καλάθι της το ψωμί και το τυρί και λίγο κρέας, τα οποία την είχε φιλέψει η Μαρούσα, επειδή το βράδυ δεν είχε μπορέσει να φάγει τίποτε, μετά τον καφέ οπού είχε πιει στο μαγειρείο. Φύλαξε μόνο τα παξιμάδια, τα οποία είχε πάρει από το σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς. Έφαγε, ήπιε δροσερό νερό και πήρε μικρή ξεκούραση.

Εκείνη τη στιγμή, ανέτελλε ο ήλιος. Ο δίσκος του φάνηκε να αναδύεται από τα κύματα, αντίκρυ, στο μακρινό πέλαγος, του οποίου μία λωρίδα έβλεπε από την κρύπτη της η Χαδούλα. Τα όρνεα του βουνού, του πετρώδους και ηχώδους, το οποίο εγείρετο πίσω της, έριξαν μακρούς κρωγμούς και τα πουλάκια της κοιλάδας, της λόχμης, του μικρού δάσους, αφήκαν φαιδρές μελωδίες.

Μία ακτίδα θερμή, ερχόμενη από μακριά, από το φλεγόμενο πέλαγος, διέσχιζε την πυκνή φυλλωσιά και τον κισσό που σκέπαζε το άσυλο της ταλαίπωρης γριάς και έκανε να γυαλίζει σαν πλήθος μαργαριταριών η δροσιά η πρωινή, που έβρεχε τον πλούσιο σμαράγδινο πέπλο και φυγάδευε όλο το ρίγος της υγρασίας και όλο το κρύο του φόβου του πελιδνού, φέρουσα πρόσκαιρα ελπίδα και θάλπος.

Η Γιαννού έβγαλε το χράμι το μάλλινο, το διπλωμένο σε πολλές πτυχές, από το καλάθι της, το ξεδίπλωσε, τυλίχθηκε μ' αυτό και έγειρε την κεφαλή προς τη ρίζα του γηραιού πλατάνου. Αποκοιμήθηκε.

* * *

Της φάνηκε στον ύπνο της ότι ήταν νέα ακόμα, ότι ο πατέρας της και η μάννα της την πάνδρευαν, όπως την είχαν παντρέψει και την είχαν «νεκροβλοήσει» τον καιρό εκείνο και την προίκιζαν, δίνοντας σ΄ αυτή και τον κήπο τον πατρώο, όπου αυτή σκάλιζε και πότιζε τα κουκιά και τα λάχανα, όταν ήταν μικρή και ο πατέρας της τη φίλευε τάχα, για τον κόπο της και της έδινε «τέσσερα κεφάλια», κεφάλια από λαχανίδες.

Η Χαδούλα μετά χαράς πήρε τα τέσσερα φυτά στα χέρια, αλλά όταν τα κοίταξε, είδε ω φρίκη! ότι ήταν τέσσερα μικρά κεφάλια ανθρώπινα νεκρικά....

Αναταράχτηκε, σκίρτησε, είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ!...» Πάλι αποκοιμήθηκε.

Ονειρεύτηκε ότι η μητέρα της την συνελάμβανε επ' αυτοφώρω, να ερευνά να βρει το κομπόδεμα, κάτω στο ισόγειο, ανάμεσα στα βαρέλια και τα πιθάρια και το σωρό των καυσόξυλων, μόλις την είδε, μειδίασε πικρά, το σύνηθες μειδίαμά της και για να την βγάλει τάχα από τον κόπο, πήρε μοναχή της το κομπόδεμα, έβγαλε και της χάρισε από τα τόσα τάλιρα, τα σκυλοδεμένα, τρία γερμανικά τάλιρα, τρεις ρηγίνες, απ' εκείνες που είχαν και την εικόνα της Παναγίας επάνω, με την επιγραφή «Patrona Bavariae».

Η Φραγκογιαννού, με χαρά αναμεμειγμένη με ντροπή, πήρε τα τρία νομίσματα από τα χέρια της μητέρας της, αλλά όταν τα κοίταξε, είδε ότι τα τρία εκείνα νομίσματα, με τα πρόσωπα που έφεραν επάνω, ήταν τρία προσωπάκια, μικρά, πελιδνά, με σβησμένα ματάκια...

Ω! τρόμος! προσωπάκια μικρών κορασίδων!

Ξύπνησε περίτρομη, δυστυχής, φρενιασμένη. Ήταν ήδη μεσημέρι.

Ο ήλιος έκαιε πάνω από το κεφάλι της πάνω από την κορυφή του δροσερού πλατάνου. Με όλο το θάλπος του ήλιου και τη φαιδρότητα της ημέρας της μαγιάτικης, η εντύπωση του ονείρου έμεινε επί μακρόν στο νου της. Της φαινόταν παράξενο μάλιστα πως, εν ημέρα, είδε τα όνειρα αυτά. Οσάκις είχε κοιμηθεί εν καιρώ ημέρας, στην ζωή της, δεν θυμόταν ποτέ να είδε όνειρο.

Έβρεξε στη γούρνα δύο παξιμάδια, τα απέθεσε επάνω σε μία πέτρα πλακαρή παρά το χείλος του λάκκου και τα λησμόνησε εκεί για αρκετή ώρα, εωσότου έλιωσαν από το βρέξιμο και σάπισαν.

Μετά ώρα, γέμισε τη φούχτα της με τα ψιχία και τα έφαγε.

Όταν ο ήλιος κρύφτηκε στην κορυφή του βραχώδους βουνού και σκίασε η κοιλάδα και ήταν δειλινό πλέον, στενοχωρήθηκε και έβγαλε το κεφάλι έξω από την κρύπτη. Κοίταξε πάνω και κάτω, στην κοιλάδα την κατάφυτη από ελαιώνες, αλλά ψυχή δε φαινόταν. Τότε σκέφτηκε να πάρει το καλάθι της και το ραβδί της, να εξέλθει από την μικρή κόγχη, ν' ανεβεί επάνω στη λόχμη τη σύδενδρο και να πάρει σιγά το ρέμα-ρέμα και να αρχίσει πάλι την παλαιά της τέχνη, να ψάχνει προς ανεύρεση βοτάνων, τα οποία δεν ήξερε πλέον σε τι θα της χρησίμευαν, αφού δεν είχε πλέον στον κόσμο άλλο άσυλο, ειμή τη φυλακή μόνο.

Αλλά όμως έτρεφε αόριστη ελπίδα, ότι θα εύρισκε ίσως φιλοξενία σε καμιά μάνδρα ή καλύβα βοσκού και τότε τα βότανα θα τα πρόσφερε στη σύζυγο του φιλοξενούντος σαν μικρό αντάλλαγμα.

Το περισσότερο όμως, θα το έκανε για να περάσει η βαριά ανία, που βασάνιζε την ψυχή της.

Την ώρα εκείνη άκουσε μεμακρυσμένους κωδωνίσκους να ηχούν και συγχρόνως είδε μακριά να κατεβαίνει ένα κοπάδι.

Αμέσως σκέφτηκε, ότι, αν δεν προλάβει ευθύς να βγει από τη μικρή χαράδρα, μετά από λίγο η κρύπτη της θα ανακαλυφθεί εξάπαντος. Διότι και αν τα πολλά των αρνιών ή των εριφίων σκορπίζονταν και πήγαιναν να πιούν στο μεγάλο ρέμα, το οποίο έρρεε επάνω μέχρι της στέρνας και ύστερα κάτω από τον νερόμυλο, μερικά εξ αυτών βεβαίως θα κατέβαιναν στο μικρό ρέμα, το γειτονικό της γούρνας. Έπειτα τα ζώα θα σκιάζονταν, θα εξαφανίζονταν, θα οπισθοχωρούσαν πηδώντας και ο βοσκός, όποιος και αν ήταν, θα την ανακάλυπτε, θα παραξενευόταν και ίσως θα συνελάμβανε υποψίες.

Το καλύτερο άρα θα ήταν, να αντιμετωπίσει με την άφευκτη προσποίηση, με το ψεύδος στα χείλη, την παρουσία του βοσκού. Άλλωστε ήταν πολύ πιθανόν, ο αγροδίαιτος εκείνος να μην είχε προ ημερών ειδήσεις από την πόλη και να μην γνώριζε τίποτε περί του διωγμού, τον οποίον υπέφερε η Φραγκογιαννού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Μετά από λίγο, πράγματι, αφού η Γιαννού βγήκε από την κρύπτη και πηγαίνοντας προς το ρέμα κοίταζε εδώ κι εκεί αναζητώντας βότανα, πλησίασε το κοπάδι των προβάτων μεικτό μαζί με λίγες αίγες και ο βοσκός εμφανίσθηκε. Η Γιαννού τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο καλούμενος Γιάννης Λυρίγκος. Άμα είδε τη γριά, άρχισε να φωνάζει από μακριά:

— Και πού σ' αυτόν τον κόσμο, θεια-Γαρουφαλιά (Ο Λυρίγκος αναγνώρισε το πρόσωπο, αλλά, φαίνεται, δεν θυμόταν καλά το όνομα). Καλά που σ' ηύρα!... Ο Θεός σ' έστειλε!

— Τι να τρέχει; είπε μέσα της η Φραγκογιαννού. Κάτι θέλει να μου πει. Βέβαια, ο άνθρωπος δεν θα έχει ακούσει τίποτα για τα πάθια τα δικά μου.

— Ξέρεις τίποτα, θεια-Γαρουφαλιά; επανέλαβε   ο Λυρίγκος, ερχόμενος πλησιέστερα.

— Τι να ξέρω, γιε μου; είπε υποκριτικά η Φραγκογιαννού, μη θέλοντας να βγάλει τον άνθρωπο από την πλάνη, όσον αφορά το βαπτιστικό της όνομα, έπειτα ξανάπε:

–  Από τα ψες λείπω απ' το χωριό. Ήρθα να μαζώξω βότανα στα ρέματα.

— Άκουσε θεια-Γαρουφαλιά, επανέλαβε με απλότητα ο άνθρωπος. Απόψε γεννήσαμε, στο καλύβι.

— Γεννήσατε;

— Σπαργανίσαμε! Είναι το τρίτο κοριτσάκι που μας ήρθε στα πέντε χρόνια... όλο κοριτσούδια, το έρμο!

— Να σας ζήσει! είπε η γριά.

Καλή σαράντιση της φαμιλιάς σου!

— Ως τόσο, το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο άρρωστο κι όλο κλαίει και στο βυζί δεν κολλάει. Κι η μάννα του η καψερή, τόσο καλά δεν είναι... Όλο κάψη και σεκλέτι, το έρμο!

— Αλήθεια;

— Να ήθελες να μας έκανες τη χάρη, να περνούσες απ' το καλύβι, να έκανες κανένα ψευτογιατρικό, θεια-Γαρουφαλιά;...

Εκείνη η πεθερά μου δε φελάει τίποτα, τι σου κάμει;

— Μα τώρα κοντεύει να νυχτώσει... είπε με υποκρισία η Φραγκογιαννού.

Και μέσα της έλεγε: «Το ριζικό μου είναι πλιο! Ωχ Θε μου!»

— Ας νυχτώσει... Αν θέλεις, κοιμάσαι στο καλύβι.

Η Φραγκογιαννού στάθηκε σαν να δίσταζε. Αλλά ήταν έτοιμη να συναινέσει.

Την ίδια στιγμή, με την τελευταία ακτίνα του ήλιου, που χρύσωνε την κορυφή του ανατολικού λόφου με τους ελαιώνες τους πολλούς κι έκανε να στίλβει το φύλλωμα των ελιών, φάνηκαν δύο άνθρωποι που κατέβαιναν δρομαίοι από ένα μονοπάτι μεταξύ δύο ελαιώνων.

Η Φραγκογιαννού τους είδε πρώτη και τρόμαξε. Ο ήλιος, που κατέλαμπε τα φύλλα, έκανε να γυαλίζουν και τα κουμπιά της στολής τους, τα προ μακρού χρόνου αγυάλιστα.

Ήταν οι χωροφύλακες.

Αμέσως η Φραγκογιαννού έστρεφε τα νώτα προς το Γιάννη το Λυρίγκο κι έτρεξε προς τη ρίζα του πετρώδους βουνού, προς δυσμάς.

Ο βοσκός φώναξε έκπληκτος:

— Πού πας, θεια-Γαρουφαλιά;

— Σώπα! παιδί μου, του σύριξε έντρομη η γυναίκα, αν αγαπάς τον Χριστό! Έρχονται ταχτικοί!... Να μην πεις πως με είδες!

— Ταχτικοί;

— Να μη με μαρτυρήσεις, παιδί μου, χάνομαι! Ησύχασε!...

Αν γλυτώσω τώρα, τη νύχτα θα' ρθώ στο καλύβι σας...

Και αφού έβγαλε τα πασουμάκια της, τα οποία εξερχόμενη από τη γούρνα είχε φορέσει και τα έριξε μέσα στο καλάθι, άρχισε να αναρριχάται πατώντας ελαφρά, ξυπόλυτη, με το καλάθι της περί τον αριστερό αγκώνα, με το ραβδί της στο χέρι το δεξιό, τον κρημνό τον ανηφορικό, όπου μόνο τα λίγα ερίφια, όσα ήταν μεταξύ των προβάτων του Λυρίγκου, θα μπορούσαν να αναρριχηθούν.

Μετά λίγα δευτερόλεπτα, αφού ανέβηκε σε ύψος λίγων οργιών, κρυβόταν πίσω από τον πρώτο προέχοντα βράχο και γινόταν άφαντη.

Ευθύς κατόπιν, οι δύο χωροφύλακες, οι οποίοι για να φθάσουν έως το μέρος που βρισκόταν ο βοσκός, ήταν ανάγκη να χαμηλώσουν και να περάσουν το ρέμα, μεταξύ της πυκνής λόχμης - και την περίσταση αυτή είχε επωφεληθεί για να φύγει η Φραγκογιαννού - έφθασαν κοντά στον Λυρίγκο. Ο βοσκός εντωμεταξύ κοίταζε τα αιγοπρόβατά του και τα φώναξε: «Τίβι! τίβι!... όι! όι!...» Προσπαθούσε να τα συμμαζέψει και να τα φέρει προς τον ανήφορο, για να τα οδηγήσει προς τη ράχη τη νότια, που βρισκόταν η στάνη του.

Οι δύο άνδρες χαιρέτησαν το Λυρίγκο. Έπειτα τον ρώτησαν αν είδε «κείνη την παλιογυναίκα, πως την λεν, τη Φραγκογιαννού».

Ο Λυρίγκος είπε όχι.

Ο ένας των χωροφυλάκων έβρισε το βοσκό.

— Ψέματα λες! Εγώ την είδα!...

Ούτε επέμενε ότι είχε ιδεί τον ίσκιο, τον «διακαμόν» ή το «διάνεμα», καθώς έλεγε, της γριάς, να αναρριχάται σαν γάτα στο ύψος του κρημνού. Ο άλλος δεν είχε ιδεί ούτε ισχυριζόταν τίποτε.

Ο πρώτος, με τα τσαρούχια του, δοκίμασε ν' αναρριχηθεί στο βράχο. Αλλά μετά τρία βήματα κατακρημνίστηκε κι έπεσε, κτυπώντας ελαφρά στο γόνατο.

Εκεί που είχε ανεβεί η Φραγκογιαννού, ήταν το βουνό του Κουρούπη, βορεινό, βραχώδες, απάτητο και τα πόδια του φιλούσε και έπληττε το κύμα του πελάγους. Η θέα ανοιγόταν προς την ακτή της Μακεδονίας, τη Χαλκιδική και τον μέγαν Άθωνα.

Η θέση που έφθασε η καταδιωκόμενη γυναίκα, ονομαζόταν το Κοχύλι. Ανθρώπινο πόδι σπανίως πατούσε εκεί. Μόνο όταν αποπλανιόταν ή «εβραχώνετο» καμία γίδα, τότε κανείς βοσκός ριψοκινδύνευε να ανέβει προς την άβατη εκείνη σκοπιά.

Η Φραγκογιαννού ανακάλυψε μικρό σπήλαιο, όλο ανοικτό στη θέα του πελάγους, το οποίο ήταν το κυρίως Κοχύλι και κάθισε άνετα στη χιβάδα εκείνη. Ήταν σχεδόν βέβαιη ότι οι διώκτες της δεν θα την έφθαναν εκεί.

Εάν τυχόν κανείς απ' αυτούς ήταν τόσο «μάνας γιός», ώστε να αποφασίσει και να κατορθώσει να αναρριχηθεί στο βράχο, αυτή είχε έτοιμη και την «υποχώρηση». Γνώριζε ένα άλλο μονοπάτι, μέσα από τη διπλή κορυφή του πετρώδους βουνού, που έσχιζε σε δύο τις συστάδες των βράχων, το οποίο ήταν γνωστό μόνο στους αιγοβοσκούς των μερών τούτων, έφερε κατ' ευθείαν στις μάνδρες και τις κατοικίες τους. Κάθισε στην κόγχη του βράχου, κάτω από τα πόδια της έχοντας τη βοή και τη μελωδία των κυμάτων και πάνω απ΄ το κεφάλι της άκουε την κλαγγή των αετών και τους κρωγμούς του γερακιού. Καθώς απλώθηκε η νύκτα, φεγγοβόλησε από άστρα το αχανές στερέωμα και ο αέρας ο ευώδης, θα ήταν ικανός να βαλσαμώσει και αυτά της γυναίκας τούτης τα «πάθια».

Το κογχυλοειδές άντρο ήταν μόνο ως τρία μπόια πάνω από το κύμα, αλλά ο βράχος ως κάτω ήταν τόσο κάθετος, ώστε αδύνατον ήταν «βροτός ανήρ» να ανέβει ή να κατέβει. Ήταν θέση καλή μόνο για να πέσει κανείς στη θάλασσα να πνιγεί, εάν το είχε αποφασίσει.

Η γριά έβγαλε από το καλάθι της τα λίγα παξιμάδια, όσα της είχαν μείνει, ελιές και τυρί και δείπνησε. Ευτυχώς το φλασκί της ήταν γεμάτο νερό, επειδή το δειλινό το είχε γεμίσει από τη γούρνα.

Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να νανουρίζεται μόνη της, σιγοψιθυρίζοντας ένα τραγούδι σαν μοιρολόγι, αλλά δεν είχε ύπνο. Επανήλθαν πάλι και της έστησαν πολιορκία οι φόβοι και τα φαντάσματα. Τον κλαυθμυρισμό εκείνο του νηπίου τον άκουε συχνά μέσα της, βαθιά στα σωθικά της. Το μυστηριώδες τούτο κλάμα μάταια δοκίμαζε να κατασιγάσει με το άσμα το παραπονετικό και ρεμβώδες, το οποίο σιγοψιθύριζε:

«Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω,

του ριζικού μου από μακριά την πόρτα ν' αγναντέψω.

Στο σκοτεινό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,

και κει να βρω τη μοίρα μου, και να την ερωτήσω...»

Της ήλθε στο νου ότι, ίσως οι «ταχτικοί» να την κυνηγούν και τη νύκτα ακόμη. Εάν αυτοί ανέβαιναν επάνω, στα μαντριά των βοσκών κι έμεναν εκεί να διανυκτερεύσουν;... Μήπως δεν είχαν χλωρή μυζήθρα οι βοσκοί ή μήπως δεν είχαν γάλα και στρογγυλιάτα ή ακόμα και κότες για στραγγάλισμα και ψήσιμο, σε πρόχειρη ξύλινη σούβλα; Εάν τυχόν κανείς από τους βοσκούς ξεγελιόταν και έδειχνε στους χωροφύλακες το μέσα μονοπάτι, τότε η αποχώρησή της δεν θα κοβόταν; Και ήταν απείρως δυσκολότερο να κατεβεί, από κει απ΄ όπου ανέβηκε, εκτός αν γινόταν φτεροπόδαρη κι έφευγε...

Είχε μεγάλο ενδιαφέρον να μάθαινε τι του είπαν του Λυρίγκου οι δύο «ταχτικοί» και τι αυτός είπε. Το καλύβι του Λυρίγκου, το γνώριζε, ήταν επάνω στη ράχη, πίσω απ΄ το βουνό και απείχε ως είκοσι λεπτά της ώρας. Τώρα, βέβαια, ο Λυρίγκος θα είχε μάθει το γιατί αυτή καταδιώκετο να συλληφθεί και για ποια πράξη κατηγορείτο.

Και με τι μούτρα να παρουσιασθεί τότε στο καλύβι αυτή; Αλλά πιθανόν ο ίδιος να μην κοιμόταν στο καλύβι, αλλά μάλλον στη μάνδρα της αγέλης του, που θα βρισκόταν εκεί κάπου, όχι πολύ μακριά. Και τότε αυτή θα εύρισκε τις δύο γυναίκες, τη λεχώνα και τη μητέρα της, θα τις ξάφνιζε... Τί να κάμει; Ποια απόφαση να πάρει;

Αποναρκώθηκε και χωρίς να κοιμάται εντελώς, ονειρευόταν.

Της φάνηκε ότι βρισκόταν αλλού, σε άλλον τόπο. Σιμά στον Αϊ-Γιάννη τον Κρυφό, εκείνον τον Άγιο που γιάτρευε τους κρυφούς πόνους και δεχόταν την αναγόρευση των κρυφών αμαρτιών, εκεί έξαφνα βρέθηκε. Αντίκριζε τον κήπο του Περιβολά, με τη γυναίκα την κατάκλειστη στην καλύβα, την άρρωστη. Έβλεπε τη θύρα του φραγμένου κήπου, το πηγάδι, τη στέρνα, το μάγγανο. Άκουσε ευκρινώς να εξέρχεται από την στέρνα μία βαθιά, πολύ βαθιά, αλλόκοτη βοή. Ταρασσόταν το νερό της στέρνας, με παφλασμό τρικυμίας, φώναζε και σχεδόν μιλούσε σαν άνθρωπος. Αυτή διέκρινε εναργώς τη λέξη την οποία πρόφερε το λαλούν εκείνο νερό: «Φόνισσα!... Φόνισσα!...»

Ανατινάχθηκε φρίττοντας, ξύπνησε και διατύπωσε προς τον εαυτό της, σαν σε παραμίλημα πυρετού, μία αλλόκοτη ερώτηση:

«Τάχα το αίμα το πνιγμένο φωνάζει, όπως και το αίμα που χύθηκε;»

Έπειτα ευθύς ήρθε στον εαυτό της, δοκίμασε πάλι να προφέρει της προσευχής τα καταπραϋντικά λόγια: «Κύριε Ιησού...» Την ίδια στιγμή αναπόλησε τα λησμονημένα λόγια ενός τροπαρίου, το οποίο είχε ακούσει πολλές φορές στη νεότητα της να ψάλλει ένας γέρων ιερέας: «Ιησού γλυκύτατε Χριστέ... Ιησού μακρόθυμε!»

Τότε ευθύς της ήλθε πάλι ο ύπνος, βαθύς και διαρκέστερος. Και τότε ονειρεύτηκε κατά κάποιον τρόπο, ότι ξαναζούσε όλη την περασμένη ζωή της. Και παραδόξως, μέσα στον ύπνο της, έβλεπε τα επίλοιπα από τα όνειρα της παρελθούσης ημέρας. Έβλεπε όχι πλέον ότι πανδρευόταν ή προικιζόταν, αλλά ότι γεννούσε και της φάνηκε ότι είχε και τις τρεις κόρες της συγχρόνως, τη Δελχαρώ, την Αμέρσα και την Κρινιώ, μικρές, σχεδόν ομήλικες σαν να ήσαν τρίδυμοι. Ότι οι τρεις, κρατούμενες από τα χέρια, στέκονταν μπροστά της και της ζητούσαν θωπείες, ασπασμούς και φιλέματα. Αίφνης, τα πρόσωπά τους, αλλοιώθηκαν και δεν έμοιαζαν πλέον όπως των τριών θυγατέρων της, αλλά προσέλαβαν όλους τους χαρακτήρες των τριών εκείνων κοριτσιών, των πνιγμένων και, σαν κομβολόγιο κρεμάστηκαν αίφνης από το λαιμό της.

— Εγώ είμαι η Ματούλα, έλεγε η μία.

— Κι εγώ η Μυλσούδα, η μικλή, εψέλλιζε η άλλη.

— Κι εγώ είμαι η Ξενούλα, έλεγε η τρίτη.

— Φίλησέ μας!

— Πάρε μας!

— Εμείς τα κορίτσια σου!

— Εσύ μας γέννησες, μας έκαμες!

— Μας γέννησε... στον άλλο κόσμο, επρόσθεσε σαρκαστικά η Ξενούλα.

— Χόρεψέ μας!

— Δώσε μας μαμ!

— Κάνε μας νάνι!

— Τραγούδα μας!

— Καμάρωσέ μας!

Ω! αλήθεια, της φαινόταν τόσο φυσικό το πράγμα! Αυτές οι τρεις μικρές κορασίδες ήσαν τα τέκνα της! Οποίος ορμαθός έμψυχος, ανθρώπινος!... Νεκρωμένος, βαρύς από το νερό, αφρισμένος!...

Πώς θ' αντείχε η γριά Χαδούλα να φέρει, σε όλο τον καιρό, όλον τον φρικώδη τούτο ορμαθό κρεμασμένο από τον τράχηλο της; Ξύπνησε παραλογισμένη, φρίττουσα, σηκώθηκε, πήρε το ραβδί της, το καλάθι της και αποφάσισε να φύγει από κει. Εδώ στην κοίλη χιβάδα του βράχου, στη βοή του έρημου αιγιαλού, υπήρχαν πολλά φαντάσματα.

Ο τόπος ήταν στοιχειωμένος. «Ας φύγω κι από δω!». Αμέσως επανήλθαν στο νου της οι λογισμοί της οι άλλοι, οι θετικότεροι.

Εάν τυχόν οι δύο χωροφύλακες είχαν ανακαλύψει το κρυφό μονοπάτι, το καλύτερο ήταν να τρέξει προ του κινδύνου και αν τους συναντούσε καθ' οδόν, πιθανόν να εύρισκε διέξοδο πίσω από τη συστάδα των βράχων, χειρότερο δε θα ήταν αν την απέκλειαν εδώ σε αυτή τη στενούρα, στο Κοχύλι.

Έτρεξε το δρομίσκο τον ανηφορικό, στην αστροφεγγιά, ανάμεσα στους βράχους και μετά μισή ώρα έφθασε ασθμαίνουσα στο σπίτι του Λυρίγκου. Στάθηκε για να πάρει αναπνοή, έπειτα κτύπησε την πόρτα.

Για ένα μόνο ήταν βέβαιη, ότι οι δύο «ταχτικοί» βρίσκονταν παντού αλλού, αλλά όχι σε αυτό το καλύβι, όπου υπήρχε γυναίκα λεχώνα με τη συντροφιά της μητέρας της. Εάν έμειναν τη νύκτα στο βουνό, θα βρίσκονταν σε ένα από τα μαντριά των ποιμνίων.

Η γριά, η πεθερά του Λυρίγκου, η οποία δεν είχε ύπνο να κοιμηθεί, όπως δεν κοιμόταν και η Φραγκογιαννού προ ημερών, όταν συντρόφευε τη λεχώνα, την κόρη της, σηκώθηκε και ρώτησε;

— Ποιός είναι;

— Μ' έστειλε ο Γιάννης, απάντησε έξω από την κλειστή πόρτα η Χαδούλα, χωρίς να ειπεί τ' όνομά της, για να κάμω γιατρικά της λεχώνας.

— Τέτοιαν ώρα;

— Δεν μπόρεσα νωρίτερα νά 'ρθω.

— Πού τον ηύρες;

— Κάτω στο Λεχούνι, στο ρέμα.

Η γριά απέσυρε το μοχλό και άνοιξε την πόρτα.

— Αυτοί δεν ξέρουν τίποτε, σκέφτηκε μέσα της η Φραγκογιαννού, σ' αυτές «περνάει η μπογιά μου» ακόμα.

Μόλις πάτησε το πόδι της μέσα, άρχισε να φέρεται σαν νοικοκυρά.

Στο φως του κανδηλιού, που έκαιγε εμπρός σε ένα παλαιό εικόνισμα, τρίπτυχο, φέρον το Χριστό εν τω μέσω και διάφορους αγίους στις δύο πτέρυγες, πήγε κατ' ευθείαν στην εστία, σιμά στη στρωμνή της λεχώνας, επί του δαπέδου, δοκίμασε τη φωτιά και είδε ότι ήταν μισοσβησμένη. Πήρε ξυλάρια και ξηρόκλαδα, από ένα σωρό στη γωνία, έριξε λίγα στην εστία, φύσησε και ξανάναψε τη φλόγα. Πήρε ένα μπρίκι, το οποίο βρισκόταν επί της εστίας, το γέμισε νερό, έψαξε στο καλάθι της, πήρε δύο ή τρία κλωναράκια βοτάνων, τα έριξε μέσα κι έβαλε το αγγείο στη φωτιά.

Έπειτα, κοιτάζοντας προς το μέρος της λεχώνας, είπε σιγά στη γριά:

— Μην την ξυπνάς... Σαν ξυπνήσει, ύστερα να το πιει αυτό.

Η γυναίκα απάντησε με νεύμα. Η Φραγκογιαννού εξακολουθούσε να φυσά τη φωτιά. Η γριά, σε αμηχανία, ήθελε να τη ρωτήσει και πάλι πώς βρέθηκε εκεί τέτοια ώρα, αλλά δεν τολμούσε. Η κόρη της έκαμνε κακή λεχωσιά και φοβόταν μην ξυπνήσει έξαφνα και θορυβηθεί.

Το θυγάτριο, μικρό ράκος, δύο ημερών ζωής, το οποίο είχε έλθει κι αυτό στον κόσμο για αμαρτίες και βάσανα, κοιμόταν στην κοιτίδα του, αλλά η αναπνοή του ήταν δύσκολη και ακουγόταν εν μέσω της σιωπής. Από καιρό σε καιρό, όταν το φύσημα του γινόταν κάπως σφοδρότερο και το βρέφος φαινόταν έτοιμο να ξυπνήσει και να φωνάξει, η μάμμη το νανούριζε με ένα μονοσύλλαβου, «Κοι, κοι, κοι, κοι!», φαινόταν δε πράγματι η συλλαβή αυτή (η οποία φαίνεται να είναι η πρώτη συλλαβή του «κοιμήσου!» ή αυτή η ρίζα του «κείμαι»), φαινόταν, λέγω, πολλάκις επαναλαμβανόμενη, να εξασκεί παράδοξη υποβολή και γοητεία.

Η ώρα περνούσε. Είχαν λαλήσει ήδη δύο φορές τα ορνίθια.

Η Πούλια είχε υπερβεί προ πολλού το μεσουράνημα.

Από την αντικρινή κορυφή της ράχης, όπου ήσαν άλλα καλύβια κατοικούμενα από τις οικογένειες βοσκών, ακούστηκαν μεμακρυσμένα λαλήματα. Σε αυτά απάντησε ευθύς το λάλημα των πετεινών από τον ορνιθώνα του καλυβιού του Λυρίγκου.

Η λεχώνα ξύπνησε. Η μάννα της, της έδωκε να πιει το φάρμακο, το οποίο είχε παρασκευάσει η Φραγκογιαννού.

— Κουράγιο, κοπέλα μ', είπε αυτή με πραεία φωνή.

— Πού βρέθηκες εδώ; είπε η λεχώνα.

Την κοίταζε με απορία και δυσκολευόταν να την αναγνωρίσει.

— Ο Θεός μ' έστειλε, είπε μετά πεποιθήσεως η Γιαννού.

— Καλά που ήρθες, δήλωσε τότε και η γριά.

Πράγματι, αυτή, αν και είχε παραξενευθεί καταρχάς, σκέφτηκε και ανεγνώρισε ότι η παρουσία της Γιαννούς ήταν μία παρηγοριά στη μοναξιά τους. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Περί τα πρώτα γλυκοχαράματα, το βρέφος είχε ξυπνήσει κι άρχισε να κλαίει. Η Φραγκογιαννού έκαμε και πάλι «κουμάντο». Συμβούλευε τη λεχώνα να βάλει το παιδί στο βυζί, για να δοκιμάσει αν κατέβηκε το γάλα. Συγχρόνως ακούσθηκε κρότος απ΄ έξω κι ευθύς κατόπι μια φωνή.

— Γριά!... Γριά! κοιμάστε;

Ήταν ο Λυρίγκος και φώναζε την πεθερά του.

Η γριά γνώρισε τη φωνή, σηκώθηκε κι έτρεξε στην πόρτα.

— Έλα να μου δώσεις ένα χέρι, φώναξε ο Λυρίγκος.

Ο παραγιός λείπει κι είμαι μοναχός.

Ο Γιάννης φαίνεται, ότι δεν σκέφτηκε καν να ρωτήσει για τη λεχώνα, τη γυναίκα του και για το τέκνο του, πως είχαν. Αισθανόταν μόνο επείγουσα ανάγκη και φώναζε την πεθερά του να τον βοηθήσει στις ποιμενικές εργασίες τις πρωινές, δηλαδή ίσως στο ξεμάνδριασμα, το άρμεγμα, και τα λοιπά.

— Δεν μπορεί κανείς μοναχός του, το έρμο!...

Πρέπει νά 'χει τέσσερα χέρια! πρόσθεσε ως αυτοδικαιολογούμενος.

Η γριά βγήκε τρέχοντας.

Η Φραγκογιαννού έμεινε μόνη, με τη λεχώνα και το βρέφος.

Η νεαρή γυναίκα είχε λαγοκοιμηθεί πάλι και δεν είχε αντιληφτεί καλώς την απουσία της μητέρας της.

Μετά λίγες στιγμές ξύπνησε και είπε:

— Πού πάει η μάννα, θα πω;

Η Φραγκογιαννού, πιστεύοντας ότι το καλύτερο ήταν η λεχώνα να κοιμάται για να ησυχάζει και γνωρίζοντας ότι η απάντηση που δίδεται στους εμπύρετους και στους σε υπνοβασία παραμιλούντες βλάπτει μάλλον παρά ωφελεί, δεν απάντησε τίποτε.

Η λεχώνα ευθύς και πάλι αποκοιμήθηκε.

Το θυγάτριο ξανά άρχισε να κλαυθμυρίζει πολύ τρυφερά και παραπονετικά, μέχρις ενοχλήσεως.

Η Φραγκογιαννού, που είχε λησμονήσει όλες τις τύψεις, τις οποίες είχε αισθανθεί αλγεινώς κάτω από τα μαύρα φτερά των ονείρων της και σπαρασσόταν και πάλι από τα νύχια της πραγματικότητας, άρχισε να σκέπτεται μέσα της:

— Αχ! δίκιο έχει, ο καημένος, ο Λυρίγκος... «Όλο κοριτσούδια, το έρμο, όλο κοριτσούδια!»...

Και τι ξαλάφρωμα θα ήταν τώρα γι αυτόν, για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του το 'παιρνε τώρα, ο Μεγαλοδύναμος!... αυτό καν που 'ναι μικρό και δεν έχει ν' αφήσει μεγάλο καημό πίσω του!

Τη στιγμή εκείνη της ήλθε στο νου μία μικρή απορία, που βρίσκονταν τα άλλα κορίτσια του Λυρίγκου, τα μεγαλύτερα. Τότε θυμήθηκε ότι πριν να ανεβεί στο καλύβι, όπου βρισκόταν τώρα, το οποίο ήταν χαμηλό ανώγειο, πέρασε έξω από την πόρτα ενός άλλου μικρότερου καλυβιού, το οποίο ήταν χαμόγι και ήταν κτισμένο δίπλα, κολλητά με το πρώτο. Ήταν το μικρό καλυβάκι της γριάς, της πεθεράς του Λυρίγκου κι εκεί μέσα της είχε φανεί ότι άκουε αναπνοές κοιμώμενων, ροχαλίσματα. Εκεί βέβαια θα κοιμόνταν, μαζί με την μικρή θεία τους την άγαμη, τα άλλα κορίτσια του Λυρίγκου.

Σαν σε αλλοφροσύνη και σε πλάνη ονείρου, έτεινε το χέρι προς το λίκνο, μέσα στο οποίο ολόλυζε το μικρό... Έκαμε χειρονομία σαν για να σχηματίσει τα δάκτυλά της σε διλαβίδα, σε αρπάγη και στραγγαλιά. Αισθανόταν τη στιγμή εκείνη άγρια χαρά να πνίξει το μικρό θυγάτριο... Της ήλθε στο νου ότι ήταν αβάπτιστο και αν το έπνιγε, θα είχε διπλή αμαρτία... Η σκέψη αυτή για μια στιγμή την αναχαίτισε, αλλά όμως αποφάσισε να υπερπηδήσει το φραγμό τούτο... Παρά ένα δάκτυλο, το χέρι της ψηλάφιζε το λαιμό του μικρού πλάσματος...

Τη στιγμή εκείνη ακούσθηκε φωνή, βήμα, κρότος, στο μικρό χαγιάτι έξω και η πόρτα, την οποία η γριά, η πεθερά του Λυρίγκου όταν έφυγε δεν είχε κλείσει με το μάνταλο, αλλά μόνο την είχε γείρει, ανοίχθηκε πέρα και πέρα, σπροχνώμενη απ΄ έξω.

— Εδώ είναι, ρώτησε ο εμφανισθείς άνθρωπος, εδώ είναι το σπίτι του Λυρίγκου, του τσοπάνη;

Ήταν χωροφύλακας, με το χιτώνιο μισοκουμπωμένο, φουσκωτό επί του στήθους, με το κασκέτο στραβά, με στριμμένο το μουστάκι και με την κάπα διπλωμένη μακρυνάρι στον αριστερό ώμο.

Μέσα στο καλύβι, η κανδήλα τρεμόσβηνε εμπρός στα εικονίσματα.

Η φωτιά είχε καλυφτεί και πάλι από τη στάχτη. Το λυχνάρι σβηστό, κρεμόταν από το μικρό ράφι της εστίας. Ήταν σκοτάδι. Έξω, είχε ξημερώσει και παρά δύο λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλε.

Ο άνθρωπος δεν έβλεπε, παρά αμυδρές σκιές μέσα. Τη λεχώνα στην στρωμνή της, σαν μαύρο όγκο κατακείμενη, το βρέφος το οποίο σάλευε και ανάσαινε μέσα στη σκάφη, που χρησίμευε ως λίκνο... και τη Φραγκογιαννού καθήμενη σαν φάντασμα και τείνουσα το χέρι προς το λίκνο.

Η Φραγκογιαννού έμεινε με το χέρι τεταμένο. Την κατέλαβε φρίκη, τρόμος, ζάλη. Εντός δευτερολέπτου ήλθε στον εαυτό της και είδε τον φοβερό κίνδυνο.

Ακριβώς πίσω της, ήταν ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε προς το βοριά, μισοσάπιο, νοτισμένο και κακοκλεισμένο. Σαν να είχε τιναχθεί από έκρηξη, στράφηκε μηχανικά, άνοιξε το παράθυρο και πήδησε έξω. Έπεσε επάνω στα χόρτα και άχυρα και ο γδούπος της πτώσεως της ούτε ακούσθηκε. Το χαμηλό παράθυρο μόλις απείχε μισή οργιά από το έδαφος.

Μόνο είχε ξεχάσει να πάρει μαζί το ραβδί της και το καλάθι της, τα οποία ως τόσο βρίσκονταν δίπλα της, στο πάτωμα. Ήταν άξιο απορίας, πως τόσο είχε σαστίσει. Τα θυμήθηκε ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία άρχισε να τρέχει μετά το πήδημά της κι έτσι της ερχόταν αν ήταν τρόπος, να γυρίσει πίσω να τα πάρει και να στραβωθούν, να μην τη δουν οι διώκτες της.

Ως τόσο έτρεχε, έτρεχε... είχε εισέρθει μέσα στο δάσος, του οποίου τα διάφορα μονοπάτια της ήσαν πολύ γνωστά. Δεν γύριζε να δει πίσω της... Ήταν βέβαιη ότι οι δύο «ταχτικοί» θ' αργήσουν να εννοήσουν τι συνέβη και να βαλθούν να την κυνηγήσουν.

Πράγματι, οι δύο εκείνοι άνδρες της δημόσιας ανάγκης, δεν εννόησαν κατ' αρχάς τι είχε συμβεί. Τους είχε στείλει «κατεπείγον» πίσω ο ειρηνοδίκης, από κοινού με τον πάρεδρο τον αστυνόμο, ο οποίος, σε όσα απεφαίνετο ο εμπνευσμένος εκείνος λειτουργός της Θέμιδος, έλεγε πάντοτε ναι και με τον ενωμοτάρχη, ο οποίος δεν έλεγε ποτέ όχι, τους είχε στείλει να πάνε στην αγροτική οικία του Ιωάννου Λυρίγκου, διά να τον προσκαλέσουν να εμφανισθεί ενώπιον των αρχών κι εν ανάγκη να τον φέρουν διά της βίας, επειδή, από όσα είχαν διηγηθεί την εσπέρα της προτεραίας, στην πολίχνη, οι δύο χωροφύλακες, οι ειρημένοι φωστήρες συνέλαβαν την υπόνοια, ότι ο Λυρίγκος ενείχετο στην υπόθεση της φυγής της γυναικός Χαδούλας, χήρας Ιωάννου Φράγκου, χριστιανής και εκτελούσης οικιακά έργα, την οποία έλεγαν ότι είχαν δει να αναρριχάται στον κρημνό του πετρώδους βουνού οι δύο στρατιωτικοί άνδρες.

Οπότε αμέσως, «περί όρθρον βαθύν», αφού κοιμήθηκαν επί δύο ή τρεις ώρες, φορώντας όλη τη στολή τους, οι δύο χωροφύλακες, στα ισόγεια της δημαρχίας, τα γεμάτα από βλατούδες, σαρανταποδαρούσες και σαμαμίθια, τα οποία χρησίμευαν ως καζάρμα (η καζάρμα αυτή ήταν ο τρόμος των αγυιόπαιδων, των μοσχομαγκών, ως και όλων των οφειλετών του δημοσίου), σε ένα σφύριγμα του ενωμοτάρχη σηκώθηκαν, πήραν τις κάπες τους και το έβαλαν δρόμο για το βουνό.

Στέλνονταν κυρίως για να φέρουν το Λυρίγκο (καθώς και κάθε άλλο βοσκό, τον οποίον θα εξέταζαν οι ίδιοι και ο οποίος θα έλεγε «μπερδεμένα λόγια», φρόντισε να προσθέσει ο ειρηνοδίκης), αλλά προ πάντων για να μυρισθούν τα ίχνη της Φραγκογιαννούς και να κατορθώσουν να την ανακαλύψουν. Για τούτο είχαν πληρεξουσιότητα να ψάξουν όλα τα μανδριά και τις στάνες και να εξετάσουν όλους τους βοσκούς του βουνού.

Οπότε, για καλό και για κακό, πήραν μαζί και τις κάπες τους.

Όταν ο πρώτος χωροφύλακας έσπρωξε την πόρτα του οικίσκου και είδε σκοτάδι και σκιά μέσα, άκουσε τον κρότο του βορεινού παραθύρου ανοιγμένου, είδε ακτίνες φωτός από εκεί να εισδύουν κι ευθύς ένα μαύρο σώμα να φράττει τις ακτίνες αυτές, κυρτό, συνεσταλμένο, άμορφο και άκουσε τον ασθενή γδούπο της πτώσεως. Τότε το παράθυρο έμεινε ανοικτό και στις διπλές διασταυρούμενες ακτίνες τις διά της θύρας και του παραθύρου, είδε καθαρά τη γυναίκα τη λεχώνα, ξαπλωμένη επί της κλίνης της.

— Τι τρέχει εδώ; φώναξε έκπληκτος ο άνθρωπος.

— Η λεχώνα ξύπνησε και πρόφερε με ασθενή φωνή:

— Μάννα, εσύ 'σαι... Ήρθες;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Επάνω, στα Καμπιά, στο ψηλό οροπέδιο, όταν έφθασε λαχανιασμένη, ξεγλωσσασμένη η Φραγκογιαννού, στάθηκε,

γύρισε προς τον κατήφορο, απ΄ όπου είχε έλθει και κοίταζε μην δει ή ακούσει σκιά ή βήμα τρέχοντος λαγωνικού, χωροφύλακα.

Δε φαινόταν τίποτε. Αλλά όμως δεν αισθανόταν ασφάλεια.

Στάθηκε σαν αφηρημένη και σκεπτόταν. Έκανε κάτι σαν μαθηματικό υπολογισμό. Λογάριαζε το χρόνο όσος θα απαιτείτο περίπου, για να συνέλθουν από την έκπληξή τους οι δύο ταχτικοί (τον δεύτερο δεν τον είδε, αλλά τον μάντευε), για να εννοήσουν τι συνέβη, ίσως να ζητήσουν πληροφορίες (η λεχώνα θα τρόμαζε άδικα και δεν θα ήξερε τίποτε να τους πει, αλλά τότε, θα έτρεχαν ίσως προς τη στάνη, όπου βρισκόταν ο Λυρίγκος και η πεθερά του; τόσο περισσότερο θα αργοπορούσαν) έπειτα να πετάξουν τις κάπες τους κάτω και να το βάλουν στα πόδια να την κυνηγήσουν.

Αλλά είδαν τάχα ακριβώς ή εννόησαν ή γνώριζαν το μονοπάτι το οποίο είχε πάρει αυτή; Και μήπως είχε τρέξει όλη την ώρα τον ίδιο δρόμο; Καταρχάς είχε στραφεί δεξιά, σαν να ήθελε να πάρει τον κατήφορο, έπειτα στράφηκε αριστερά κι έτρεξε τον ανήφορο, με όλο το μειονέκτημα το οποίο είχε ο ανηφορικός δρόμος για να λαχανιάσει κανείς, όταν καταδιωκόμενος βιάζεται να τρέχει. Αλλά εάν αυτή θα λαχάνιαζε, μήπως εκείνοι, καίτοι νέοι, δεν θα πάθαιναν το ίδιο;

Η Χαδούλα ήξερε μάλιστα, κατά σύμπτωση, ότι ο ένας των δύο εκείνων νέων έπασχε από άσθμα... Δεν ήταν πολύς καιρός, αφότου αυτός είχε παρακαλέσει το γαμβρό της να πει της γριάς να του κάμει ένα μαντζούνι για το νόσημα τούτο.

Αλλά με όλη την εκδούλευση αυτή, η Γιαννού ήξερε ότι δεν έπρεπε να περιμένει έλεος από το χωροφύλακα. Ο άνθρωπος έκαμνε το καθήκον του. Ας έλειπαν οι περιποιήσεις τις οποίες θα της έκαμναν, αν αυτή έπεφτε στα χέρια τους και αν έμελλαν να την ονομάζουν «σταυρομάνα»!! Είχε παρατηρήσει άλλοτε, στις περιπέτειες και τα βάσανα όσα είχε υποφέρει εξαιτίας του γιου της, του Μούρτου, ότι το είδος αυτών των ανθρώπων τότε μάλιστα θυμώνουν όταν ο καταζητούμενος ανθίσταται, όταν αυθαδιάζει, πολύ δε περισσότερο όταν φεύγει και αναγκάζονται αυτοί να τον κυνηγούν, ώστε να βγαίνει η ψυχή τους ανάποδα... Ω! βέβαια έχουν δίκιο τότε να σκληρύνονται και να γίνονται θηρία ανήμερα, οπότε και η Φραγκογιαννού, φεύγοντας και αναγκάζοντας αυτούς να τρέχουν, δεν περίμενε έλεος απ' αυτούς.

Εκεί που στεκόταν συλλογισμένη, ακούει βήματα πίσω της, από το μέρος το αντίθετο προς εκείνο που αυτή ήλθε. Στρέφεται και βλέπει έναν άνθρωπο, ένα βοσκό. Η Φραγκογιαννού τον αναγνώρισε.

Ήταν ο καλούμενος Καμπαναχμάκης. Ερχόταν με πατήματα λοξά, ακολουθούμενος από το σκύλο του, που γρύλισε άμα είδε τη γυναίκα. Αλλά ο αφέντης του τον μάλωσε.

Είδε τη Φραγκογιαννού και στάθηκε. Ερχόταν από το καλύβι και πήγαινε στο μαντρί του. Ψηλός, μελαψός, ισχνός, ευρύστερνος, την κόμη και το γένειο με χρώμα αχύρου καψαλισμένου, κρατώντας τη ράβδο του την κυρτή, ψηλή ίσα με το μπόι του, στάθηκε ενώπιον της Φραγκογιαννούς. Ο άνθρωπος φαινόταν να βρίσκεται σε μεγάλη θλίψη και αδημονία.

— Α! πούθε αυτό το καλό! είπε με τη φωνή του τη δυσδιάκριτη και τραχεία, σφίγγοντας τα δόντια ενώ μιλούσε. Τομ' σ' αγροίκησα, ταμάμ σε προσήφερα, κυρά-Γιαννού... Ο Γεραμπής σε στέλνει!

— Τι λες, γιε μου; είπε με το υποκριτικό ύφος της η Χαδούλα.

— Καλά που σ' εσταύρωσα! Είπα, αυτήνη είναι κείν' η καλή γυναίκα κάτ' απ' τη χώρα που γρουνίζει τα γιατρικά και διώχνει κάθε γρουσουζιά αλάργα! Τομ' σ' απείκασα, μονοκοπανιάς σ' εγρούνισα!.... Μα δε ξέρ'ς τίποτε, κυρά-Γιαννού μ';

— Τι τρέχει, παιδί μου;

— Μεγάλο ζαράρι μ' ευρήκε να 'χω το συμπάθειο, θεια-Γιαννού! Τρανό, άτυχο ντέρτι! Η φαμιλιά μ', όξ' από λόου σου, βγήκε τη νύχτα προς νερού της, όξ απ' το καλύβι, κυρά-Γιαννού μ', και γύρισε πίσω κακά κι αδέξια... Ντούρμα βγήκε κι εγύρισε μονοκοπανιά, χτυπημένη, ξεγλωσσασμένη, αγρούνιστη... Χτυπήθηκε, μακριά από λόγου σου... Η γλώσσα της κρεμασμένη, όξ' απ' το σιαγόνι της, τη λαλιά της την έχασε, την ηύρε κακή θερμασιά και κρυάδα κι ασπασμοί. Κείτεται στο στρώμα μισοπεθαμένη!

— Αλήθεια; Ω, αμαρτίες!... Και πότε έγινε αυτό;

— Προχτές το βράδυ, τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, θεια-Γιαννού! Όξου από λόου σου, να' χω το συμπάθειο... Ντούρμα βγήκε όξ' απ' το καλύβι, κι εγύρισε πίσω χτυπημένη, παλαβιασμένη... Κοπιάζεις ως το καλύβι μπάριμ, τώρα εδώ που σ' εσταύρωσα, κυρά-Γιαννού μ! Μονάχα να την θωρήσεις, ν' αγροικήσεις σε τι χάλι βρίσκεται... Ελμπέτ, καλό θα της κάμεις, με τα γιατρικά σου, θα διώξεις κάθε ενάντιο, ένα κι ένα!

— Και πώς της ήρθε αυτό; είπε η Φραγκογιαννού.

— Ποιος ξέρει τι αμαρτίες, κυρά-Γιαννού μ'. Ο Γεραμπής το ξέρει.

Η Χαδούλα σκέφθηκε για μια στιγμή. Έπειτα είπε:

— Καλά, θα πάω από κει, τώρα-τώρα.

— Νά 'χεις πολλή ζωή και καλή ψυχή, θεια-Γιαννού! είπε ο Καμπαναχμάκης. Ο Γεραμπής σ' έστειλε.

* * *

Αφού απομακρύνθηκε ο Καμπαναχμάκης, η Φραγκογιαννού σκέφθηκε, ότι θα είχε καταφύγιο, τουλάχιστον για την επόμενη νύχτα και ότι το καλύτερο θα ήταν να κρυφθεί την ημέρα σε καμία λόχμη ή σε καμία σπηλιά, όπου οι χωροφύλακες αδύνατον θα ήταν να τη βρουν.

Πήρε τον κατήφορο, κατέβηκε στης Αγαλλιανούς το ρέμα. Στάθηκε να πιει νερό σε μία βρύση. Εκεί συνάντησε ένα γέροντα μοναχό, τον πάτερ Ιωάσαφ, κηπουρό του μοναστηριού του Ευαγγελισμού, το οποίο διέγραφε προς τα άνω τη σεμνή κατατομή του, στην κορυφή του ρέματος.

Η Φραγκογιαννού είχε καθίσει να ξεκουραστεί κοντά στη δροσερή πηγή και στήριξε το κεφάλι στο χέρι της. Φαινόταν βυθισμένη σε λογισμούς και συγχρόνως «αυτιάζετο» κι έτεινε το αυτί, φανταζόμενη κατά πάσα στιγμή ότι άκουε βήματα των χωροφυλάκων.

Ο πάτερ-Ιωάσαφ ήλθε να γεμίσει ένα σταμνί με νερό και βλέποντας τη Φραγκογιαννού την καλημέρισε.

— Πού βρέθηκες εδώ, γερόντισσα; Κάτι συλλογισμένη σε βλέπω....

— Αχ! γιε μου!... είπε η Φραγκογιαννού. Έχω βάσανα και πάθια...

— Τα βάσανα δεν λείπουν από τον κόσμο, γερόντισσα... Όσο και να κάμει ο άνθρωπος, δεν μπορεί να τ' αποφύγει...

— Αχ! πάτερ Γιάσαφε, είπε θλιβερά η Φραγκογιαννού.

Να 'μουν πουλί να πέταγα!!!

— «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;» είπε ο Ιωάσαφ, ενθυμηθείς τον ψαλμό.

— Ήθελα να έφευγα απ' τον κόσμο, γέροντά μου... Δεν μπορώ να υποφέρω πλια!

— «Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω» είπε πάλι ο γέρων μοναχός.

— Μεγάλη φουρτούνα μ' ηύρε, γέροντά μου και μεγάλη λιγοψυχιά μ' εκόλλησε.

— Ο Θεός να σε γλυτώσει, κόρη μου, «από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος», είπε ο Ιωάσαφ, συνεχίζοντας τον ψαλμό.

— Απ' την κακία, απ' την κακογλωσσιά, απ' το φθόνο, δεν μπορεί να γλυτώσει ένας άνθρωπος.

— «Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», επέρανε ο πάτερ Ιωάσαφ.

Έπειτα αφού γέμισε το σταμνί του είπε:

— Αν περάσεις από τους κήπους, γερόντισσα, φώναξέ με να σε φιλέψω κανένα μαρούλι κι ολίγα κουκιά.

Και απομακρύνθηκε.

Την εσπέρα η Φραγκογιαννού βρισκόταν στην Πέρα-Ράχη, στο καλύβι του Καμπαναχμάκη. Η σύζυγος του βοσκού, γυναίκα πάνω από τριάντα ετών και μητέρα πέντε τέκνων, ήταν στο κρεβάτι. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Το μούτρο της είχε στραβώσει από τη νευρική προσβολή, η γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα κι εξέπεμπε άναρθρες φωνές.

— Πώς σου ήρθε αυτό; τη ρώτησε με νεύμα μάλλον παρά με τη φωνή η Φραγκογιαννού. Η πάσχουσα απάντησε με γρυλισμό που δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο.

Η Φραγκογιαννού κάθισε παρά την εστία και ασχολούταν να βράσει βότανα για την πάσχουσα. Δεν είχε πλέον το καλάθι της, αλλά είχε γεμίσει τους κόλπους της από διάφορα μικροσκοπικά χόρτα, τα οποία είχε συλλέξει την ημέρα κάτω στα ρέματα των κοιλάδων.

Τα δύο μικρά κορίτσια της ασθενούς, κάθισαν σιμά στα γόνατα της Φραγκογιαννούς, γλειφίδικα και ζητούντα θωπείες. Η Γιαννού θώπευσε τα σαγόνια τους και τους λαιμούς τους, τόσο δυνατά, ώστε αισθάνθηκαν πόνο και το ένα φώναξε:

— Μάννα!

Αλλά η μάννα ήταν γι αυτά σαν να μην υπήρχε και τα δυστυχή πλάσματα δεν ήταν σε ηλικία ούτε να αισθανθούν την έλλειψη, ούτε να μπορούν τουλάχιστον να την αναπληρώσουν. Το μικρό αγόρι, το οποίο φαινόταν να είναι ομήλικο με το κορίτσι το ένα, σαν να ήταν δίδυμα, έκλαιε και ζητούσε «να σηκωθεί η μάννα του να του κάμει γριά στο τηγάνι».

— Τώρα, γιε μου, εγώ να σου κάμω γριά, είπε η Φραγκογιαννού.

— Δεν έχουμε αλεύρι, θεια, είπε το μεγαλύτερο από τα δύο κορίτσια.

— Καλά, να έλθει ο πατέρας να φέρει αλεύρι, είπε η Φραγκογιαννού προς το παιδί κι εγώ να σου κάμω «γριά»! Ησύχασε τώρα.

Αλλά το αγόρι δεν τα άκουε αυτά.

— Γριά θέλω και να 'ναι ζαρωμένη γριά! Νά 'χει και πετμέζι.

— Πού να βρεθεί το πετμέζι, γιε μου; είπε η Φραγκογιαννού. Μεθαύριο να μαυρίσουν τα σταφύλια στ' αμπέλι, να τα τρυγήσουμε, να κόψουμε τα ξεκούδουνα απ' τα κλήματα, να κάμουμε πολύ-πολύ πετμέζι να φάει το καλό παιδί. Πώς σε λένε;

— Γιώργη τόνε λέμε, θεια, είπε το μεγαλύτερο κορίτσι.

— Εσένα;

— Δαφνώ.

— Κι εσένα; ρώτησε η Γιαννού το μικρότερο κοριτσάκι.

— Ανθή.

— Να ζήσετε!

— Και πότε θα τα κόψουμε, θεια, τα σταφύλια; φώναξε το αγόρι.

Δεν πάμε τώρα στ' αμπέλι να τα κόψουμε;

— Όχι τώρα, γιε μου, ταχιά.

— Ταχιά το-ταχύ; είπε ο Γιώργης.

— Ναι, γιόκα μου. Απόψε θα δέσουν οι ράγες και θα γλυκάνουν και θα μαυρίσουν και ταχιά το-ταχύ θα πάρουμε τους τρυγολόγους να τρέξουμε στ' αμπέλι, να τρυγήσουμε, να τα κάμουμε κότσι-κότσι, τα σταφύλια, τα ξεκούδουνα, να τα πατήσουμε, να τα λιώσουμε και θα κάμουμε μουστόπιτες και πετμέζια και χίλιων λογιών καλά... και τότε, θα σου κάμω εγώ μια γριά, ζαρωμένη, ίσα με το τηγάνι μεγάλη!

— Σέλω να' ναι πουλύ, πουλύ μεγάλη! είπε ο μικρός.

— Μεγάλη γριά, ίσα μ' εμένα, είπε η Φραγκογιαννού.

Εντωμεταξύ, το μικρότερο των δύο κοριτσιών, το Δαφνώ, καθώς κοίταζε εναλλάξ το λύχνο και τη Φραγκογιαννού με κατάπληκτο βλέμμα, σαν να υπνωτίσθηκε από το μάτι της γριάς, νύσταξε, έγειρε το κεφαλάκι του προς την εστία και αποκοιμήθηκε. Η Γιαννού επιμόνως το χάδευε υπό το κατωσάγονο και πότε το χέρι της γλιστρούσε προς τον τράχηλο και ίσως είχε κλίση να σφίξει κάπως δυνατότερα το λαιμό του κοριτσιού. Αλλά την ίδια στιγμή ακούσθηκε γρήγορο βήμα απ΄ έξω, η πόρτα ξανοίχθηκε και μπήκε ο Καμπαναχμάκης.

— Δω είσαι, κυρά-Γιαννού! είπε με μεγάλη ταραχή.

Σήκου! Να φύγεις! να κρυφτείς!

— Τι τρέχει; είπε η γριά, προσπαθώντας να φανεί ατάραχη.

— Οι ταχτικοί σε χαλεύουν; Τι ζαράρ έκαμες χριστιανή; Τρέχουν οι ταχτικοί γυρεύοντάς σε. Σήκου, τρέχα! να κρυφτείς πουθενά μπάριμ! Σε λυπούμαι, καημένη! Τι κρίμα έκαμες;

— Εγώ; κρίματα πολλά... Μα δεν ξέρω, γιατί να με γυρεύουν οι ταχτικοί που μου λες;

— Τρέχα, κατά δω έρχονται τώρα. Δε γρουνίζω πως σ' αγροίκησαν πως τα πρύμισες κατά δω, θα 'ρθουν τώρα να χαλέψουν. Όπου κι αν είναι, πλάκωσαν! Ακούς! κάτου, στη Σκοτ'νή Σπ'λιά, στο Κακόρεμα, κατά ΄κει να πάρεις το φύσημά σου! Στο κλήμα στο Μονοπάτι, στου Π'λιού τη Βρύση, εκεί να σε πάρουν στο κοντό, δεν μπορούν να σε πιάσ'ν! Αποκεί μπορείς να κατεβείς στο Γέροντα, στο Ερμητήριο, να ξαγορευθείς, τα κρίματα σ', καημένη. Τρέχα!...

Έτρεξε η δυστυχής, αλλά δεν αισθανόταν πλέον δυνάμεις ακμαίες.

Η αϋπνία των περασμένων νυκτών, η κακοπάθεια, οι συγκινήσεις την είχαν καταβάλει. Τα μέρη, τα οποία είχε ονομάσει ο Καμπαναχμάκης, απείχαν πολύ, δεν μπορούσε δε να οδοιπορήσει προς τα εκεί στην ασέληνη νύκτα.

Καθώς έτρεχε, «αυτιαζόμενη» κατά πάσα στιγμή, ξαφνιασμένη και νομίζοντας ότι ακούει παντού βήματα, στο μονοπάτι, ανάμεσα σε δένδρα και θάμνους, άκουσε βήματα αληθινά, ερχόμενα από απόσταση διακοσίων βημάτων, από τον κύριο δρόμο.

Κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους και της φάνηκε ότι ήταν πράγματι οι χωροφύλακες, βαδίζοντες προς την καλύβα του Καμπαναχμάκη, προς το μέρος απ΄ όπου αυτή ερχόταν. Εάν έτσι ήταν, η θέση της καθίστατο ασφαλέστερη προς το παρόν, καθότι δεν φοβόταν πλέον να τους συναντήσει, για τη νύκτα εκείνη.

Προχώρησε προς το μέρος, απ΄ όπου είχε έλθει το πρωί. Έφθασε στο μικρό ναΐσκο της Ζωοδόχου Πηγής, στο Κοιμητήριο των Καλογέρων, στ' Αλώνι του Μοναστηριού. Πέρασε έξω από το Βουρδουναριό, αντίκρυ από τη σιδερένια πύλη του Κοινοβίου, που ήταν κατάκλειστη. Άλλωστε, γυναίκες ποτέ δεν εισέρχονταν στον ιερό περίβολο. Κατέβηκε στους κήπους, όπου είχε συναντήσει το πρωί τον καλόγηρο, τον κηπουρό, που της είχε πει διάφορα ρητά από το Ψαλτήριο, τα οποία αυτή δεν εννοούσε, αλλά αόριστα υπέθετε ότι προσαρμόζονταν κάπως στη θέση της. Και πράγματι της είχαν αφήσει σαν ένα βόμβο στα αυτιά της. «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;... Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω. Προσεδεχόμην τον Θεόν, τον σώζοντά με από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος...».

Καθώς ανέβαινε τη ράχη αντίκρυ, πέρα απ΄ τους κήπους, πάνω απ΄ το ρέμα, άκουσε το μικρό κώδωνα του μοναστηριού να ηχεί γλυκά, ταπεινά και μονότονα, να ξυπνά τους ήχους του βουνού και να δονεί τη μαλακή αύρα. Ήταν άρα μεσάνυκτα, ώρα του Μεσονυκτικού, ώρα του Όρθρου! Πως ήσαν ευτυχείς οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι ευθύς αμέσως, από νεαρή ηλικία, σαν από θεία έμπνευση, είχαν αισθανθεί ποιο ήταν το καλύτερο το οποίο μπορούσαν να κάμουν, το να μη φέρουν, δηλαδή, άλλους στον κόσμο δυστυχείς!... και μετά τούτο, όλα ήσαν δεύτερα. Τη φιλοσοφία, αυτοί, την είχαν λάβει ως εκ κληρονομίας, χωρίς να σκοτίσουν το νου τους στη «ζήτησιν της αληθείας», όπου ποτέ δε βρίσκεται.

Ανέβηκε ψηλότερα τη ράχη, χωρίς να έχει σκοπό ή απόφαση που πήγαινε. Και έξω από το δρόμο, λίγα βήματα μακριά, είδε μία στάνη, την οποία αναγνώρισε ότι ήταν του Γιάννη του Λυρίγκου. Ο σκύλος αισθάνθηκε από μακριά την παρουσία της και άρχισε να γαυγίζει.

Είχε έλθει άρα, πλησίον στο κατάλυμα της περασμένης νύκτας χωρίς να το σκεφθεί! Και τώρα μόνο άρχισε να το σκέπτεται.

Έως τη στιγμή, το ένστικτο την είχε οδηγήσει. Αλλά τώρα ο συλλογισμός της διατυπωνόταν καθαρά. «Πού αλλού θα είμαι πλέον ασφαλής, για την ώρα, παρά εδώ; Οι ταχτικοί ποτέ δεν θα πιστεύουν ότι ξαναήλθα πάλι προς το ίδιο μέρος, που με είχαν βρει χθες και με κυνήγησαν. Ο Γιάννης κοιμάται στο μαντρί του. Στο καλύβι θά 'ναι η λεχώνα κι η γριά. Τη νύχτα χθες, από το σαστισμό κι από τη βία μου, ξέχασα εκεί το καλαθάκι μου. Δεν θα είναι καλύτερα να πάω να χτυπήσω την πόρτα, να τους πουλήσω πάλι δούλεψη με κανένα ψευτογιατρικό, να πάρω και το καλαθάκι μου και σα φέξει να πάω να κρυφτώ κάτω στο Κακόρεμα, εκεί που λέει ο Καμπαναχμάκης;...»

Βεβαίως η γριά, η πεθερά του Λυρίγκου, κάτι θα είχε ακούσει εις βάρος της από χωροφύλακες ή από τρίτους, αλλά τι μ' αυτό;

Δεν θα είχε τόση κακία ούτε τόσο θάρρος, ώστε να την προδώσει. Άλλωστε, αυτή ως κύρια πρόφαση, για να εισέλθει θα προέτασσε ότι ήλθε να ζητήσει το λησμονημένο καλάθι της.

Κρύωνε πολύ από τον αέρα του βουνού και είχε ανάγκη να στεγασθεί πουθενά, προς ώρα. Δεν δίστασε πλέον. Διάβηκε το ζυγό, που ένωνε τις δύο ράχες, επί της νοτιότερης των οποίων ήταν η μάνδρα, επί δε της βορειότερης η οικία του Λυρίγκου και έφθασε στο καλύβι.

Κτύπησε την πόρτα. Η γριά κοιμόταν, αλλά δεν άργησε να ξυπνήσει κι ήλθε κι άνοιξε την πόρτα, χωρίς αυτή τη φορά, να ρωτήσει ποιος είναι, ίσως γιατί ήταν μισοκοιμισμένη κι ενεργούσε σαν σε υπνοβασία μηχανικά ή είχε την εντύπωση ότι κανείς άλλος δεν μπορούσε να είναι παρά ο γαμβρός της. Η Φραγκογιαννού έσπευσε να εισέλθει.

— Το κοφίνι μ' πλιο, ξέχασα απ' τη βία μου εψές, είπε. Το είδες;

Είναι πουθενά; Πού τό 'χεις;

Η χωρική γριά στάθηκε και την κοίταξε. Τώρα μόνο φάνηκε να ξύπνησε εντελώς και αναγνωρίζοντάς την.

— Πού βρέθηκες εδώ; είπε.

— Μη ρωτάς, είπε η Γιαννού. Είχα νυχτώσει σε ένα άλλο καλύβι, μα δεν είχα ύπνο. Σα θυμήθηκα το κοφίνι μου, ήρθα. Πώς είστε; Τι κάν' η λεχώνα;

— Τι να κάμει; Τα ίδια... Μα δε μου λες, είπε με κάποιο δισταγμό η γριά γιατί σε γύρευαν κείν' οι ταχτικοί;

— Φτόνος του κόσμου, απάντησε   με ετοιμότητα η Φραγκογιαννού. Ένα κορίτσ' είχε πνιγεί μες στο πηγάδι...

— Ε;

— Και δεν ξέρω ποιος εχτρός είπε πως έφταια εγώ...

Μα έτσι νά 'χουμε καλή ψυχή, μπορείς να το πιστέψεις; Τάχα δεν μπορούσε να πνιγεί και μοναχό του το κορίτσι; Ήταν ανάγκη να βάλω χέρι εγώ;

— Μαθές!.... έκαμε η γριά.

Η Φραγκογιαννού εγκαταστάθηκε, όπως και την προηγούμενη νύκτα, σιμά στη γωνία της εστίας, όπου βρήκε και το καλάθι της. Εξάναψε τη φωτιά, έβαλε νερό στο μπρίκι και καταγινόταν να βράση βότανα, τα οποία έβγαλε από τον κόλπο της.

Η λεχώνα κοιμόταν, του μικρού κοριτσιού ακουγόταν η αναπνοή μέσα στη σκάφη που χρησίμευε ως λίκνο, κάτω από το στεφάνι του βαρελιού που είχε ψηλά ένα λεπτό πανί. Ενίοτε κλαυθμύριζε.

«Κοι, κοι, κοι!» πρόφερε η γριά, η γιαγιά, που είχε κλείσει το ένα μάτι και με το άλλο, στο ασθενές φως του κανδηλιού και στη διαλείπουσα της εστίας αναλαμπή, δεν έπαψε να κοιτάζει τη Φραγκογιαννού. Τέλος, μετά ώρα, η γριά καίτοι φαινόταν ότι είχε απόφαση να μη κοιμηθεί, της ήλθε ο προδότης ο ύπνος, ίσως γι αυτό τούτο, ότι κοίταζε πολύ επίμονα την ύποπτη γυναίκα και αποκοιμήθηκε επάνω στο τρίτο λάλημα του πετεινού.

Το βρέφος κλαυθμύριζε ακόμη. Η μάμμη δεν αγρυπνούσε πλέον για ν' απαγγέλλει το μονότονο «Κοι, κοι, κοι!»

— «Όλο κοριτσούδια, το έρμο!» Το παράπονο του Γιάννη του Λυρίγκου, βομβούσε στα αυτιά της Φραγκογιαννούς.

Η λεχώνα δεν είχε ξυπνήσει. Η γριά Χαδούλα κινήθηκε λίγο, τανύστηκε επί των γονάτων της κι έφθασε το λίκνο. Παραμέρισε το λευκό πανί από την κεφαλή της κούνιας κι έτεινε το χέρι για να θωπεύσει το μικρό, ενώ τούτο κλαυθμύριζε. Έφραξε με το χέρι της το μικρό στόμα, για να μη φωνάζει, κοίταξε προς το μέρος της λεχώνας, έπειτα προς την στρωμνή επί της οποίας έκειτο κουβαριασμένη η γριά.

Η φωνή του βρέφους πνίγηκε. Μία χεριά ακόμη χρειαζόταν να κάμει η Φραγκογιαννού. Με το άλλο χέρι, του έσφιξε δυνατά το λαιμό... Έπειτα μάζωξε το λεπτό πανί για να το ρίξει πάλι επάνω από τη στεφάνη. Το χέρι της κτύπησε στη σανίδα κι έκαμε μικρό θόρυβο.

Η γριά, που δεν κοιμόταν βαριά, ξύπνησε. Ανατινάχθηκε, σκίρτησε. Είδε τη Φραγκογιαννού να αποσύρει το χέρι της και να αποχωρεί, ανεγειρόμενη επί των γονάτων, πίσω στη θέση της.

— Τι κάνεις; έκραξε έντρομη η γριά.

Η λεχώνα πετάχτηκε, αναπήδησε.

— Τι είναι, μάννα;

Η Φραγκογιαννού σηκώθηκε, πήρε το καλάθι της.

— Τίποτα, θέλησα να το κάμω να λουφάξει, να μην κλαίει, απάντησε.

Η γριά μάμμη έσκυψε προς την κούνια.

— Πηγαίνω τώρα, έφεξε, είπε η Φραγκογιαννού... Δώσε της λεχώνας το γιατρικό που έβρασα να το πιει!

Και αμέσως βγήκε. Έτρεξε με βήμα δρομαίο να απομακρυνθεί τάχιστα. Πήρε τον επάνω δρόμο, κατά το δάσος, για να μην περάσει από την αντικρινή ράχη όπου ήταν η στάνη.

Ήταν γλυκιά αυγή του Μαΐου. Η κυανωπή και ρόδινη ανταύγεια του ουρανού έχριε με απόχρωση μελιχρή τα χόρτα και τους θάμνους. Ακουγόταν ο μινυρισμός των αηδόνων στο δάσος και τα αναρίθμητα μικρά πουλιά τελούν εκθύμως, άπληστα, τη θεσπέσια συναυλία τους.

Αφού η Φραγκογιαννού απομακρύνθηκε πολλά βήματα, άκουσε βραχνή κραυγή πίσω της. Ήταν η γριά, η μητέρα της λεχώνας έξαλλη, τραβώντας τα μαλλιά της, είχε τρέξει έξω απ΄ την Καλύβα και φώναζε:

— Πιάστε την!... Πιάστε την! Μας έκαμε φονικό!

Η Φραγκογιαννού έτρεχε, έτρεχε. Ήλπιζε να χωθεί το ταχύτερο στο δάσος, όπου και αν τυχόν έτρεχαν κατόπιν της, τα ίχνη της τάχιστα θα χάνονταν.

Αλλά παρ' ελπίδα, μετά λίγα λεπτά, βρέθηκε αντιμέτωπη του Γιάννη του Λυρίγκου, που βάδιζε προς το σπίτι του. Αυτός είχε ξυπνήσει τη συνήθη ώρα και πήγαινε προς το καλύβι, ίσως για να φωνάξει προς συνεργασία την πεθερά του, όπως και το προηγούμενο πρωί. Αλλά όταν είδε την πεθερά του να φωνάζει και να χειρονομεί τόσο μακριά, ώστε δεν μπορούσε να ακούει τι έλεγε, οδηγούμενος μόνον από την διεύθυνση των χειρονομιών της, είδε τη Φραγκογιαννού να φεύγει προς το μέρος του δάσους. Τότε, έτρεξε προς το μέρος εκείνο και φώναξε με δυνατή φωνή προς τη Φραγκογιαννού.

— Τί είναι;... Τί τρέχει;

Τότε η Χαδούλα στάθηκε και φώναξε από μακριά προς το Γιάννη το Λυρίγκο.

— Φεύγω!... Πάω να...

Ο Γιάννης ο Λυρίγκος είχε τρέξει λίγα βήματα κι ήλθε πλησιέστερα προς τη Φραγκογιαννού. Τότε κι αυτή, αποφασιστικά, προχώρησε δύο ή τρία βήματα πλησιέστερα προς εκείνον.

Η Φραγκογιαννού επικαλέσθηκε σε βοήθεια όλη την ετοιμότητά της. Αυτοσχεδίασε.

— Γιάννη! η γυναίκα σου έχει τους πόνους! Είναι άσκημα.

— Έχει τους πόνους! ανέκραξε με μεγάλη απορία ο άνθρωπος.

Τι λες, χριστιανή μου;

— Έχει κι άλλο παιδί στην κοιλιά της! ισχυρίσθηκε με τόλμη η Φραγκογιαννού.

— Άλλο παιδί στην κοιλιά της!

— Ναι, αυτό που σου λέω. Μόνο τρέχα στο χωριό να φωνάξεις τη μαμμή!... να πεις και του γιατρού να 'ρθεί!

Ο Λυρίγκος στάθηκε. Πέρα, απ΄ το  μικρό οροπέδιο, μπροστά από το σπίτι, η πεθερά του φώναζε ακόμη βραχνές κραυγές, τις οποίες έπαιρνε μακριά ο άνεμος, χωρίς ο Γιάννης να ακούει, τι έλεγε εκείνη. Η Φραγκογιαννού μιλούσε με θάρρος και φαινόταν ότι ήξερε τι έλεγε.

— Πώς γίνεται αυτό ποτέ; ανέκραξε ο Γιάννης.

Είσαι καλά, χριστιανή μου;

— Αυτό γίνεται, επέμενε η Φραγκογιαννού. Ούλες τις φορές τα διπλάρικα δεν πέφτουν μαζί απ' την κοιλιά. Το ένα, το πλιο αδύνατο απ' τα δυο, αργεί και ώρες και μέρες να πέσει.

— Αλήθεια! Έχω ακουστά μου, είπε ο Γιάννης.

— Κατά πως φαίνεται, συνεπέρανε πολύ σοβαρά η Φραγκογιαννού, αυτή τη φορά το ένα το παιδί θα πιάστηκε ύστερ' απ' το άλλο.

— Αυτό είναι τάχα; είπε με ήθος οίκτου ο Λυρίγκος.

— Τρέχα το γληγορότερο! να πας να φέρεις το γιατρό!...

— Εσύ πού πας; ρώτησε ο Λυρίγκος.

— Εγώ πάω στον Αϊ-Χαράλαμπο... πάω να φωνάξω τον παπα-Μακάριο, να 'ρθεί να της κάμει μια παράκληση, της γυναίκας!

— Καλά! Τρέξε!

Και η Φραγκογιαννού έτρεξε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

Κάτω στο Κακόρεμα, χαμηλά στο βάθος, σιμά στη Σκοτεινή Σπηλιά, οι πέτρες χόρευαν δαιμονικό χορό τη νύκτα. Ανορθώνονταν, σαν ζωντανοί και κατεδίωκαν τη Φραγκογιαννού και τη λιθοβολούσαν, σαν να εκσφενδονίζονταν από χέρια αόρατων τιμωρών.

Είχαν περάσει τρεις μέρες από την τελευταία φυγή της από την καλύβα του Λυρίγκου. Η ένοχη γυναίκα είχε κρυφθεί εκεί, με την ελπίδα ότι θα διέφευγε προς καιρόν από τα νύχια των διωκτών της. Με τα λίγα παξιμάδια τα οποία βρίσκονταν ακόμη στο καλάθι της, με τις καυκαλήθρες, τον άνηθο και τα μυρόνια, όσα συνέλεγε και με το γλυφό νερό της Σκοτεινής Σπηλιάς, είχε διατηρηθεί.

Το μέρος ήταν σχεδόν άβατο. Το Κακόρεμα σχηματιζόταν από ένα βράχο απάτητο προς τα δυτικά και από ένα κρημνό, ή μία σάρα ολισθηρή ανατολικά. Κάτω στο βάθος ανέβλυζε το Γλυφονέρι.

Δύο άντρα, με το στόμιο πολύ στενό, έχασκαν ένθεν και ένθεν.

Εκεί κοιμόταν τη νύκτα, την ημέρα κατέβαινε στη Σκοτεινή Σπηλιά.

Για να ανέβει και για να κατέβει, ούτε δρομίσκος ούτε μονοπάτι υπήρχε. Πατούσε πάνω στη σάρα, στη βάση του κρημνού. Τότε η σάρα ταρασσόταν, φαινόταν σαν να θύμωνε. Οι πέτρες τις οποίες εκτόπιζε πατώντας, ήταν σαν βάση και θεμέλιο σε όλο τον άπειρο σωρό των λίθων, που απλωνόταν στο πρανές του κρημνού. Καθώς έφευγαν οι πρώτοι λίθοι, άλλοι λίθοι έρχονταν να πάρουν τη θέση τους, μετά απ΄ αυτούς δε άλλοι. Και έτσι η παλίρροια όλη του κρημνού ερχόταν κατ' επάνω της, έπεφτε στις κνήμες και τα σκέλη της, στα χέρια και το στήθος της. Ενίοτε, μερικές πέτρες, από ύψος κατερχόμενες, έπεφταν με ορμή και κακία στο πρόσωπό της.

Τους τελευταίους τούτους φαινόταν πράγματι σαν να τους εκσφενδόνιζε αόρατο χέρι κατά της κεφαλής της.

Αφού τέλος, μετά τόσο λιθοβόλημα, έφθασε στη Σκοτεινή Σπηλιά, την πρώτη μέρα, κάθισε κι αγνάντευε το πέλαγος. Η Σπηλιά η θαλασσόπληκτη, έχει διπλή είσοδο, από την ξηρά και από τη θάλασσα. Προς τη θάλασσα, το στόμιό της χαμηλό και στενό, όσο για να περάσει μικρή βάρκα αλιέως. Η Φραγκογιαννού, αόρατη, από το μέρος της ξηράς, άκουε τον υπόκωφο, επίμονο παφλασμό του κύματος στο στόμιο του άντρου. Το κύμα ανορθωνόταν, πηδούσε, έπληττε την άνω φλιά του στομίου, κατέπευτε, πάλι αναπηδούσε, εξέπεμπε μακρούς ωρυγμούς μανίας από τις αποθαλασσιές του βοριά, πότε στεναγμούς πόνου και πάθους από τη φουσκοθαλασσιά. Κάτω στο βάθος το άπατο, μυστήριο και σκότος σάλευαν.

Μία κάποτε βάρκα, όπως διηγούνταν, είχε εισπλεύσει για να συλλέξει καραβίδες και παγούρια, ενώ ένας των ναυβατών είχε αναρριχηθεί στο τρομερό ύψος του βράχου για να συλλέξει κρίταμα, κάθισε επάνω σε μία φώκια ζωντανή που έφρασσε ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινό ζώο αναταρασσόταν, τιναζόταν, η μικρή σκάφη επάλλετο, έτρεμε και δεν μπορούσε να πάει ούτε εμπρός ούτε πίσω. Ο ναυβάτης που ήταν μέσα στη βάρκα κτύπησε τη φώκια με ένα πελέκι, την μάτωσε, το κύμα κοκκίνισε για λίγο. Η φώκια τιναζόταν με αγωνία.

Ο νεαρός αλιεύς κατόρθωσε να σφίξη το λαιμό με μία θηλειά και καλώντας τον άλλον σύντροφό του σε βοήθεια κατόρθωσε με τη βοήθεια αυτού, με κίνδυνο να βουλιάξει η φελούκα, να ανασύρει επάνω τη φώκια.

Η γριά Χαδούλα αγνάντευε, αγνάντευε στο πέλαγος. Ας ήταν και τώρα, να φανεί να πλησιάσει μία βάρκα!... Η Φραγκογιαννού θα παρακαλούσε τους νέους αλιείς, τους πατριώτες της, να την πάρουν μαζί, μες στη βάρκα... Και πού θα πήγαινε... Ω, βέβαια στα πέρα χώματα, στα μέρη τ' αντικρινά, στη μεγάλη στεριά... Κι εκεί τι θα έκαμνε; Ω, είχε ο Θεός, θα άρχιζε εκεί νέα ζωή!

Έβλεπε, έβλεπε, ανοιχτά στο πέλαγος, μακριά έξω, πολλά πανιά, λευκά ιστία, σαν του γλάρου τα φτερά. Βρατσέρες, γολέτες, μικρά καΐκια, τα έβλεπε να αρμενίζουν, να οργώνουν τα κύματα, σαν βοϊδάκια ζευγαρωτά. Άλλα έπλεαν ανέβαιναν προς βορρά, άλλα κατέρχονταν προς νότο, άλλα αρμένιζαν προς ανατολάς ή προς δυσμάς, τέμνοντας σταυροειδώς τους ολκούς, τα βαθιά ορατά αυλάκια, τα οποία άφηναν πίσω τους τα πρώτα. Έπειτα πολλά ρεύματα διαχάρασσαν το πέλαγος, από τα οποία φαινόταν η θάλασσα σαν κεντητή, πεποικιλμένη.

Έβλεπε, εωσότου τα μάτια της «έκαμαν γυαλιά» να βλέπει.

Η Φραγκογιαννού έβγαλε από το καλάθι της το παλιό κιτρινωπό χράμι, το μάλλινο, το οποίο είχε για να τυλίγεται όταν ήθελε να κοιμηθεί και δεν είχε ύπνο, σηκώθηκε ορθή, σήκωσε το μάλλινο σεντόνι κι άρχισε να το σείει. Έκανε σήματα, απελπισμένα, πλοίο δεν απάντησε στον πόθο της, στις τόσες προσπάθειες και σήματα προς τους ναυτίλους, να έλθουν να την πάρουν μαζί τους. Έβλεπαν, δεν έβλεπαν οι ναυβάτες τα σημεία της; Τα λευκά ιστία έφευγαν με τον άνεμο στο κύμα και αυτή έμενε προσηλωμένη στο βράχο της Σκοτεινής Σπηλιάς, προγεγραμμένη, έρημη, μη βλέποντας για το αύριο χρυσής αυγής την ανατολή...

Το λευκάζον και κιτρινωπό ράκος της έφυγε από τα χέρια, το πήρε ο άνεμος και το έριξε πάνω στην κεφαλή και τους ώμους της γυναίκας.

— Αυτό θα είναι το σάβανο μου! ψιθύρισε πικρά χαμογελώντας η Φραγκογιαννού.

Τέλος, καθώς κάθισε κάτω επί του βράχου, βλέπει μία βάρκα, μικρή φελούκα, να έρχεται παραπλέουσα την ακτή. Είχε μικρό ιστίο και δύο κουπιά, τα οποία κτυπούσαν ράθυμα το κύμα. Έπλεε από ανατολάς και πλησίαζε προς τον έρημο βράχο, στο άσυλό της.

Η Φραγκογιαννού αισθάνθηκε σκίρτημα ελπίδας μέσα της. Κρύφτηκε πίσω από την κορυφή του βράχου, για να κατοπτεύσει και να δει αν θα γνώριζε τους επιβαίνοντες. Όταν η φελούκα πλησίασε, είδε ότι ο ένας απ΄τους τρεις επιβάτες της, που έσυρε την «συρτήν» από την πρύμνη, φορούσε στρατιωτική στολή. Κάποιος παρεπιδημών απόστρατος, που αγαπούσε το ψάρεμα, είχε βγει για ψάρεμα, μαζί με δύο εξ επαγγέλματος αλιείς.

Η Φραγκογιαννού μόνο είδε ότι ήταν «ταχτικός» και γελασμένη κρύφτηκε βαθύτερα πίσω από το βράχο.

* * *

Τη νύκτα αποκοιμήθηκε στην κρύπτη της, μέσα στην υγρή άλμη της Σπηλιάς. Βόμβοι θορυβούσαν στα αυτιά της. Το κύμα κάτω από τα πόδια της ροχθούσε, με παρατεταμένους ωρυγμούς λύσσας. Βαθιά, μέσα στα στήθια της άκουε τα κλαυθμυρίσματα των άκακων νηπίων. Υπόκωφοι συριγμοί του μακρινού ανέμου έρχονταν στις ακοές της.

Ο νεκρώσιμος χορός των κοριτσιών, με αυξημένο τον φρικώδη ορμαθό, χοροπηδούσε τριγύρω της.

– «Είμαστε παιδιά σου!

– Μας εγέννησες!

– Φίλησέ μας!

– Δώσε μας μαμμά!

– Πάρε μας στολίδια, στολίδια όμορφα!

– Χάιδεψέ μας!

– Δεν μας αγαπάς;»

Η γριά πεθερά του Λυρίγκου, μανιώδης, συστρέφουσα τα χέρια της, την απειλούσε τρομερά και ο γαμβρός της, με ήθος παραπονεμένο, την επέπληττε... Κάτω στα πόδια της, στο βάθος της Σπηλιάς, ροχθούσε το κύμα... Έβραζε, έβραζε και το άντρο μεταβαλλόταν σε στέρνα και το νερό της στέρνας εβρυχάτο με έναρθρο φωνή:

— Φόνισσα! – Φόνισσα!

Η δυστυχής ξύπνησε έντρομη, περιρεόμενη από άλμη και ιδρώτα. Ευχόταν πλέον και αμέσως το αποφάσισε, να μην κοιμηθεί άλλη φορά στη ζωή της, αν ήταν για να βλέπει τέτοια όνειρα. Ο θάνατος θα είναι ο κάλλιστος των ύπνων - αρκεί να μην έχει κακά όνειρα! Ποιος ξέρει! - Μόλις το σκέφθηκε και μετά από λίγο αποναρκώθηκε πάλι. Τότε της φάνηκε ότι έβλεπε εμπρός της τον Καμπαναχμάκη, τον αγροίκο εκείνον του βουνού, στεκόταν ενώπιόν της με την στραβολέκα του την ποιμενική, με το σκαιό ήθος του, με την όψη του την τραχεία και με λαρυγγώδη φωνή της έλεγε: «Στο Κακόρεμα! Στο Μονοπάτι, στη Βρύση του Πουλιού! Στου Γέροντα το Ερμητήριο!»

Και καθώς γινόταν άφαντος, ακόμη επανέλαβε:

— «Στο Ερμητήριο! Στου Γέροντα το Ερμητήριο!»

Η Φραγκογιαννού ξύπνησε την ώρα του λυκαυγούς με μικρή γαλήνη στην ψυχή, ενώ το κυανό και πορφυρίζον του στερεώματος καταντικρύ της συνεχέετο με το μαυρογάλανο του πόντου και αύρα, δροσιά, φλοίσβος, κελάρυσμα αποτελούσαν γλυκιά συζυγία αρμονίας στις αισθήσεις της.

Από προχθές δεν είχε πάψει να σκέπτεται το ερημητήριο εκείνο, περί του οποίου της είχε μιλήσει προς τριών ημερών ο Καμπαναχμάκης.

Είχε ακούσει πολλά να λέγουν γυναίκες ευλαβείς περί των αρετών του Γέροντα εκείνου, του παπά Ακάκιου, ο οποίος προ ολίγου καιρού μόνον είχε έλθει στο νησί και είχε κατοικήσει στον Άγιο Σώστη, παλαιό αναχωρητήριο με έρημο ναΐσκο, ο οποίος βρισκόταν πάνω σε μικρό θαλασσόπληκτο βράχο, ο οποίος αποτελούσε σκόπελο ή μικρό νησίδιο παρά τη βόρεια, λίγο προς δυσμάς κλίνουσα, κρημνώδη ακτή και με την άμπωτη των υδάτων, το νησίδιο γινόταν μικρή χερσόνησος. Ο γέρων παπά Ακάκιος ήταν, έλεγαν, αυστηρός πνευματικός, πλην είχε το σπάνιο χάρισμα της διακρίσεως των λογισμών κι έφθανε μέχρι προορατικότητας. Οι γυναίκες βεβαίωναν ότι ήταν σωστός κρυφιογνώστης, και σου έλεγε τι είχες μέσα σου.

Και πολλές φορές εξομολογούσε τον μετανοούντα, πολύ περισσότερο από όσο αυτός ήθελε να εξομολογηθεί.

Για τη Φραγκογιαννού θα ήταν ευτύχημα, αν είχε ειλικρινή απόφαση να εξομολογηθεί, να βρισκόταν ένας πνευματικός που να την απήλλασσε από τον κόπο και από το φοβερό βάσανο του δισταγμού, λέγοντας: «Αυτό κι αυτό έκαμες!» Αρκεί να μην την απέλπιζε, αλλά να ήταν ικανός να τη βοηθήσει και να τη σώσει, ακόμη και στον πρόσκαιρο κόσμο, ει δυνατόν! Τάχα δεν υπήρξε ένας Άγιος ο οποίος έκρυψε και έσωσε, μη θέλοντας να τον παραδώσει στην εξουσία, τον φονέα του ίδιου αδελφού του; Πόσο μάλλον ο παπά Ακάκιος δεν θα έσωζε και θα έκρυβε αυτήν, η οποία δεν είχε κάμει κακό ατομικά στον σεβάσμιο ερημίτη; Μήπως δεν περνούσαν καθημερινά πλοία, γιαλό ή ανοιχτά από τον Αϊ-Σώστη και δεν θα μπορούσε να την φυγάδευσει αν ήθελε;

Η Χαδούλα είχε βαρεθεί τη μονοτονία της Σκοτεινής Σπηλιάς και είχε αρχίσει να αδυνατίζει πολύ από την ανεπαρκή τροφή. Πήρε την απόφαση, άμα φέξει καλά, να πάρει το καλαθάκι της και να βγει από το άσυλό της και να διευθυνθεί προς τον Άγιο Σώστη. Εκεί θα εξομολογείτο όλα τα «πάθια της». Καιρός μετανοίας πλέον...

* * *

Έφθασαν, έφθασαν, οι χωροφύλακες! Είτε με προδοσία, είτε με ιχνηλασία, την είχαν ανακαλύψει... Κατόρθωσαν να κατέβουν στο Κακόρεμα, χωρίς να ενοχληθούν από τον κρημνό, χωρίς οι πέτρες της σάρας να σηκωθούν και να ριχτούν κατεπάνω τους, να τους κυνηγήσουν!

Ήταν την αυγή άμα έφεξε, ενώ η Φραγκογιαννού ετοιμαζόταν να διευθυνθεί από το συντομότερο δρόμο, στον Αι-Σώστη, στο Ερημητήριο. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει για να φωτίσει ακόμη τη φαλακρή ακτή, το Κουρούπι και να στείλει χρυσές ακτίνες στην απότομη πλαγιά του Στοιβωτού. Η Φραγκογιαννού τους είδε, τρόμαξε, πήρε το καλάθι της και ασθμαίνουσα, ξεγλωσσασμένη, έτρεξε τον ανήφορο, επάνω στο βράχο τον άβατο, στο Κλήμα, προς το δυτικό μέρος. Επέταξε, με λάκτισμα των ποδιών προς τα πίσω, τις φθαρμένες εμβάδες, «τα παλιοκατσάρια της» και ξυπόλητη αναρριχήθηκε επάνω στον κρημνό. Οι δύο «νομάτοι» έβγαλαν κι αυτοί τα τσαρούχια τους κι έτρεξαν κατόπιν της, στο βράχο τον απάτητο, στο χώρο της απελπισίας, όπου βάδιζε εκείνη.

Μία μόνο στιγμή, η δυστυχής έστρεφε την κεφαλή πίσω.

Τότε είδε ότι οι διώκτες ήταν μεν δύο, αλλά μόνο ο ένας φορούσε τη στρατιωτική στολή. Ο άλλος έφερε εγχώριο ένδυμα, με σελάχι, εφοδιασμένο με πιστόλια και χαρμπιά, περί τη μέση. Φαινόταν να είναι ένας από τους αγροφύλακες.

Τούτο την πτόησε και τη φόβισε. Η απουσία του ενός χωροφύλακα έδινε αφορμή σε υποψίες. Μήπως από την άλλη πλευρά του κρημνού, πέραν του βράχου του άξενου της απότομης ακτής την περίμενε ενέδρα, ώστε να την κλείσουν οι σκληροί διώκτες μεταξύ δύο πυρών;

Και πάλι η σύμπτωση αυτή την παρηγόρησε και της ενέπνευσε μικρή ελπίδα. Εάν ο ένας από τους δύο «νομάτους» ήταν πατριώτης, χωρικός άνθρωπος στην υπηρεσία της δημαρχίας, τούτο ίσως σήμαινε, ότι αυτός θα εκτελούσε μάλλον ως αγγαρεία το κυνήγημα το οποίο του είχαν επιβάλει και ίσως μάλλον θα έκοβε την ορμή του άλλου, του χωροφύλακα. Δεν ήταν δε απίθανο, ο αγροφύλακας εκείνος και να αισθανόταν μέσα του κρυφή συμπάθεια προς την φεύγουσα, την διωκόμενη, την τρέχουσα επάνω στα κατσάβραχα, με ματωμένα τα πόδια δύστυχη γυναίκα, περί της ενοχής της οποίας δεν ήταν καν βέβαιος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Ύστερα από λίγα λεπτά της ώρας κυνηγητό, η Φραγκογιαννού έφτασε στην τοποθεσία, την οποία ο Καμπαναχμάκης είχε ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήταν βράχος που εισείχε απότομα προς τα μέσα, σχηματίζοντας μικρό ζύγωμα, κάτω απ΄το το οποίο έχασκε η άβυσσος, η θάλασσα. Πάνω από το ζύγωμα τούτο υπήρχε πάτημα μισής παλάμης το πλάτος, όλο δε το πέρασμα ήταν τριών ή τεσσάρων βημάτων. Για να το περάσει κανείς, έπρεπε να πιαστεί από τον επάνω βράχο, που έβλεπε προς τη θάλασσα, να πατεί με τη φτέρνα και να βαδίζει από δεξιά προς τα αριστερά.

Η ζωή του κρεμόταν σε μία τρίχα.

Η Φραγκογιαννού έκαμε το σταυρό της και δεν δίστασε. Ούτε υπήρχε άλλη επιλογή ή προσφυγή. Δρυμός άλλος δεν υπήρχε πάνω από το βράχο. Η γυναίκα πήρε το καλάθι της στα δόντια, πήδησε αποφασιστικά και διάβηκε με επιτυχία το φοβερό πέρασμα.

Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι.

Ο χωροφύλακας είδε το πέρασμα και στάθηκε.

— Σου βαστά η καρδιά σου; είπε με κρυφή χαιρεκακία ο σύντροφός του.

— Δεν είναι άλλος δρόμος;

— Δεν είναι.

— Εσύ θα τό 'χεις περάσει πολλές φορές, είπε ο στρατιώτης.

— Εγώ, όχι! αρνήθηκε ο αγροφύλακας.

— Δεν ήσουν τσομπάνης;

— Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.

Ο χωροφύλακας δίστασε ακόμη.

— Και να μας ρίξει κάτω μία γυναίκα! είπε.

— Δεν προφτάσαμε να τη δούμε τη στιγμή που περνούσε, είπε ειρωνικά ο δραγάτης.

Αν την έβλεπες, θα σου 'κανε καρδιά.

— Αληθινά;

— Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπε ο αγροφύλακας. Σε κάμποσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.

— Κι εγώ θα περάσω! είπε ο χωροφύλακας.

— Εμπρός!

Ο χωροφύλακας έβγαλε το αμπέχονό του και το έδωσε στον σύντροφο του, μένοντας με το πουκάμισο.

Έκαμε το σημείο του Σταυρού.

— Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε.

Δοκίμασε να πατήσει στο στενό, πιάστηκε από το βράχο.

Μετά ένα βήμα οπισθοδρόμησε.

— Μ' έπιασε ζαλάδα, είπε.

Εντωμεταξύ η Φραγκογιαννού, τρέχοντας, είχε ανηφορίσει και ανέβαινε ψηλότερα στην ακτή. Αποκαμωμένη, άσθμαινε, φυσούσε. Πήγαινε και στεκόταν για μία ανεπαίσθητη στιγμή κι έτεινε τα αυτιά για να ακούσει. Ήθελε να βεβαιωθεί αν θα διάβαιναν το πέρασμα οι δύο διώκτες της. Αλλά δεν άκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτή συμπέρανε ότι οι δύο «νομάτοι» δίσταζαν πολύ να περάσουν το μονοπάτι.

Τέλος, έφτασε στου Πουλιού τη Βρύση, όπως την είχε ονομάσει ο Καμπαναχμάκης. Ήταν μια πηγή επάνω σε ψηλό βράχο, επί του οποίου σχηματιζόταν μικρό ολισθηρό οροπέδιο από χώμα, γεμάτο από βρύα και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία φαίνονταν σαν να έπλεαν στο νερό. Η Φραγκογιαννού πατούσε καλά για να μη γλιστρήσει και πέσει.

Από τη βρύση εκείνη, πράγματι, μόνο τα πετεινά τ' ουρανού μπορούσαν να πίνουν. Η Χαδούλα έσκυψε και ήπιε...

— Αχ! καθώς πίνω απ' τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε μου και τη χάρη σας να πετάξω!...

Και γέλασε μοναχή της, απορώντας πού βρήκε τον αστεϊσμό αυτόν σε τέτοιαν ώρα. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριέψει και πέταξαν έντρομα...

Κάθισε δίπλα στου Πουλιού τη Βρύση, για να ξαποστάσει και να πάρει τον ανασασμό της. Σχεδόν είχε βεβαιωθεί πλέον ότι οι δύο «νομάτοι» δεν είχαν κατορθώσει να διαβούν το Μονοπάτι στο Κλήμα.

Αλλά δεν αισθανόταν ασφάλεια η δύστυχη, καθήμενη εκεί.

Οπότε, μετά λίγα λεπτά σηκώθηκε, πήρε το καλάθι της κι έτρεξε τον κατήφορο. Τώρα πλέον πήγαινε αποφασιστικά στον Αι-Σώστη, στο Ερημητήριο. Καιρός ήταν, αν γλύτωνε, να ξαγορευθεί τα κρίματά της στον γέροντα, τον ασκητή.

Σε λίγα λεπτά της ώρας κατέβηκε την ακτή κι έφτασε στα χαλίκια του γιαλού, στην άμμο. Αντίκρισε τον θαλασσοδαμένο βράχο, επάνω στον οποίο φαινόταν ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου Σώζοντος.

Ο λαιμός της άμμου, που ένωνε το μικρό βράχο με τη στεριά, μόλις εξείχε ένα δάκτυλο πάνω από το κύμα. Τώρα άρχιζε να γίνεται πλημμύρα.

Η Φραγκογιαννού στάθηκε και δίστασε. «Τάχα δεν θα ... ξαναγίνει ρηχή σε λίγη ώρα; είπε. Γιατί να βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμα;»

Αλλά την ίδια στιγμή άκουσε θόρυβο όχι μακριά από τον κρημνό.

Δύο άνδρες, ο ένας στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια επ' ώμου, κατέβαιναν τρέχοντας τον κατήφορο. Ο πολίτης δεν ήταν ο δραγάτης τον οποίο είχε αφήσει πίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήταν άλλος και φορούσε φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήταν η ενέδρα, την οποία είχε υποπτευθεί ευλόγως αυτή, με την οποία θέλησαν να την βάλουν στα στενά;

Ιδού ότι τώρα την έφθαναν.

Η Φραγκογιαννού έτρεξε, έκαμε το σταυρό της και πάτησε πάνω στο πέρασμα της άμμου. Η άμμος ήταν ολισθηρή. Το κύμα ανέβαινε, φούσκωνε. Η γυναίκα δεν οπισθοδρόμησε. Δεν είχε άλλη σανίδα σωτηρίας.

Το κύμα ανέβαινε, ανέβαινε. Η Φραγκογιαννού πατούσε.

Η άμμος ενέδιδε. Τα πόδια της γλιστρούσαν.

Ο βράχος του Αγίου Σώζοντος απείχε περί τις δώδεκα οργιές από την ακτή. Ο λαιμός της άμμου, το πέρασμα, θα ήταν πάνω από πενήντα βήματα το μήκος.

Το κύμα την έφτασε έως τα γόνατα, έπειτα ως τη μέση.

Η άμμος γλιστρούσε. Γινόταν βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανέβηκε έως το στήθος της.

Οι δύο άνδρες, που την κυνηγούσαν, έριξαν μία τουφεκιά για να την πτοήσουν. Έπειτα ακούσθηκαν οι φωνές τους, φωνές αλαλαγμού και βέβαιης νίκης.

Η Φραγκογιαννού απείχε ακόμη ως δέκα βήματα από τον Αϊ-Σώστη.

Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήσει, γονάτισε. Στο στόμα της εισερχόταν το αλμυρό και πικρό νερό.

Τα κύματα φούσκωσαν άγρια, σαν να είχαν πάθος. Κάλυψαν τα ρουθούνια και τα αυτιά της. Τη στιγμή εκείνη το βλέμμα της Φραγκογιαννούς αντίκρισε το Μποστάνι, την έρημη βορειοδυτική ακτή, όπου της είχαν δώσει ως προίκα ένα αγρό, όταν νεανίδα την πάνδρευσαν και την κουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφη οι γονείς της.

— Ω! να το προικιό μου! είπε.

Αυτές υπήρξαν οι τελευταίες λέξεις της. Η γριά Χαδούλα βρήκε το θάνατο στο πέρασμα του Αγίου Σώστη, στο λαιμό που ένωνε τον βράχο του ερημητηρίου με την ξηρά, στα μισά του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΣΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ

ΚΑΤΣΑΝΑΣ

ΚΙΡΚΙΛΗΣ

ΚΟΝΤΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΑΡΧΕΙΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αναζήτηση αρχείου